Διαταραχή Επεισοδιακής Υπερφαγίας (Binge Eating Disorder)

Τι είναι η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας

Η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας είναι μια διατροφική διαταραχή που χαρακτηρίζεται από επανειλημμένα επεισόδια υπερκατανάλωσης φαγητού με συχνότητα που μπορεί να φτάσει την κάθε μέρα. Μπορεί να θυμίσει μια παρόμοια πιο διαδεδομένη στο γενικό πληθυσμό συμπεριφορά, που αφορά την τακτική «επιδρομή» στο ψυγείο σε άσχετες ώρες, ακόμη και μετά από αφύπνιση τη νύχτα και κατανάλωση διαφόρων ειδών φαγητού κυρίως γλυκών. Το που είναι τα όρια του φυσιολογικού και που ξεκινάει μια κατάσταση που δημιουργεί ποικίλα προβλήματα είναι ένα θέμα που προσπαθεί το DSM V (αμερικανικό ψυχιατρικό διαγνωστικό εγχειρίδιο) να ορίσει μέσω των παρακάτω κριτηρίων :

Επεισοδιακή υπερφαγία συμπτώματα

Επανειλημμένα επεισόδια πρόσληψης τροφής με συχνότητα τουλάχιστον 1 φορά την εβδομάδα για τουλάχιστον 3 μήνες που χαρακτηρίζονται από τα εξής:

  • Πρόσληψη υπερβολικά περισσότερης τροφής από αυτή που το μέσο άτομο θα προσελάμβανε σε ένα μικρό χρονικό διάστημα και πάντως όχι μεγαλύτερο από 2 ώρες.
  • Αίσθηση απώλειας ελέγχου κατά το επεισόδιο υπερφαγίας π.χ. αδυναμία διακοπής της κατανάλωσης φαγητού ή αδυναμία ελέγχου της ποσότητάς του.

Επιπλέον άλλα χαρακτηριστικά του παθολογικού αυτού τρόπου πρόσληψης τροφής μπορεί να είναι :

  • Ταχύτατη κατανάλωση = «Δε σε προλαβαίνω βρε παιδάκι μου»
  • Κατανάλωση μέχρι στομαχικής δυσφορίας = «Έσκασα στο φαί»
  • Υπερκατανάλωση φαγητού ακόμα και όταν δεν υπάρχει αίσθημα πείνας = «Δεν έχεις τι να κάνεις και τρως εσύ;»
  • Κατανάλωση όταν το άτομο είναι μόνο του λόγω ντροπής = «Που πας και χάνεσαι κάθε απόγευμα μπορείς να μου εξηγήσεις;»
  • Αίσθημα αηδίας, ενοχής, ντροπής, θλίψης μετά την κρίση υπερφαγίας = «Είμαστε down ή μου φαίνεται;»

Αίτια

Το περιοριστικό μοντέλο είναι μία από τις πρώτες και ακόμη ισχύουσες θεωρήσεις της υπερφαγίας, ως προερχόμενη από ανησυχίες για το σχήμα και το βάρος, που οδηγούν σε περιορισμό της διατροφής, στη συνέχεια σε επεισοδιακη υπερφαγια, και σταδιακά σε ένα συνεχή φαύλο κύκλο. Στον κύκλο αυτόν προστίθενται σταδιακά και άλλα συναισθήματα όπως άγχος, ενοχή, αίσθημα ταπείνωσης, ντροπή, ανάγκη για μυστικότητα και απομόνωση.

Ακόμη, η υπερφαγική συμπεριφορά υφίσταται συχνά ως προσπάθεια αντιρρόπησης του άγχους, αλλά επίσης και ως τρόπος άντλησης ευχαρίστησης (ενίσχυση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο).

Σε αρκετές περιπτώσεις χρησιμοποιείται ως μηχανισμός αντιμετώπισης των αρνητικών συναισθηματικών επιπτώσεων που δημιουργούνται από την κακή διαπροσωπική κοινωνική λειτουργία.

  • Στις περισσότερες περιπτώσεις λοιπόν πρόκειται για συναισθηματική υπερφαγία, στην οποία στόχος είναι η ανακούφιση από αρνητικά συναισθήματα, η αποφυγή τους ή η επαναλαμβανόμενη πρόκληση ενός θετικού συναισθήματος όπως είναι η ευχαρίστηση. Κάποτε μπορεί να αποκτά ψυχαναγκαστικό χαρακτήρα.

Νυχτερινη υπερφαγια

Η νυχτερική υπερφαγία χαρακτηρίζεται από επαναλαμβανόμενα επεισόδια νυχτερινού φαγητού, τα οποία περιγράφονται είτε ως υπερβολική κατανάλωση φαγητού το βράδυ (μετά το δείπνο, δηλ. βραδινή υπερφαγία) είτε ως φαγητό μετά την αφύπνιση από τον ύπνο (δηλαδή, νυχτερινές καταναλώσεις). Χαρακτηρίζεται επίσης από τουλάχιστον τρία από τα ακόλουθα συμπτώματα:

  • πρωινή ανορεξία,
  • παρουσία έντονης επιθυμίας για φαγητό μεταξύ δείπνου και ύπνου ή/και στην αφύπνιση κατά τη διάρκεια της νύχτας,
  • αϋπνία έναρξης ή συντήρησης,
  • συχνά καταθλιπτική διάθεση ή επιδείνωση της διάθεσης το βράδυ και
  • την πεποίθηση ότι δεν μπορεί κανείς να ξανακοιμηθεί χωρίς να φάει.

Συννοσηρότητα

Η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας (B.E.D.) συνήθως ξεκινά στην εφηβεία και την πρώιμη ενήλικη ζωή, χωρίς αυτό να αποτελεί κανόνα. Εμφανίζεται κυρίως στο γυναικείο πληθυσμό όπως και όλες οι διαταραχές διατροφής και έχει τη μεγαλύτερη επίπτωση στις δυτικές κοινωνίες όπως Αμερική, Καναδάς και Δυτική Ευρώπη. Ενίοτε αποτελεί πρόδρομο στάδιο της εμφάνισης σοβαρότερης διαταραχής όπως η ψυχογενής βουλιμία και η ψυχογενής ανορεξία.

Αν και έχει ομοιότητες με την ψυχογενή βουλιμία διαφέρει από αυτήν στο πυρηνικό χαρακτηριστικό των συμπεριφορών αντιρρόπησης της υπερφαγίας (έμετος, καθαρτικά κ.α.), όπως και στο ότι δεν υπάρχει διαιτητικός περιορισμός στην επιλογή του φαγητού.

Επεισοδιακή υπερφαγία μπορεί να εμφανιστεί ως συνοδό σύμπτωμα άλλης διαταραχής όπως η διπολική, η κατάθλιψη και οι αγχώδεις διαταραχές. Επίσης λόγω του παρορμητικού τρόπου κατανάλωσης τροφής μπορεί να αποτελεί μέρος μιας διαταραχής των παρορμήσεων (π.χ. διαλείπουσα εκρηκτική διαταραχή) ή της οριακής διαταραχής προσωπικότητας.

Εκτός από τις ψυχιατρικές, η B.E.D. συνδέεται ανεξάρτητα με αυξημένο κίνδυνο χρόνιων παθήσεων, συμπεριλαμβανομένων του χρόνιου διαβήτη, της υπέρτασης, του πόνου στην πλάτη/αυχένα, χρόνιους πονοκεφάλους και άλλους τύπους χρόνιου πόνου.

Συσχέτιση με παχυσαρκία

Σύμφωνα με μελέτες, η συσχέτιση με παχυσαρκία είναι ισχυρή και τα άτομα με επεισοδιακή υπερφαγία εκτιμάται ότι έχουν 3-6 φορές περισσότερες πιθανότητες να είναι παχύσαρκοι από άτομα χωρίς διατροφική διαταραχή. Η B.E.D. σχετίζεται επίσης με πρώιμη εμφάνιση υπερβολικού βάρους και ιστορικό παχυσαρκίας (30% παιδικής παχυσαρκίας).

Μεταξύ των ασθενών με παχυσαρκια και μεταβολικό σύνδρομο που έχουν περάσει βαριατρικό χειρουργείο ο επιπολασμός είναι πολύ υψηλότερος. Τα ποσοστά εκείνων που αναζητούν βαριατρική χειρουργική επέμβαση που πληρούν την κλινική διάγνωση για BED κυμαίνονται από 4,2% έως 47%, ανάλογα τη μελέτη.


Υπερφαγια αντιμετώπιση

Δυστυχώς, πολλοί άνθρωποι με αυτή τη διαταραχή είτε δεν γνωρίζουν ότι έχουν μια ιδιαίτερη ψυχολογική πάθηση είτε ντρέπονται πολύ να ζητήσουν βοήθεια. Τα άτομα που ντρέπονται μπορεί να υποφέρουν από στίγμα για το βάρος τους (body shaming), που επιδεινώνεται από το στίγμα της διατροφικής διαταραχής. Υπό αυτές τις συνθήκες, δεν είναι δύσκολο να φανταστεί κανείς ότι η λήψη βοήθειας μπορεί να είναι μια παραλυτική προοπτική.

Τα άτομα που παρουσιάζουν τη διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας είναι συνήθως φυσιολογικού βάρους ή υπέρβαρα. Η λειτουργικότητά τους πλήττεται εν μέρει στο επίπεδο της κοινωνικής ζωής-κοινωνικότητας, αλλά και λόγω προβλημάτων υγείας απόρροιας της παχυσαρκίας. Τα άτομα στη συντριπτική πλειοψηφία τους αναγνωρίζουν τα συνεχή υπερφαγικά επεισόδια ως πρόβλημα και βιώνουν χαμηλή αυτοπεποίθηση, έντονο άγχος και στενοχώρια γι’ αυτό.

Παρ’ όλ΄ αυτά δε σημαίνει ότι γνωρίζουν ότι πρόκειται για πρόβλημα που εμπίπτει στις δυνατότητες του ειδικού ψυχιάτρου ή ψυχολόγου για την αντιμετώπισή του. Έτσι συνήθως απευθύνονται σε ιατρούς άλλων ειδικοτήτων σπαταλώντας χρόνο, χρήμα και ενέργεια. Μπορεί να υποβαθμίζουν την κατάστασή τους ως μια «κακή συνήθεια» που τελείται προς «εκτόνωση» τους από προβλήματά σε τομείς όπως διαπροσωπικές σχέσεις και εργασία.

  • Θα πρέπει να πούμε ότι η συναισθηματική υπερφαγία δεν αντιμετωπίζεται κατάλληλα με δίαιτες, αλλά χρειάζεται ψυχιατρική-ψυχολογική πρωτίστως αντιμετώπιση.

Έτσι, θα πρέπει να γνωρίζουμε πως η εφαρμογή μεθόδων ψυχοθεραπείας οπως η cbt, η IPT (διαπροσωπική ψυχοθεραπεία), η ψυχοεκπαίδευση, η συμβουλευτική επικουρικά και άλλες παρουσιάζουν σημαντικά ποσοστά επιτυχημένης αντιμετώπισης. Συχνά χρησιμοποιούνται αντικαταθλιπτικά φάρμακα στην προσέγγιση της επεισοδιακής υπερφαγιας, τα οποία βελτιώνουν το συνοδό άγχος και καταθλιπτικές εκδηλώσεις, ενώ ορισμένα όπως η φλουοξετίνη μπορεί να επιδράσουν και στη μείωση της όρεξης. Τέλος ενίοτε και η φωτοθεραπεία μπορεί έμμεσα να προσφέρει αποτέλεσμα, ειδικότερα στη νυχτερινή υπερφαγία (νυχτερινά επεισόδια υπερφαγίας), μέσω αντικαταθλιπτικής δράσης και βελτίωσης του ύπνου.


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής