Skip to content

Οικονομικές ανισότητες και κοινωνική ψυχολογία

Οι οικονομικές ανισότητες σε αύξηση

  • Μήπως έχετε πιστέψει ότι η οικονομική ανέλιξη (για πολλούς συνώνυμη με την επιτυχία στη ζωή) είναι κάτι που εξαρτάται αποκλειστικά από τη δική σας προσπάθεια;
  • Γνωρίζετε για την ύπαρξη κοινωνικών και οικονομικών ανισοτήτων και πως αυτές μπορεί να σας επηρεάζουν ψυχολογικά χωρίς καν να το αντιλαμβάνεστε;
  • Γιατί η οικονομική ανισότητα συνεχίζει να αυξάνεται παρά το γεγονός ότι είναι δυσμενής και επιζήμια για τα άτομα και την κοινωνία;

Πρόκειται για ερωτήματα με δύσκολες και σύνθετες απαντήσεις.

Η οικονομική ανισότητα βρίσκεται σε υψηλά επίπεδα σε μεγάλο μέρος του κόσμου (Piketty & Chancel 2021) και έχει αναγνωριστεί ως η κύρια κοινωνική, πολιτική και οικονομική ανησυχία της εποχής μας (Obama 2013).

Η πανδημία του covid-19 σύμφωνα με τα υπάρχοντα πρόσφατα στοιχεία επέφερε ακόμη μεγαλύτερη αύξηση των οικονομικών ανισοτήτων σε ευρωπαϊκό επίπεδο.

Αντίστοιχα, ένας ολοένα και αυξανόμενος όγκος ακαδημαϊκής βιβλιογραφίας τις τελευταίες δεκαετίες τεκμηριώνει τις επιπτώσεις της οικονομικής ανισότητας. Οι ερευνητές έχουν τεκμηριώσει πώς η οικονομική ανισότητα έχει εξελιχθεί με την πάροδο του χρόνου (π.χ. Kohler et al. 2017) και πώς επηρεάζει τις οικονομίες (Stiglitz 2015), τις κοινωνίες (μείωση ευημερίας, αλληλεγγύης & αύξηση εγκληματικότητας), αλλά και την ανθρώπινη υγεία και μακροζωία (Wilkinson and Pickett 2009).

Υπάρχουν πολλών ειδών διακρίσεις και ανισότητες. Στο παρόν κείμενο θα εξεταστούν, αποκλειστικά μέσω πρόσφατων υποστηρικτικών επιστημονικών στοιχείων, ορισμένοι παράγοντες που διαιωνίζουν τις οικονομικές ανισότητες στην κοινωνία—με έμφαση σε σχετικές ψυχολογικές διαστάσεις και στερεοτυπικές αντιλήψεις που η έρευνα στο πεδίο της κοινωνικής ψυχολογίας αρχίζει και αποκαλύπτει.

Η κατανόηση των ψυχολογικών διαστάσεων τόσο ως παράγοντες πρόκλησης και διαιώνισης, όσο και ως αποτελέσματα της οικονομικής ανισότητας είναι απαραίτητη για την ανάπτυξη αποτελεσματικών πολιτικών και παρεμβάσεων για τη μείωση των αρνητικών επιπτώσεών αυτής σε κάθε τομέα της κοινωνικής δραστηριότητας.


Δομικά εμπόδια

Οι υψηλότερες τάξεις έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση σε επιθυμητούς θεσμούς και αγαθά από τις χαμηλότερες. Βασικά παραδείγματα αποτελούν η παιδεία (εκπαίδευση όλων των βαθμίδων), η στέγαση, η υγεία, η διατροφή, διάφορα κοινωνικά και επαγγελματικά δίκτυα υψηλής επιδραστικότητας που ευνοούν την ανέλιξη εντός τους.

Στον τομέα της εκπαίδευσης η διαφορά εμφανίζεται πιο έντονα σε υψηλού κύρους κολέγια και πανεπιστήμια, στα οποία κατά κανόνα η πλειοψηφία των φοιτητών είναι οικονομικά εύποροι, ενώ μειοψηφία αποτελούν άτομα μεσαίου ή χαμηλού εισοδήματος. Το δεδομένο αυτό μπορεί να προκαλέσει ανασφάλεια, μη αίσθηση του ανήκειν & προσδοκίες απόρριψης από τους συνομήλικους καθώς και προσδοκίες χαμηλού ενδιαφέροντος για την πρόοδό τους από τους διδάσκοντες.

Υπενθυμίζουμε στο σημείο αυτό το “Τεράστιο σκάνδαλο εκατομμυρίων δολαρίων, για την εισαγωγή πλούσιων φοιτητών που δεν πληρούσαν τις προϋποθέσεις σε κορυφαία αμερικανικά πανεπιστήμια” που ήρθε στο φως της δημοσιότητας το 2019.

Ο διαχωρισμός, ο αποκλεισμός, η υποτίμηση και η μεταχείριση ατόμων κατώτερης τάξης ως «άλλων», φαινόμενα ενδημικά σε μεγάλο τμήμα των εκπαιδευτικών ιδρυμάτων, είναι ευρέως διαδεδομένα και σε μια σειρά από άλλους σημαντικούς τομείς που αφορούν στέγαση, υγεία, δημοσιονομική πολιτική.

Η έρευνα έχει δείξει ότι η οικονομική ανισότητα μπορεί να οδηγήσει σε αισθήματα αδυναμίας και έλλειψης ελέγχου στη ζωή κάποιου, που μπορεί να οδηγήσει σε αυξημένο άγχος & στρες.

Επιπλέον, οι χαμηλότερες τάξεις βιώνουν πολύ συχνά την απουσία υλικών αγαθών, σε αντίθεση με τις υψηλότερες. Το δεδομένο αυτό λειτουργεί αποτρεπτικά στο να συγκεντρώσουν πόρους για μακροπρόθεσμους στόχους όπως π.χ. μια ποιοτική μελλοντική εκπαίδευση, ρίχνοντας το βάρος σε ανάγκες που χρήζουν άμεσης ικανοποίησης. Η έλλειψη επάρκειας φαίνεται να δημιουργεί μειωμένη νοητική απόδοση στην αντιμετώπιση οικονομικών προκλήσεων, ενώ τα ίδια άτομα όταν βιώνουν επάρκεια ή αφθονία, αποδίδουν καλύτερα. Το στοιχείο αυτό σημειώνεται και ως επιχείρημα έναντι μύθων ότι η φτώχεια οφείλεται σε μειωμένη ικανότητα.

Τέλος, η πρώιμη και αυτονόητη δυνατότητα πρόσβασης σε υψηλής ισχύος και επιδραστικότητας εκπαιδευτικά, κοινωνικά και επαγγελματικά δίκτυα αυτόματα δημιουργεί άνισα καλύτερες και γρηγορότερες δυνατότητες ανέλιξης για τους εύπορους σε σχέση με τους υπόλοιπους.

Στο έδαφος των ολοένα και αυξανόμενων οικονομικών ανισοτήτων οι άνθρωποι τείνουν να πιστεύουν όλο και λιγότερο στη δυνατότητα αλλαγής της κοινωνικής τους τάξης, είτε προς τα πάνω, είτε και προς τα κάτω (Browman et al. 2021).


Σηματοδότηση κοινωνικής τάξης & ταυτότητα

Οι άνθρωποι έχουν την τάση (και για εξελικτικούς λόγους) να σηματοδοτούν ( να δηλώνουν, να προβάλλουν, να επιδεικνύουν) την κοινωνική τους τάξη μέσω της επικοινωνίας των αισθητικών τους προτιμήσεων, του γούστου και στυλ καθώς και από πρότυπα κοινωνικής συμπεριφοράς.

Διάφορες ψυχολογικές διαδικασίες οδηγούν τους ανθρώπους να ευνοούν τη χρήση συμπεριφορών συνδεδεμένων με υψηλότερη κοινωνική τάξη. Κάποιες είναι η ενδυμασία (το γνωστό dress code), η λεκτική και εξωλεκτική συμπεριφορά, οι δραστηριότητες και ασχολίες (ένα είδος ταξικού savoir vivre). Το πως θα ντυθείς, θα μιλήσεις, θα φας, θα κινηθείς, θα καταλάβεις χώρο λειτουργεί συνήθως ενδεικτικά και καθοριστικά για το πως θα σε δουν οι περισσότεροι (όχι όμως και όλοι).

Η τάση ταξικής σηματοδότησης πυροδοτεί και ενισχύει ταξικά στερεότυπα που συντηρούν τις οικονομικές ανισότητες. Σύμφωνα με την έρευνα, αυτά είναι στερεότυπα αναξιοπιστίας και μικρής ικανότητας. Δηλαδή άτομα χαμηλότερης κοινωνικοοικονομικής τάξης αντιμετωπίζονται από τους περισσότερους υποτιμητικά ως προς ικανότητες και την αξιοπιστία τους (χωρίς αυτό να επιβεβαιώνεται από τα πραγματικά δεδομένα) και αυτό ευνοεί συμπεριφορές αποφυγής του συγχρωτισμού μαζί τους, διαιωνίζοντας διαχωρισμούς και ανισότητες.

Βέβαια στην πραγματικότητα το ποιος είσαι και τι μπορείς να κάνεις δεν ορίζεται από τι ρούχα φοράς. Η διαχρονική αυτή πραγματικότητα που έχουμε την τάση να ξεχνάμε στις μέρες μας συμπυκνώνεται έξοχα στη λαϊκή ρήση ότι «τα ράσα δεν κάνουν τον παπά».

Οι κοινωνικές ομάδες στις οποίες ανήκουν οι άνθρωποι αποτελούν σημαντικό πυλώνα της προσωπικής τους ταυτότητας. Κοινά στοιχεία μεταξύ των ανθρώπων όπως το φύλο, η φυλή, η ηλικία αποτελούν παράγοντες σχηματισμού γκρουπ μεταξύ τους. Ένα τέτοιο κοινό στοιχείο είναι και η κοινωνικοοικονομική τάξη.

Καθώς η τάξη στην οποία ανήκουμε τείνει να επικοινωνείται, δημιουργούνται εμπόδια στην ανάπτυξη σχέσεων μεταξύ ατόμων από διαφορετικές κοινωνικες ταξεις, λόγω του στρες και των στερεοτύπων που η διαφορετικότητά τους προκαλεί. Έτσι τείνει να εμφανίζεται δυναμική (group dynamics) στην οποία τα άτομα τείνουν να ευνοούν σχέσεις πολύ περισσότερο μεταξύ συναφών τάξεων, οδηγώντας σε αυξημένη κοινωνική απόσταση μεταξύ ατόμων από διαφορετικό κοινωνικοοικονομικό υπόβαθρο. Εντέλει δεν ευνοείται η κοινωνική κινητικότητα (social mobility).


Ιδεολογίες αξίας & πλεονεκτήματος

Οι ιδεολογίες αυτές διατηρούν, νομιμοποιούν και ενισχύουν την οικονομική ανισότητα.

Οι κομβικές διαφορές στις εμπειρίες ζωής μεταξύ ατόμων υψηλής και χαμηλής κοινωνικοοικονομικής στάθμης δημιουργούν μικρό βαθμό επίγνωσης ως και τύφλωση ως προς την ύπαρξη ανισοτήτων. Μέρος του πληθυσμού υπερεκτιμά το πόσο η επίτευξη οικονομικής ανόδου είναι μια ρεαλιστικά εφικτή δυνατότητα.

Η πεποίθηση ότι η οικονομική άνοδος είναι οικουμενικά εφικτή οδηγεί σε υψηλότερο βαθμό αποδοχής του οικονομικού συστήματος, πόσο μάλλον όταν η περιγραφή του διανθίζεται από τον όρο «ελεύθερο». Ο όρος ελευθερία παρερμηνεύεται ως ίσες ευκαιρίες. Η στερεοτυπική αντίληψη μπορεί να συνοψιστεί ως : Αφού η αγορά είναι ελεύθερη σίγουρα όλοι είναι ελεύθεροι να βρουν την ανέλιξή τους μέσα σε αυτήν και από τι άλλο να εξαρτάται αυτό παρά από τις ικανότητές τους.

Έτσι, άτομα υψηλότερης οικονομικής ευμάρειας είναι πιο πιθανό να αποδώσουν την ανισότητα σε ατομικά χαρακτηριστικά όπως η σκληρή δουλειά και προσπάθεια και λιγότερα σε δομικά κοινωνικά χαρακτηριστικά. Οι αντιλήψεις αυτές μπορεί να φτάνουν σε μια βιολογική αιτιοκρατία, ότι δηλαδή οι διαφορές πλουσίων και φτωχών είναι φυσικά καθορισμένες και αμετάβλητες, μια «φυσική τάξη των πραγμάτων» λόγω βιολογικών χαρακτηριστικών της υψηλής τάξης που δεν υπάρχουν στις χαμηλότερες.

Αρκετά ερευνητικά δεδομένα (επιβεβαιώνοντας την κοινή ανθρώπινη εμπειρία) δείχνουν ότι η υψηλότερη κοινωνική τάξη επιτυγχάνει ενισχυμένη πολιτική αποτελεσματικότητα και επιρροή. Μελέτες των πολιτικών αποφάσεων (στην Αμερική αυτά) δείχνουν ότι αυτές ευθυγραμμίζονται περισσότερο με τις προτιμήσεις των πιο εύπορων παρά των υπόλοιπων.

Μέλη των υψηλότερων οικονομικά τάξεων είναι πιο πιθανό να υποστηρίζουν συντηρητικούς υποψήφιους και λιγότερο πιθανό να υποστηρίζουν πολιτικές κοινωνικής ωφέλειας και μείωσης κοινωνικών ανισοτήτων.

Επιπλέον μέλη των χαμηλότερων τάξεων φαίνεται ότι ασχολούνται λιγότερο με την πολιτική λόγω έλλειψης διαθέσιμου χρόνου, οικονομικών δυνατοτήτων και σχετικών κοινωνικών επαφών. Είναι λιγότερο πιθανό να γίνουν εθελοντές σε πολιτικές καμπάνιες και απέχουν περισσότερο από τις εκλογές.

Μέσω των παραπάνω αντιλήψεων βλέπουμε πως συντηρείται το υπάρχον status quo των ανισοτήτων και μάλιστα οι αντιλήψεις αυτές προδιαθέτουν αρνητικά και αμυντικά απέναντι σε «ιδεολογικές απειλές» ή πιο επιστημονικά στηριγμένες θέσεις.


Ηθικές & σχεσιακές ψυχολογικές διεργασίες

Ηθικές και σχεσιακές αντιλήψεις σε διαφορετικές τάξεις συντηρούν τις ανισότητες.

Ισχυρά ερευνητικά στοιχεία δείχνουν ότι για τους περισσότερους ανθρώπους, όσο τα επίπεδα οικονομικής τους ευμάρειας αυξάνονται, τόσο η δυνατότητά τους για ενσυναίσθηση και συμπόνοια μειώνεται.

Όσο μεγαλύτερη η κοινωνικοοικονομική τάξη τόσο μεγαλύτερη η τάση για αναζήτηση εξουσίας.

Επιπλέον τα μεγαλύτερα ποσοστά αβεβαιότητας και ανασφάλειας λόγω περιορισμών πόρων που βιώνονται από άτομα χαμηλότερου status οδηγούν σε υψηλότερο βαθμό ευαλωτότητας σε εξωτερικές επιρροές, μικρότερη αυτονομία και υψηλότερη τάση εστίασης στο εξωτερικό περιβάλλον είτε μιλάμε για άλλους ανθρώπους, είτε συνθήκες και πλαίσια.

Το σχετικό στρες διαβίωσης ή επιβίωσης δημιουργεί ανάγκη για κοντινότερες σχέσεις ως υποστηρικτικά δίκτυα. Οι λιγότερο εύποροι δείχνουν περισσότερο ενδιαφέρον για τους συνανθρώπους τους, κάτι που υποστηρίζεται και από μελέτες εγκεφάλου με fMRI.

Αντιθέτως τα άτομα υψηλότερης κοινωνικοοικονομικής θέσης, σε σύγκριση με αυτά που είναι χαμηλότερα στην κλίμακα, μπορεί να έχουν λιγότερη ενσυναίσθηση, να είναι πιο επιρρεπή στο δικαιωματισμό και ναρκισσιστική συμπεριφορά . Τα πιο πλούσια υποκείμενα τείνουν να θεωρούν ότι αξίζουν περισσότερο τα αποκτήματά τους ακόμη και αν αυτό δεν τεκμηριώνεται από τα γεγονότα (βλέπε πείραμα Monopoly), τείνουν επίσης να είναι πιο προσανατολισμένα στον εαυτό τους και πιο πρόθυμα να συμπεριφέρονται ανήθικα για το δικό τους συμφέρον (να λένε ψέματα κατά τη διάρκεια διαπραγματεύσεων, ας πούμε, ή να κλέβουν από έναν εργοδότη) με σκοπό την περαιτέρω τους ανέλιξη.

Αναπόφευκτα συγκεντρώνουν περισσότερο πλούτο και αγαθά εντείνοντας το ταξικό χάσμα.

Ακόμη και στο ζήτημα της φιλανθρωπίας και των χορηγιών σε διάφορα ιδρύματα, η έρευνα δείχνει ότι άτομα υψηλής οικονομικής δυνατότητας προτιμούν να κατευθύνουν τις χορηγίες αυτές στρατηγικά σε οργανισμούς και εκπαιδευτικά ιδρύματα με ήδη υψηλή ισχύ προσδοκώντας και δευτερογενή ατομικά οφέλη. Αντίθετα σπανιότερα θα αποδώσουν χρήματα σε οργανισμούς ευρύτερης κοινωνικής ωφέλειας. Εντέλει οι οικονομικοί πόροι παραμένουν από τη μια πλευρά του ταξικού συνεχούς.

Άτομα κατώτερης οικονομικής τάξης ήταν λιγότερο πιθανό από άτομα υψηλότερης να αναζητήσουν υψηλές θέσεις σε οργανισμούς εκφράζοντας μειωμένη επιθυμία για απόκτηση εξουσίας σε μια οργανωμένη ιεραρχία. Η αιτία χρήζει περαιτέρω έρευνας, αλλά πιθανώς αυτό δεν προκύπτει επειδή δεν επιθυμούν τη δύναμη, αλλά επειδή δε συμβιβάζονται με τον τρόπο. Σχετική εδώ είναι και η πεποίθηση ότι για να αποκτήσει κανείς δύναμη, πρέπει να επιστρατεύει μακιαβελικές, χειριστικές, ηθικά αμφισβητήσιμες συμπεριφορές, οι οποίες είναι πιο απεχθείς σε άτομα κατώτερης τάξης.

Για δεύτερη φορά στο κείμενο μας έρχεται στη σκέψη γνωστό λαϊκό ρητό : «Ο σκοπός αγιάζει τα μέσα» και πότε αυτό εφαρμόζεται. Συνολικά ταξικές ηθικές-σχεσιακές διαφορές στο αίσθημα συμπόνιας, την προτεραιότητα στο προσωπικό συμφέρον και την αναζήτηση εξουσίας λειτουργούν παράλληλα με δομικά, αντιληπτικά και ιδεολογικά πρότυπα για να ενισχύσουν περαιτέρω το υπάρχον άνισο οικονομικό status quo.


Πείραμα Monopoly

Το “πείραμα με τη Monopoly” του Paul Piff είναι μια μελέτη που στόχευε να εξετάσει πώς συμπεριφέρονται τα άτομα υπό πλαίσιο ανισοτήτων. Στο πείραμα συμμετείχαν ~100 ζευγάρια παικτών οι οποίοι θα έπαιζαν μεταξύ τους ένα παιχνίδι Monopoly. Στον έναν από το κάθε ζευγάρι δόθηκαν τυχαία με «στρίψιμο νομίσματος» διάφορα πλεονεκτήματα όπως το να ξεκινήσει με διπλάσιο χρηματικό ποσό από τον αντίπαλό του, να του επιτραπεί να ρίξει τα ζάρια δύο φορές κ.α.

Στο τέλος του παιχνιδιού, όταν οι ερευνητές ρώτησαν τους “πλούσιους” παίκτες γιατί κέρδισαν το παιχνίδι, κανένα άτομο δεν το απέδωσε στην τύχη. Μιλούσαν για το πως οι ίδιοι κατάφεραν να κερδίζουν με τις δικές τους αποφάσεις και ικανότητες.

Τα αποτελέσματα του πειράματος ήταν εντυπωσιακά. Οι παίκτες στους οποίους δόθηκαν περισσότερα χρήματα και πλεονεκτήματα κατά τη διάρκεια του παιχνιδιού άρχισαν να γίνονται πιο αγενείς, να ενεργούν με πιο κυρίαρχο και επιθετικό τρόπο & χωρίς ενσυναίσθηση προς εκείνους στους οποίους δόθηκαν λιγότερα χρήματα.

Επιπλέον, άρχισαν να συμπεριφέρονται σαν να τους άξιζε να κερδίσουν, ενώ ο φτωχός αντίπαλός τους άξιζε να χάσει, δηλαδή έτειναν να θεωρούν την επιτυχία τους ως αποτέλεσμα της δικής τους αξίας και όχι εξωτερικών παραγόντων όπως η τύχη ή οι κανόνες του παιχνιδιού (ένα είδος attribution bias).

Το πείραμα εστιάζει την προσοχή σε παράγοντες που οι περισσότεροι άνθρωποι τείνουν να αγνοούν καθώς αξιολογούν τη θέση τους στον κόσμο. Η τάση για αυτοαναφορικότητα μας οδηγεί να σκεφτόμαστε μόνο τι κάναμε και φτάσαμε εκεί που φτάσαμε, υποβαθμίζοντας/αγνοώντας παράγοντες άσχετους με μας.

Φυσικά τα παραπάνω δεδομένα δεν οδηγούν στο συμπέρασμα ότι παράγοντες προσωπικής αξίας όπως ικανότητες, δεξιότητες και εντατική δουλειά δεν παίζουν ρόλο στην οικονομική ανέλιξη. Η αξία των παραμέτρων αυτών είναι αδιαμφισβήτητη. Φυσικά και άνθρωποι υψηλότερης οικονομικής τάξης μπορεί να διαθέτουν αξιοσημείωτες δυνατότητες με τη χρήση των οποίων να ανέρχονται και να επιτυγχάνουν.

Αυτό που αμφισβητείται καίρια όμως είναι ευρείας διάδοσης αφηγήματα διαχωρισμού ανθρώπων μέσω μεμονωμένων “βολικών” παραμέτρων σε ένα πολύ πιο σύνθετο και αβέβαιο κόσμο. Άριστοι και προικισμένοι υπάρχουν σε όλες τις κοινωνικοοικονομικές βαθμίδες, έχουν όμως τις ίδιες δυνατότητες ανέλιξης; Χρειάζεται να υπερκεράσουν τις ίδιες δυσκολίες;

Τα παραπάνω “προσγειωτικά” δεδομένα δεν είναι ψυχολογικά εύπεπτα καθώς για τους περισσότερους έρχονται πιθανώς σε ευθεία σύγκρουση με την αίσθηση αυταξίας (και για κάποιους μεγαλείου), σημαντικό κομμάτι διατήρησης της ψυχικής τους ισορροπίας. Με απλά λόγια αν κάποιος χτίζει την πραγματικότητα (και το εγώ του) στο αφήγημα του πόσο καλά ο ίδιος τα έχει καταφέρει (self serving bias), θα αντισταθεί γενναία σε οποιαδήποτε αμφισβήτηση αυτής, καθώς ειδάλλως εγκυμονείται κίνδυνος ψυχολογικής κατάρρευσης.

Ανισότητες μέχρι και στην ευθύνη για την κλιματική άλλαγή

Δε θα πρέπει να ξεχνάμε την ανισότητα στις εκπομπές διοξειδίου του άνθρακα με το μεγαλύτερο μερίδιο ευθύνης να αφορά το πλουσιότερο 10% του πληθυσμού να εκπέμπει το 48% των παγκόσμιων ρύπων, ενώ το φτωχότερο 50% εκπέμπει μόλις το 12%. Η ακόλουθη εικόνα από έρευνα του καθηγητή Γιάννη Μανιάτη, δημοσιευμένη πρόσφατα στην Καθημερινή είναι χαρακτηριστική!


Συμπεράσματα

  • Οι αντιλήψεις για την οικονομική ανισότητα διαδραματίζουν σημαντικό ρόλο στα κίνητρα, τις πεποιθήσεις και τις συμπεριφορές των ατόμων, αλλά και στον τρόπο που αλληλεπιδρούν μεταξύ τους.
  • Συνολικά, τα ευρήματα τόσο στο πείραμα Monopoly από τον Paul Piff, αλλά και σε μια εκτεταμένη σειρά ερευνών κοινωνικής ψυχολογίας δίνουν σημαντικά στοιχεία τόσο για την κατανόηση των γνωστικών προκαταλήψεων και στερεοτύπων που καθορίζουν τον τρόπο που αντιλαμβανόμαστε το status & την οικονομική επιτυχία, όσο και την κατανόηση των δυναμικών που εξουσία & ανισότητες επιφέρουν στην κοινωνία.
  • Παρότι ουσιαστικά, τα προαναφερόμενα ευρήματα δεν είναι προφανώς οριστικά και η έρευνα στο πεδίο έχει μπροστά της πολύ μέλλον. Είναι όμως ενθαρρυντικό ότι τις τελευταίες δεκαετίες σημειώνεται ιδιαίτερη αύξηση στην ενασχόληση των κοινωνικών ψυχολόγων με το μείζον ζήτημα των ανισοτήτων (όπως φαίνεται και στην εικόνα παρακάτω).
  • Η έρευνα κοινωνικής ψυχολογίας μπορεί να ενημερώσει τους υπεύθυνους χάραξης πολιτικής και τους επαγγελματίες για το πώς να σχεδιάσουν προγράμματα και πολιτικές μείωσης διακρίσεων και ανισοτήτων, προάγοντας την κοινωνική συνοχή.
αναδημοσιεύεται με άδεια από το δημιουργό από semantic scholar

Είναι ουτοπία ένας πιο δίκαιος κόσμος; Καθώς οι ανισότητες ανάμεσα σε «έχοντες» και «μη έχοντες» αυξάνονται σε όλο τον κόσμο, η έρευνα για την ανισότητα και την τάξη δεν είναι μόνο επιστημονικό θέμα αλλά και βαθιάς κοινωνικής σημασίας.


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής


Πηγές

Το περιεχόμενο του άρθρου έχει διαμορφωθεί κατά κύριο λόγο με βάση το εκτενές κεφάλαιο Unpacking the Inequality Paradox: The Psychological Roots of Inequality and Social Class στο Advances in Experimental Social Psychology των ερευνητών ψυχολόγων με ιδιαίτερη ενασχόληση με το αντικείμενο των ανισοτήτων Paul Piff , Michael Kraus, Dacher Keltner.

Επιπλέον των συνδέσμων εντός του κειμένου και :

The social psychology of economic inequality 2021

The psychology of economic inequality and social class 2022

ΑπάντησηCancel reply

Ζητήστε ραντεβού
Exit mobile version