Διεγερτικά φάρμακα του ΚΝΣ

Τι είναι τα διεγερτικά του ΚΝΣ (κεντρικού νευρικού συστήματος)

Ο όρος διεγερτικά καλύπτει μια ευρεία κατηγορία φαρμάκων που αυξάνουν τη δραστηριότητα του κεντρικού νευρικού συστήματος. Αυτά τα φάρμακα χρησιμοποιούνται από όχι μικρό ποσοστό του γενικού πληθυσμού για διάφορους λόγους, συμπεριλαμβανομένων της βελτίωσης της απόδοσης, της θεραπείας διαταραχών και για ψυχαγωγικούς σκοπούς. Υπάρχουν νόμιμα χορηγούμενα και παράνομα διεγερτικά.

Καφεΐνη

Ως ένα το πιο συχνά χρησιμοποιούμενα διεγερτικά, η καφεΐνη βρίσκεται σε διάφορα ποτά και τρόφιμα όπως τσάι, καφέ και σοκολάτα. Συνήθως καταναλώνεται αφειδώς σε πολλές χώρες παγκοσμίως, λόγω των ήπιων έως μέτριων διεγερτικών της επιδράσεων, που προάγουν την εγρήγορση.

Η καφεΐνη έχει έναν μοναδικό μηχανισμό ως διεγερτικό καθώς λειτουργεί ως αναστολέας στους υποδοχείς αδενοσίνης, δράση που οδηγεί σε αυξημένα επίπεδα ενέργειας.

Ο πρωταρχικός στόχος της κατανάλωσης καφεΐνης είναι η καταπολέμηση της κόπωσης και της υπνηλίας, αλλά υπάρχουν πολλές επιπλέον χρήσεις. Μια σημαντική εξ’ αυτών είναι στην αντιμετώπιση της ημικρανίας. Η καφεΐνη συνδέεται με μειωμένη θνησιμότητα από όλες τις αιτίες. Είναι επίσης υπό διερεύνηση για την αποτελεσματικότητά της στη θεραπεία της κατάθλιψης και των νευρογνωστικών διαταραχών, όπως αυτές που παρατηρούνται στη νόσο Αλτσχάιμερ και Πάρκινσον.

Ήπιες παρενέργειες από την αυξημένη χρήση είναι άγχος, ανησυχία, τρέμουλο, αϋπνία, έξαψη προσώπου, αυξημένη ούρηση, μυϊκές συσπάσεις ή τρόμος, ευερεθιστότητα, διέγερση, αυξημένος ή ακανόνιστος καρδιακός ρυθμός, γαστρεντερικές διαταραχές. Τα παραπάνω θα συμβούν σε ορισμένους ακόμη και με πολύ ήπια χρήση π.χ. ένα την ημέρα.

Η καφεΐνη μπορεί επίσης να προκαλέσει συμπτώματα στέρησης εάν διακοπεί απότομα. Αυτά τα συμπτώματα συνήθως ξεκινούν 12 έως 24 ώρες από την τελευταία κατανάλωση, κορυφώνονται σε 1 έως 2 ημέρες και μπορεί να επιμείνουν έως και 1 εβδομάδα. Η απόσυρση αποτρέπεται εάν μειωθεί η καφεΐνη σταδιακά αντί να διακοπεί απότομα. Εάν εμφανιστούν συμπτώματα, είναι άμεσα αναστρέψιμα με την επαναχορήγηση της καφεΐνης.

Εφεδρίνη

Ο κύριος μηχανισμός της εφεδρίνης είναι η αυξημένη δραστηριότητα της νορεπινεφρίνης στους αδρενεργικούς υποδοχείς. Η ψευδοεφεδρίνη λειτουργεί συγκεκριμένα και ως ρινικό αποσυμφορητικό.


Μεθυλφαινιδάτη

Η μεθυλφαινιδάτη είναι εγκεκριμένη από τον FDA για τη θεραπεία της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) σε παιδιά και ενήλικες και ως θεραπεία δεύτερης γραμμής για τη ναρκοληψία σε ενήλικες. Παιδιά που διαγιγνώσκονται με ΔΕΠΥ πρέπει να είναι τουλάχιστον έξι ετών ή μεγαλύτερα πριν ξεκινήσουν με αυτό το φάρμακο. Η θεραπεία τόσο της ΔΕΠΥ όσο και της ναρκοληψίας έχει σημαντικά καλύτερα αποτελέσματα όταν χρησιμοποιείται ταυτόχρονα με μη φαρμακολογικές θεραπείες (δηλ. εκπαίδευση κοινωνικών δεξιοτήτων στη ΔΕΠΥ ή μέτρα υγιεινής ύπνου στη ναρκοληψία).

Οι εκτός ετικέτας (off label) χρήσεις της μεθυλφαινιδάτης περιλαμβάνουν θεραπεία για κόπωση σε ασθενείς με καρκίνο, ανθεκτική κατάθλιψη στον γηριατρικό πληθυσμό, απάθεια στη νόσο Αλτσχάιμερ και ενίσχυση της γνωστικής απόδοσης (π.χ. μνήμη). Δεδομένου ότι μπορεί να δράσει ενισχυτικά στις γνωστικές λειτουργίες, είναι ελεγχόμενη ουσία . Η αποτελεσματικότητα της μεθυλφαινιδάτης για τις εκτός ετικέτας χρήσεις της ποικίλλει από περιορισμένη έως μέτρια.

Η μεθυλφαινιδάτη εμποδίζει την επαναπρόσληψη δύο νευροδιαβιβαστών, της νορεπινεφρίνης και της ντοπαμίνης, από προσυναπτικούς νευρώνες. Πιο συγκεκριμένα, αναστέλλει τους μεταφορείς αυτών των νευροδιαβιβαστών, αυξάνοντας τη συγκέντρωση ντοπαμίνης και νοραδρεναλίνης στη συναπτική σχισμή. Συνολικά, αυτό δημιουργεί την κλασική διεγερτική του δράση μέσα στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ), κυρίως στον προμετωπιαίο φλοιό. Είναι επίσης ένας ασθενής αγωνιστής του υποδοχέα 5HT1A της σεροτονίνης, συμβάλλοντας επιπρόσθετα στα αυξημένα επίπεδα ντοπαμίνης.

Παρενέργειες μεθυλφαινιδάτης

Η αϋπνία και η νευρικότητα είναι οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες σε ασθενείς με μεθυλφαινιδάτη. Άλλες συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες αφορούν κυρίως το ΚΝΣ (ζάλη, πονοκέφαλο, τικ, ανησυχία/ακαθισία), γαστρεντερικό (ναυτία/έμετος, ξηροστομία, μειωμένη όρεξη, απώλεια βάρους, κοιλιακό άλγος) και καρδιαγγειακά συστήματα (ταχυκαρδία και αίσθημα παλμών).

Οι ασθενείς μπορεί να γίνουν πιο ευερέθιστοι και να υφίστανται μεταβολές της διάθεσης. Ενώ πολλές από τις συχνές ανεπιθύμητες ενέργειες είναι παροδικές, κάποιες που μπορεί να επιμένουν μπορούν να ανακουφιστούν με προσαρμογή της δοσολογίας ή αποφυγή μιας απογευματινής ή βραδινής δόσης.

Η μεθυλφαινιδάτη είναι σκόπιμο να αποφεύγεται σε ασθενείς με δομική καρδιακή ανωμαλία, μυοκαρδιοπάθεια, σοβαρή υπέρταση και σοβαρές αρρυθμίες. Ιατρικές καταστάσεις μη συμβατές με μεθυλφαινιδάτη είναι το γλαύκωμα, τα κινητικά τικ και το σύνδρομο Tourette ή οικογενειακό ιστορικό συνδρόμου Tourette. Μπορεί να χορηγηθεί με προσοχή σε ασθενείς με ιστορικό διπολικής διαταραχής ή ψύχωσης, εφόσον υπάρχει η σχετική εγρήγορση για ενδείξεις μανίας ή ψυχωτικού επεισοδίου.

Εξάρτηση από μεθυλφαινιδάτη

Οι θεραπευτικές δοσολογίες για τη ΔΕΠΥ ή τη ναρκοληψία που συνταγογραφούν οι γιατροί δεν είναι συνήθως αρκετές για να ενεργοποιήσουν το σύστημα ανταμοιβής και εξάρτησης εντός του ΚΝΣ. Ωστόσο, υπερβολικά υψηλότερες δοσολογίες που λαμβάνονται από εκείνους που χρησιμοποιούν σκόπιμα το φάρμακο μπορεί να πυροδοτήσουν εθισμό (συσσώρευση του deltaFosB στον κερκοφόρο πυρήνα).


Ατομοξετίνη (strattera)

Αν και έχει διεγερτική δράση στο κεντρικό νευρικό σύστημα, δεν έχει εξαρτησιογόνες ιδιότητες.

Η ατομοξετίνη ενδείκνυται για τη θεραπεία της διαταραχής ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας (ΔΕΠΥ) σε ενήλικες και παιδιά άνω των 6 ετών. Παρόλο που η ατομοξετίνη έχει εγκριθεί από τον FDA για τη θεραπεία της ΔΕΠΥ, μερικές φορές χρησιμοποιείται εκτός ετικέτας για τη θεραπεία ενηλίκων ασθενών με ανθεκτική κατάθλιψη.

Η ατομοξετίνη είναι ένας εκλεκτικός, προσυναπτικός, αναστολέας επαναπρόσληψης νορεπινεφρίνης. Η ατομοξετίνη επιτυγχάνει τα θεραπευτικά της αποτελέσματα αυξάνοντας τις συγκεντρώσεις της ενδοσυναπτικής νορεπινεφρίνης στο κεντρικό νευρικό σύστημα (ΚΝΣ). Η ατομοξετίνη αυξάνει επίσης τις εξωκυτταρικές συγκεντρώσεις ντοπαμίνης στον προμετωπιαίο φλοιό, που πιστεύεται ότι προκύπτει από την αναστολή της νοραδρεναλίνης.

Η διάρκεια δράσης της ατομοξετίνης μπορεί να είναι έως και 24 ώρες. Χρειάζεται συνήθως κάποιες εβδομάδες για πλήρως αισθητό θεραπευτικό αποτέλεσμα.

Οι πιο συχνές παρενέργειες της ατομοξετίνης

Πονοκέφαλος, αϋπνία, υπνηλία, υπεριδρωσία, ξηροστομία, ναυτία, μειωμένη όρεξη, κοιλιακό άλγος, έμετος, δυσκοιλιότητα, στυτική δυσλειτουργία.


Μοδαφινίλη

Η μοδαφινίλη (modiodal, aspendos) είναι ένα διεγερτικό του κεντρικού νευρικού συστήματος (ΚΝΣ) με ιδιότητες που προάγουν την εγρήγορση. Χρησιμοποιείται στη θεραπεία καταστάσεων που προκαλούν υπερβολική υπνηλία κατά τη διάρκεια της ημέρας. Η μοδαφινίλη είναι εγκεκριμένο από τον FDA για τη θεραπεία των ακόλουθων σε ενήλικες.

Επίσημες ενδείξεις

  •     Ναρκοληψία: Θεραπεία πρώτης γραμμής. Xρησιμοποιείται για τη θεραπεία της κόπωσης κατά τη διάρκεια της ημέρας που σχετίζεται με τη ναρκοληψία και δεν έχει αποδειχθεί ότι βελτιώνει τα συμπτώματα της καταπληξίας.
  •     Διαταραχή ύπνου σχετική με κυκλικό ωράριο
  •     Αποφρακτική άπνοια ύπνου: Παράλληλα με τη συνεχή θετική πίεση των αεραγωγών (CPAP)

Επιπλέον, έχει αναφερθεί αποτελεσματικότητα για τις ακόλουθες ενδείξεις “εκτός ετικέτας” (off label):

  •     Διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας Υπάρχουν ορισμένες ενδείξεις αποτελεσματικότητας επικουρικά ή/και σε συνδυασμό με τα πρώτης γραμμής.
  •     Kαταθλιπτικά επεισόδια
  •     Εξάρτηση από την κοκαΐνη
  •     Κούραση που σχετίζεται με τον καρκίνο
  •     Κόπωση που σχετίζεται με τη σκλήρυνση κατά πλάκας

Η μοδαφινίλη είναι είναι ένας ασθενής αναστολέας της επαναπρόσληψης ντοπαμίνης. Η πλήρης γκάμα της δράσης της είναι υπό έρευνα.

Παρενέργειες μοδαφινίλης

Η μοδαφινίλη είναι γενικά καλά ανεκτή διεγερτική ουσία. Οι πιο συχνά αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες της μοδαφινίλης (λιγότερο από το 10% των χρηστών) είναι πονοκέφαλος, ναυτία και μειωμένη όρεξη. Άλλες συνήθως αναφερόμενες ανεπιθύμητες ενέργειες περιλαμβάνουν άγχος, αϋπνία, ζάλη, διάρροια και ρινίτιδα.

Δεν συνιστάται σε ασθενείς με τεκμηριωμένη υπερτροφία της αριστερής κοιλίας ή με ιστορικό προηγούμενης καρδιοτοξικότητας που σχετίζεται με τη χρήση ψυχοδιεγερτικών. Θα πρέπει να χρησιμοποιείται με προσοχή σε ασθενείς με ανεξέλεγκτη υπέρταση, ασταθή στηθάγχη ή πρόσφατο έμφραγμα του μυοκαρδίου.


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής