Ενοχή και ντροπή

ενοχη ντροπη

Ενοχή και ντροπή – ορισμοί

Η ντροπή και η ενοχή είναι δύο αρνητικά συναισθήματα που ο καθένας θα βιώσει συνειδητά ή ασυνείδητα πολλές φορές καθ’ ‘όλη τη διάρκεια της ζωής του. Σε φυσιολογικά επίπεδα, συνηθισμένα γεγονότα όπως η αμέλεια μιας υποχρέωσης, η απογοήτευση ενός αγαπημένου προσώπου θα προκαλέσουν μια ελαφριά ντροπή ή «τσιμπήματα» ενοχής (pangs of guilt) που θα ατονήσουν σύντομα ή θα εξαφανιστούν μέσω μιας επανορθωτικής ενέργειας. Όταν όμως βιώνονται σε υψηλή ένταση και χρονιότητα, μπορούν να λάβουν νοσηρή χροιά, επιβαρύνοντας την ψυχική μας υγεία και με αρνητικές συνέπειες στην κοινωνική μας ζωή.

Η ενοχή ορίζεται ως ένα δυσάρεστο, επώδυνο συναίσθημα που εκλύεται όταν έχουμε βλάψει ή νομίζουμε ότι έχουμε βλάψει κάποιον και συνοδεύεται από ιδέες ότι θα έπρεπε να έχουμε σκεφτεί, νιώσει ή πράξει διαφορετικά.

Η ντροπή περιγράφεται ως ένα έντονα δυσάρεστο συναίσθημα που σχετίζεται με την αρνητική αξιολόγηση του εαυτού και της προσωπικότητάς μας σε έναν ή περισσότερους τομείς.


Ενοχή & ντροπή – ομοιότητες και διαφορές

Είναι σημαντικό να σημειωθεί η διάκριση της ενοχής από την ντροπή ως συναισθήματα καθώς συχνά συγχέονται μεταξύ τους. Φαίνεται ότι υπάρχουν κοινά αιτιολογικά ερεθίσματα για τα δυο συναισθήματα, ενώ συχνά το ένα ακολουθεί το άλλο. Ποιοτικά μοιάζουν και όσον αφορά τη συναισθηματική δυσφορία, αλλά και ως προς το αρνητικό αξιολογητικό στοιχείο που εμπεριέχουν.

Η ντροπή δεν αφορά υποχρεωτικά βλάβη προς τρίτους, αλλά μια εκτιμώμενη προσωπική αποτυχία/αδυναμία επίτευξης ιδανικών, στόχων, συμπεριφορών και μάλιστα συχνά με έναν άκαμπτο απόλυτο τρόπο (τελειομανία). Υπό αυτή την έννοια η ενοχή θεωρείται ένα πιο ήπιο συναίσθημα από την ντροπή. Υπάρχουν και άλλες διαφορές, όπως για παράδειγμα η ποιότητα της αίσθησης (συρρίκνωση, αναξιότητα για την ντροπή, πίεση για την ενοχή) και η συμπεριφορά απάντησης (φυγή, κρύψιμο για την ντροπή, απολογία, επανόρθωση για την ενοχή).

Και τα δύο συναισθήματα είναι self-conscious emotions, όρος που αποδίδεται εν μέρει ως συναισθήματα αυτό-συνείδησης ή συνείδησης του εαυτού. Επιπλέον πολλές φορές αναπτύσσονται από τις πεποιθήσεις μας για το πως πρέπει να είμαστε, τι είναι σωστό και λάθος, ηθικό και ανήθικο. Γι’ αυτό χαρακτηρίζονται ως ηθικά συναισθήματα, αλλά και κοινωνικά συναισθήματα (moral emotions, social emotions), καθώς αναπτύσσονται στο πλαίσιο της διαπροσωπικής επαφής.

Τα ηθικά και κοινωνικά συναισθήματα σχετίζονται με τα συμφέροντα και την ευημερία του ατόμου ή της κοινωνίας. Προωθούν την ενσυναίσθηση και γενικά είναι κομβικά για την προώθηση κοινωνικά αποδεκτών συμπεριφορών και την αναστολή κοινωνικά απαράδεκτων ενεργειών. Όταν παραβιάζουμε κάποιους ηθικούς κανόνες νιώθουμε υπεύθυνοι για τις πράξεις μας και προσπαθούμε να διορθώσουμε την αδικία που έχουμε διαπράξει.

Μια μελέτη εξέτασε τον κοινωνικό ρόλο των ενοχών σε ηθικές συγκρίσεις (Zhang et al., 2017). Οι ερευνητές διαπίστωσαν ότι όταν οι άνθρωποι ενθαρρύνθηκαν να σκεφτούν στιγμές που κάποιος ήταν πιο ηθικός από αυτούς στην καθημερινή τους ζωή (για παράδειγμα, εάν κάποιος είχε εγκαταλείψει τη θέση του λεωφορείου για ένα ηλικιωμένο άτομο όταν ο συμμετέχων δεν είχε), ένιωθαν ένοχοι.

Ωστόσο, διαπίστωσαν ότι αυτή η ενοχή έπαιξε έναν κοινωνικό ρόλο, καθώς ενθάρρυνε τον συμμετέχοντα να ενεργήσει πιο ηθικά στο μέλλον. Αυτά τα ευρήματα δείχνουν τον κοινωνικό ρόλο που παίζει το ενοχικό συναίσθημα στην καθημερινή ζωή των ανθρώπων και πως τους οδηγεί να δώσουν μεγαλύτερη προσοχή στις κοινωνικές, επανορθωτικές  πράξεις που καταλήγουν σε καλύτερες κοινωνικές συμπεριφορές.


Η ντροπή, από την άλλη πλευρά, εστιάζει στο τι είναι λάθος με τον εαυτό μας. Έτσι, μας οδηγεί να αισθανόμαστε άσχημα όχι μόνο για τις πράξεις μας, αλλά και για το ποιοι είμαστε σαν άνθρωποι. Στην πραγματικότητα, μας οδηγεί σε αποστασιοποίηση από τις κοινωνικές καταστάσεις  και ενισχύει την αντικοινωνική συμπεριφορά, με αποτέλεσμα να αποφεύγουμε και να αγνοούμε την οποιαδήποτε σύγκρουση, αντί να ψάχνουμε λύσεις να την εξομαλύνουμε.

Μια μετα-ανάλυση διαπίστωσε ότι η επικρατούσα άποψη ότι η ντροπή είναι πάντα αντικοινωνική και οδηγεί στην αποφυγή είναι ατελής (Leach & Cidam, 2015). Αυτή η μετα-ανάλυση αποκάλυψε ότι σε ορισμένες περιπτώσεις όπου η ζημιά που έχει γίνει φαίνεται ανεπανόρθωτη, η ενοχή και η ντροπή κάνουν ένα άτομο να αισθάνεται άσχημα, αλλά η πρώτη συνήθως παρακινεί περισσότερο το άτομο να διορθώσει τη ζημιά σε σχέση με τη δεύτερη που συνήθως οδηγεί σε αποφυγή της ζημιάς και απομάκρυνση του ατόμου που την προκάλεσε.


Πώς εκδηλώνονται

Η ντροπή και η ενοχή μπορεί να προκαλέσουν στο άτομο αρνητικά ανεπιθύμητα συναισθήματα όπως: θυμό προς τον εαυτό αλλά και προς τους άλλους, μίσος για τον εαυτό, ανησυχία, φόβο και θλίψη. Η ντροπή οδηγεί πιο συχνά σε αρνητικές συμπεριφορές σε αντίθεση με το ενοχικό συναίσθημα που μπορεί να έχει ως αποτέλεσμα και θετικές αλλαγές στο τρόπο με τον οποίο δρα κάποιος.

Στην παθολογική τους έκφανση, παρ’όλο που είναι αρκετές φορές δύσκολο να το αντιληφθεί το άτομο, μπορεί να πυροδοτήσουν καταστροφικές συμπεριφορές ή άλλα επώδυνα συναισθήματα. Μεταξύ αυτών μπορούν να διακριθούν τα εξής:

  • Κατάχρηση ουσιών
  • Διατροφικές διαταραχές 
  • Δυσκολία στη σύναψη και διατήρηση φιλικών ή ρομαντικών σχέσεων
  • Δυσκολία στο να είναι απόλυτα ειλικρινείς μέσα στις διαπροσωπικές τους σχέσεις
  • Αισθήματα απομόνωσης και μοναχικότητας
  • Σωματικά συμπτώματα
  • Διαταραχές ύπνου
  • Πόνος ή άλλες διαταραχές στο στομάχι, ναυτία, προβλήματα πέψης
  • Μυϊκή ένταση
  • Κλάμα
  • Πονοκέφαλοι

Το βίωμα της ενοχής σε παθολογική βαρύτητα συναντάται ως διαγνωστικό σύμπτωμα κυρίως σε δύο ψυχικές διαταραχές, την μείζονα κατάθλιψη και διαταραχή μετατραυματικού στρες.

Οι σχετικές έρευνες αποκαλύπτουν ότι η παθολογική ενοχή είναι κοινό εύρημα σε σημαντικό ποσοστό των πασχόντων από τραύμα ποικίλης αιτιολογίας. Τυπικά πυροδοτικά γεγονότα αποτελούν ο πόλεμος, η σωματική και σεξουαλική κακοποίηση, φυσικές καταστροφές και συγγενική σχέση με θανόντες από ατύχημα, ξαφνική σοβαρή ασθένεια, ανθρωποκτονία και αυτοκτονία.

Χαρακτηριστικό παράδειγμα είναι η «ενοχή του επιζώντα» (survivor’s guilt), η οποία αναφέρεται καταρχήν στο ενοχικό συναίσθημα που βιώνουν άνθρωποι που έχουν επιζήσει από τραυματικά γεγονότα ή ζουν ενώ κάποιοι άλλοι (συνήθως οικείοι) έχουν πεθάνει.

Συχνά μόνο η σκέψη αρκεί για να πυροδοτήσει ενοχικά συναισθήματα, φαινόμενο σύνηθες στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή και σχετικό με τη πεποίθηση «σύντηξη σκέψης/πράξης».

Από την άλλη πλευρά υπερβολικό αίσθημα ντροπής συνήθως βιώνει το άτομο με υψηλό κοινωνικό άγχος που φτάνει στην διαταραχή της κοινωνικής φοβίας.

Έντονο αίσθημα ντροπής πυροδοτείται επίσης ως συνέπεια εκφοβισμού (bullying) και στιγματιστικής συμπεριφοράς.

Είναι διαπιστωμένο γεγονός ότι οι ενοχές δε συμβαίνουν αυτονόητα με τον ίδιο τρόπο και συχνότητα σε όλους τους ανθρώπους. Έτσι, έχει αναγνωριστεί ως χαρακτηριστικό προσωπικότητας η τάση να νιώθει το άτομο συχνότερα ή/και σε μεγαλύτερη ένταση ενοχή (guilt proneness) και ακόμη περισσότερο να προκαταβάλλει ότι θα τη νιώσει.

Επιπλέον η αντίθετη τάση, δηλαδή η απουσία ανάδυσης ενοχής παρόλο που οι πράξεις θα το δικαιολογούσαν. είναι ευρύτερα γνωστή ως χαρακτηριστικό της αντικοινωνικής/ψυχοπαθητικής προσωπικότητας.

Ένας από τους βασικότερους λόγους για τους οποίους ένα άτομο κατακλύζεται από αυτά τα συναισθήματα είναι η ανασφάλεια και η χαμηλή αυτοεκτίμηση και αυτοπεποίθηση. Ένα ενοχικό άτομο ή ένα άτομο που νιώθει ντροπή συνεχώς, έχει συνήθως και υπερβολικές προσδοκίες από τον εαυτό του και πιστεύει ότι πρέπει να κάνει τα πάντα σωστά και να ικανοποιεί τις απαιτήσεις των άλλων. Συνήθως κατηγορεί τον εαυτό του για τυχόν λάθη που προκύπτουν, ακόμη και αν δεν είναι ο υπαίτιος. Πολλές φορές, ενώ πιστεύουν ότι πρέπει να κάνουν τα πάντα τέλεια, ταυτόχρονα δεν πιστεύουν ότι μπορούν να τα καταφέρουν. Αυτό έχει ως αποτέλεσμα να προσπαθούν υπερβολικά και να πιέζουν τον εαυτό τους, πράγμα που μπορεί να τους εξαντλήσει και συναισθηματικά.


Πώς να διαχειριστείτε την ενοχή και τη ντροπή

Πολλά άτομα καταφεύγουν σε μη υγιείς μηχανισμούς άμυνας για να αντιμετωπίσουν ή να διαχειριστούν τα δύο αυτά συναισθήματα. Μπορεί να οδηγηθούν στην κατάχρηση ουσιών ή αλκοόλ, τον αυτοτραυματισμό ή να εμφανίσουν διατροφικές διαταραχές. Αυτές οι μέθοδοι, αν και μπορεί να προσφέρουν προσωρινή ανακούφιση, δεν οδηγούν στην αντιμετώπιση και δεν βοηθούν στο να θεραπεύσουν πραγματικά το άτομο. Αντιθέτως, μπορεί να προκαλέσουν μεγαλύτερη βλάβη.

Για αυτό, είναι σημαντικό, για τα άτομα και τις σχέσεις τους, τα συναισθήματα αυτά να αντιμετωπίζονται με υγιείς τρόπους που θα έχουν μακροπρόθεσμα αποτελέσματα. Πρωταρχικά βήματα είναι η αναγνώριση και η αποδοχή των συναισθημάτων από το άτομο. Έπειτα, είναι χρήσιμο να τα εξωτερικεύσει και να συζητήσει για αυτά, καθώς η απόκρυψη τους τα ενισχύει ακόμη περισσότερο.

Ο καλύτερος τρόπος για να διορθώσετε τα αισθήματα ντροπής ή ενοχής είναι να διορθώσετε το λάθος που έχει οδηγήσει σε αυτά. Αυτό μπορεί να σημαίνει απλώς να ζητήσουμε συγγνώμη για μία παράβαση, να αντικαταστήσουμε κάτι που έχει σπάσει ή να επιδιορθώσουμε με άλλο τρόπο τη ζημιά που προκαλέσαμε.

Καμία ποσότητα ενοχής δεν μπορεί να αλλάξει το παρελθόν και καμία ποσότητα ανησυχίας δεν μπορεί να αλλάξει το μέλλον.

Ωστόσο, κάποιος μπορεί να αισθανθεί ντροπιαστικά και ενοχικά μετά τη συγγνώμη. Η αίσθηση αυτή υποχωρεί συχνά μέσω της αυτο-συγχώρεσης, ειδικά όταν κάποιος δεν λαμβάνει συγχώρεση από το άτομο που έχει αδικήσει. Επομένως, είναι σημαντική η αναγνώριση και η αποδοχή των συναισθημάτων από το άτομο, όπως και η εξωτερίκευσή τους και η συζήτηση γύρω από αυτά, καθώς η απόκρυψη τους τα ενισχύει ακόμη περισσότερο.

Είναι μάλλον ασύνηθες να προσέλθει κάποιος για ψυχοθεραπεία με κύριο αίτημα την ανακούφιση από υπερβολικές ενοχές. Όμως όταν το συναίσθημα αυτό είναι τόσο έντονα και τοξικά για την ψυχική υγεία, ώστε να επιβαρύνεται η καθημερινότητα του ατόμου, είναι χρήσιμο να αναζητήσει βοήθεια από κάποιον ειδικό. Μέσω της ψυχοθεραπείας, το άτομο θα αντιμετωπίσει τα συναισθήματα που το βαραίνουν μες υγιείς τρόπους, βρίσκοντας τη λύση του προβλήματος, ώστε να μπορέσει να βελτιώσει την ποιότητα ζωής του.


Συγγραφή : Παρλιάρου Φρατζέσκα, Μερτζάνη Έφη, Ψυχολόγοι

Συγγραφή και επιμέλεια : Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής


Βιβλιογραφία

Tangney, J. P., & Dearing, R. L. (2002). Shame and guilt. New York: Guilford Press.

Ausubel, D.P. (1955). Relationships Between Shame and Guilt in the Socializing Process. Psychological Review, 62(5), 378-390.

Leach, C.W., Cidam, A. (2015). When Is Shame Linked to Constructive Approach Orientation? A Meta-Analysis. Journal of Personality and Social Psychology, 109(6), 983-1002.

Tignor, S.M., Colvin, C.R. (2017). The Interpersonal Adaptiveness of Dispositional Guilt and Shame: A Meta-Analytic Investigation. Journal of Personality, 85(3), 341-363.

Zhang, H.Y., Chen, S.S., Wang, R., Jiang, J., Xu, Y., Zhao, H.H. (2017). How Upward Moral Comparison Influences Prosocial Behavioral Intention: Examining the Mediating Role of Guilt and the Moderating Role of Moral Identity. Frontiers in Psychology, 8(1), 1554.

Ετικέτες:συναίσθημα

Απάντηση