Skip to content

Επιγενετική : γονίδια & περιβάλλον σημειώσατε χ

εγκεφαλος

Τι είναι η επιγενετική

Η επιγενετική είναι η μελέτη του τρόπου με τον οποίο το περιβάλλον και η συμπεριφορά μπορούν να προκαλέσουν αλλαγές στη λειτουργία των γονιδίων σας. Σε αντίθεση με τις γενετικές αλλαγές, οι επιγενετικές αλλαγές μπορεί να είναι αναστρέψιμες και δεν αλλάζουν το DNA μας, αλλά μπορούν να αλλάξουν τον τρόπο με τον οποίο το σώμα μας διαβάζει μια ακολουθία DNA.

Επιστημονικές έρευνες των τελευταίων δεκαετιών δείχνουν ότι οι περιβαλλοντικές επιρροές μπορούν πραγματικά να επηρεάσουν το αν και πώς εκφράζονται τα γονίδια. Στην πραγματικότητα, οι επιστήμονες ανακάλυψαν ότι οι πρώιμες εμπειρίες μπορούν να καθορίσουν πώς ενεργοποιούνται και απενεργοποιούνται τα γονίδια και ακόμη και αν κάποια εκφράζονται καθόλου. Έτσι, η παλιά αντίληψη ότι από μόνα τους τα γονίδια καθορίζουν την ανάπτυξη έχουν διαψευσθεί. Το δίλημμα γονίδια ή περιβάλλον είναι πλέον άτοπο – είναι σχεδόν πάντα και τα δύο.

Κατά την ανάπτυξη, το DNA που αποτελεί τα γονίδιά μας συσσωρεύει χημικά σημάδια που καθορίζουν πόσο πολύ ή λίγο από τα γονίδια εκφράζονται. Αυτή η συλλογή χημικών σημάτων είναι γνωστή ως «επιγονιδίωμα». Οι διαφορετικές εμπειρίες που έχουν τα παιδιά αναδιατάσσουν αυτά τα χημικά σημάδια και αυτό συνιστά επί της ουσίας την επιγενετικη.

Κάθε είδους περιβαλλοντική αλλαγή (θετική είτε αρνητική) που επιδρώντας στο DNA και άρα στη σύνθεση πρωτεινών, μπορεί δυνητικά να συμβάλλει στην εκδήλωση φαινοτυπικών αλλαγών στο άτομο αποτελεί μια επιγενετική επίδραση.

Αυτό εξηγεί γιατί τα γενετικά πανομοιότυπα δίδυμα μπορούν να επιδείξουν διαφορετικές συμπεριφορές, δεξιότητες, υγεία και εξέλιξη.

Τι αλλαγές φέρνει η επιγενετικη στην επιστημονική αντίληψη

Μέχρι πρόσφατα, οι επιρροές των γονιδίων θεωρούνταν σταθερές και απαράλλαχτες και οι επιπτώσεις των εμπειριών και του περιβάλλοντος των ατόμων στην αρχιτεκτονική του εγκεφάλου και στα μακροπρόθεσμα αποτελέσματα σωματικής και ψυχικής υγείας παρέμεναν μυστήριο. Αυτή η έλλειψη κατανόησης οδήγησε σε πολλά παραπλανητικά συμπεράσματα σχετικά με τον βαθμό στον οποίο οι αρνητικοί και θετικοί περιβαλλοντικοί παράγοντες και εμπειρίες μπορούν να επηρεάσουν το αναπτυσσόμενο έμβρυο και το μικρό παιδί. Οι παρακάτω παρανοήσεις είναι ιδιαίτερα σημαντικές για να ξεκαθαρίσουμε.

  • Σε αντίθεση με τη δημοφιλή πεποίθηση, τα γονίδια που κληρονομούνται από τους γονείς δεν καθορίζουν αποκλειστικά και μόνιμα τη μελλοντική ανάπτυξη του παιδιού. Οι αλληλουχίες DNA σίγουρα επηρεάζουν τον τρόπο με τον οποίο εκφράζονται τα γονίδια και πώς θα λειτουργήσουν οι πρωτεΐνες που κωδικοποιούνται από αυτά τα γονίδια. Αλλά αυτό είναι μόνο ένα μέρος της ιστορίας – το περιβάλλον στο οποίο αναπτύσσεται κανείς, πριν και αμέσως μετά τη γέννηση, παρέχει ερεθίσματα που τροποποιούν χημικά ορισμένα γονίδια τα οποία, με τη σειρά τους, καθορίζουν πόσο και πότε εκφράζονται. Έτσι, ενώ οι γενετικοί παράγοντες ασκούν ισχυρές επιρροές, οι περιβαλλοντικοί παράγοντες έχουν επίσης τη δυνατότητα να αλλάζουν τα γονίδια που κληρονομήθηκαν.
  • Αν και συχνά παρεξηγούνται, οι δυσμενείς εμπειρίες του εμβρύου και της πρώιμης παιδικής ηλικίας μπορούν – και οδηγούν – σε φυσικές και χημικές αλλαγές στον εγκέφαλο που μπορεί να διαρκέσουν μια ζωή. Οι βλαβερές εμπειρίες, όπως ο υποσιτισμός, η έκθεση σε χημικές τοξίνες ή φάρμακα και το υψηλό στρες πριν από τη γέννηση ή στην παιδική ηλικία δεν «ξεχνιούνται», αλλά ενσωματώνονται στην αρχιτεκτονική του αναπτυσσόμενου εγκεφάλου μέσω του επιγονιδιώματος. Οι «βιολογικές μνήμες» που σχετίζονται με αυτές τις επιγενετικές αλλαγές μπορούν να επηρεάσουν πολλαπλά συστήματα οργάνων και να αυξήσουν τον κίνδυνο όχι μόνο για κακή σωματική και ψυχική υγεία αλλά και για δυσκολίες στη μελλοντική μαθησιακή ικανότητα και συμπεριφορά.

Το επιγονιδίωμα μπορεί να επηρεαστεί από θετικές εμπειρίες, όπως υποστηρικτικές σχέσεις και ευκαιρίες για μάθηση, ή αρνητικές επιρροές, όπως περιβαλλοντικές τοξίνες ή στρεσσογόνες συνθήκες ζωής, που αφήνουν μια μοναδική επιγενετική «υπογραφή» στα γονίδια. Αυτές οι υπογραφές μπορεί να είναι προσωρινές ή μόνιμες.

Στην πράξη υπάρχουν διάφοροι τρόποι επιγενετικών αλλαγών όπως η μεθυλίωση DNA , τροποποίηση της ιστόνης, mRNA κ.α. Για παράδειγμα η μεθυλίωση του DNA είναι ένας τύπος επιγενετικής τροποποίησης που αφορά ενεργοποίηση ή απενεργοποίηση γονιδίων και που θα μπορούσε να εξηγήσει αλλαγές στη συμπεριφορά αλλά και ψυχικές διαταραχές που εμφανίζονται κατά τη μετάβαση από τη βρεφική ηλικία στην ενήλικη ζωή.

Ως προς τη θετική πλευρά της επιγενετικής επίδρασης, αυτό που έδειξε η έρευνα είναι ότι πραγματοποιούνται συγκεκριμένες επιγενετικές τροποποιήσεις στα εγκεφαλικά κύτταρα καθώς αναπτύσσονται γνωστικές δεξιότητες όπως η μάθηση και η μνήμη, και ότι η επαναλαμβανόμενη ενεργοποίηση εγκεφαλικών κυκλωμάτων αφιερωμένων στη μάθηση και τη μνήμη μέσω της αλληλεπίδρασης με τους ενήλικες, διευκολύνει αυτές τις θετικές επιγενετικές τροποποιήσεις. Γνωρίζουμε επίσης ότι η υγιής μητρική και εμβρυϊκή διατροφή, σε συνδυασμό με τη θετική κοινωνικο-συναισθηματική υποστήριξη των παιδιών μέσω του οικογενειακού και κοινοτικού τους περιβάλλοντος, μειώνει την πιθανότητα αρνητικών επιγενετικών τροποποιήσεων που αυξάνουν τον κίνδυνο μεταγενέστερων βλαβών της σωματικής και ψυχικής υγείας.

Η θεωρία του Γάλλου φυσιοδίφη και εξελικτικού βιολόγου Λαμάρκ (1744-1829) (βλέπε εικόνα) περί κληρονομικότητας των επίκτητων χαρακτηριστικών φαίνεται ότι βαίνει προς επιβεβαίωση 3 αιώνες περίπου μετά μέσω της επιγενετικής & γενετικής επιστήμης.


Μερικές επιγενετικές αλλαγές φαίνεται ότι κληρονομούνται στους απογόνους. Επιπλέον κάποιες φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες. Οι επιγενετικές διεργασίες μπορούν να οδηγήσουν σε διαγενεαλογικές (κληρονομικές) επιδράσεις χωρίς καμία μεταλλακτική αλλαγή στην αλληλουχία DNA.

Το πεδίο της έρευνας είναι τεράστιο, μακρύ και υποσχόμενο.

Επιγενετική και ψυχική διαταραχή

Προς απλοποίηση του νοήματος και προς εξειδίκευσή του στην ψυχική διαταραχή ας πούμε το εξής. Η επίδραση του περιβάλλοντος δύναται να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους. Ενας από αυτούς είναι το ψυχικό τραύμα, το οποίο ξέρουμε οτι δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά σε άτομα με κληρονομική προδιάθεση, αλλά διαμεσολαβείται μέσω μηχανισμών στρες. Άρα αυτό μπορεί να επιδρά στα γονίδια προκαλώντας επιγενετικές αλλαγές.

Με μια λέξη μπορούμε να συνοψίσουμε τι μπορεί να προκαλέσει ψυχικό τραύμα και αυτή είναι η βία.

Κάθε είδους βία και κακοποίηση που θα δεχτεί το άτομο σε οποιαδήποτε ηλικία και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εντός της οικογένειας, του σχολείου, της εργασίας, του κοινωνικού περίγυρου, της χώρας του που θα εκφραστεί κυρίως με

Η αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με τραύμα διαταραχών όπως οι αγχώδεις διαταραχές, η μετατραυματική διαταραχή στρες, η αντιδραστική κατάθλιψη, κάποιες διαταραχές προσωπικότητας κ.α. βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ψυχοθεραπεία. Πιο γενικά η ψυχοθεραπεία είναι καθιερωμένος τρόπος θεραπείας των ψυχικών διαταραχών με  αποτελεσματικότητα που ποικίλλει, αλλά πάντως υπαρκτή και αποδεδειγμένη, όπως π.χ. στη θεραπεία του άγχους και στη θεραπεία της κατάθλιψης.

Η επιγενετική έρχεται επίσης να προσφέρει μια πολύ πιθανή εξήγηση στο πώς διαμεσολαβείται το θεραπευτικό αποτέλεσμα στην ψυχοθεραπεία.


Ενδεικτικά παρατίθενται κάποιες σχετικές έρευνες


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Απάντηση Cancel reply

Ζητήστε ραντεβού
Exit mobile version