Παρορμητικότητα : προσωπικότητα & ψυχολογία

Παρορμητικότητα

Τι είναι η παρορμητικότητα

Η παρορμητικότητα είναι ένα πολύπλευρο χαρακτηριστικό προσωπικότητας που ορίζεται ως η «προδιάθεση» για άμεση αντίδραση σε ένα ερέθισμα χωρίς την ύπαρξη σχεδίου και με αδιαφορία για την ύπαρξη συνεπειών τόσο για το ίδιο το άτομο όσο και για τους άλλους.

Ένα άτομο μπορεί να έχει ως στοιχείο προσωπικότητας την παρορμητικότητα, χωρίς αυτή να θεωρείται δυσπροσαρμοστική. Ο βαθμός μάλιστα της παρορμητικότητας που θεωρείται παθολογικός είναι δύσκολο να εκτιμηθεί και συχνά υπάρχει διαφωνία ανάμεσα στους ειδικούς στη διάκριση της κοινωνικά αποδεκτής παρορμητικότητα από τη μη αποδεκτή, ενώ λαμβάνεται υπόψη η πολιτισμική προέλευση του ατόμου, καθώς και η ηλικία και το φύλο. Ωστόσο, αξίζει να σημειωθεί πως τα άτομα με παρορμητική προσωπικότητα συχνά φαίνεται να αντιμετωπίζουν δυσκολίες αναφορικά με τον έλεγχο των συναισθημάτων, το σχεδιασμό και τη συνέπεια σε προγράμματα.


Ψυχολογία της παρορμητικότητας

Το εννοιολογικό υπόβαθρο της παρορμητικότητας έχει διευρυνθεί τα τελευταία χρόνια ως αποτέλεσμα εξέλιξης της έρευνας στις νευροεπιστήμες. Μελέτες αναδεικνύουν 4 βασικές ξεχωριστές παραμέτρους στην έννοια της παρορμητικότητας που περιγράφονται παρακάτω.

Έλλειψη προσχεδιασμού (lack of premeditation)

Η έλλειψη προμελέτης είναι η πιο διαδεδομένη παράμετρος στην αντίληψη της παρορμητικότητας σήμερα και αναφέρεται στην αποτυχία σκέψης ή σχεδίου πριν την εκτέλεση μιας πράξης.

Αναζήτηση αίσθησης (sensation seeking)

Η αναζήτηση αίσθησης αναφέρεται στην αναζήτηση νέων συναρπαστικών εμπειριών (συχνά παρά το ρίσκο ή ακόμα και λόγω των πιθανών κινδύνων που σχετίζονται με αυτές τις ενέργειες). Μοιάζει με το πιο γνωστό ως κυνήγι αδρεναλίνης, χωρίς όμως αυτό να γίνεται προγραμματισμένα αλλά αυθόρμητα ως μέρος του τρόπου που ορισμένοι λειτουργούν. Η έκλυση αδρεναλίνης μπορεί να συχνά να προκαλεί απελευθέρωση ντοπαμίνης.

Έλλειψη επιμονής (lack of perseverance)

Η έλλειψη επιμονής αντικατοπτρίζει την αδυναμία του ατόμου να διατηρήσει την προσοχή ή την προσπάθεια κατά τη διάρκεια ενός έργου/μιας εργασίας που έχει αναλάβει.

Αίσθηση επείγοντος (urgency)

Η αίσθηση επείγοντος αναφέρεται στην τάση για απερίσκεπτες ενέργειες όντας υπό συναισθηματικά πλαίσια. Οι ενέργειες αυτές αργότερα μπορεί να προκαλέσουν ενοχή. Η παράμετρος αυτή χωρίζεται στην αρνητική και θετική πλευρά. Η negative urgency σχετίζεται με το στοιχείο του νευρωτισμού και προκύπτει ως αποτέλεσμα μιας έντονης αρνητικής συναισθηματικής αντίδρασης π.χ. η ανάγκη για τσιγάρο όταν νιώσουμε στρες. Η positive urgency έχει να κάνει με την τάση υπερβολικής συμπεριφορικής αντίδρασης σε θετικά συναισθήματα ή αλλιώς την επείγουσα απερίσκεπτη δράση υπό την προσδοκία ανταμοιβής. Η βασική θεωρία που εξηγεί το φαινόμενο είναι ένα πιθανό έλλειμμα σε μηχανισμούς αναστολής της απόκρισης σε ισχυρά ερεθίσματα.


Παρορμητικότητα και ψυχοπαθολογία

Αυξανόμενη είναι η βιβλιογραφία που τεκμηριώνει ότι η παρορμητικότητα είναι ένας διαγνωστικός παράγοντας κινδύνου για ψυχοπαθολογία. Αρκετές είναι οι ψυχικές διαταραχές που χαρακτηρίζονται από υψηλό βαθμό παρορμητικότητας. Ξεκινάμε την αναφορά με τις διαταραχές στις οποίες η υψηλή παρορμητικότητα είναι διαγνωστικό σύμπτωμα.

  • ΔΕΠΥ (διαταραχή ελλειμματικής προσοχής και υπερκινητικότητας)
  • Οριακή διαταραχή προσωπικότητας
  • Αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας
  • Διαλείπουσα Εκρηκτική Διαταραχή
  • Εναντιωματική Προκλητική Διαταραχή
  • Κλεπτομανία, πυρομανία

Η παρορμητικότητα είναι στοιχείο που ανευρίσκεται συχνά σε αρκετές άλλες διαταραχές

  • Διαταραχές πρόσληψης τροφής (ψυχογενής βουλιμία, επεισοδιακή υπερφαγία και ο παρορμητικός τύπος της ψυχογενούς ανορεξίας)
  • Διαταραχές κατάχρησης & εξάρτησης αλκοόλ και ουσιών
  • Εξάρτηση από τζόγο
  • Ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή : πιθανολογείται παρεμφερής παθογενετικός μηχανισμός ορισμένων ιδεοψυχαναγκαστικών συμπτωμάτων και παρορμητικότητας, στο έδαφος δυσλειτουργίας της σεροτονινεργικής νευροδιαβίβασης.
  • Τριχοτιλλομανία
  • Διπολική διαταραχή : Συνδέεται με το κριτήριο της άρσης αναστολών, της υπερβολικής σπατάλης χρημάτων και γενικά της καταφυγής σε απερίσκεπτες δραστηριότητες υψηλού ρίσκου.
  • Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά παρορμητικού τύπου συσχετίζεται, αποτελώντας σχετικό παράγοντα κινδύνου, με αυτοτραυματισμούς και απόπειρες αυτοκτονίας.

Διάκριση παρορμητικότητας από ψυχαναγκαστική παρόρμηση

Το compulsive στοιχείο της OCD δεν είναι το ίδιο με την παρορμητικότητα, αν και μοιάζει. Στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή η παρόρμηση αφορά την επανειλημμένη επιτέλεση ψυχαναγκασμών ώστε να προκύψει η συναισθηματική ανακούφιση. Συνήθως γίνεται με στερεοτυπικό τρόπο, με κανόνες και δεν υπάρχει η πλευρά της έλλειψης σχεδιασμού που όπως αναφέρθηκε πιο πάνω χαρακτηρίζει την παρορμητικότητα. Επιπλέον η διάσταση της ιδεοληψίας ως ανεξέλεγκτη εσωτερική παρόρμηση υπάρχει στο νοητικό και όχι στο συμπεριφορικό επίπεδο.

Οι παρορμήσεις συνιστούν ισχυρές παρωθήσεις τέλεσης ποικίλων κατηγοριών πράξεων ή εκδήλωσης ποικίλων τύπων συμπεριφοράς. Η παρώθηση απορροφά πλήρως την προσοχή του ατόμου και δημιουργείται έντονη συγκινησιακή φόρτιση, η οποία απελευθερώνεται με την επίδειξη της σύστοιχης της παρόρμησης συμπεριφοράς.

Από ορισμένους ερευνητές η παρορμητικότητα (impulsiveness) και η “ψυχαναγκαστικότητα” (compulsivity) θεωρούνται τα άκρα του ίδιου φάσματος (impulsive-compulsive spectrum). Στις ψυχαναγκαστικές διαταραχές η αίσθηση της απειλής είναι διογκωμένη, προκαλεί έντονη αρνητική συναισθηματική αντίδραση και η παρόρμηση για αποτροπή φαίνεται να σχετίζεται με το negative urgency που αναφέρθηκε πιο πάνω. Αντίθετα στην υψηλή παρορμητικότητα υπάρχει αδιαφορία για πιθανές απειλές και συνέπειες και μικρότερος έλεγχος σε συμπεριφορικό επίπεδο. Επιπλέον συσχετίζεται και με τη λήψη ανταμοιβής σε επίπεδο ευχαρίστησης/ευφορίας (positive urgency, sensation seeking), ενώ στην ιδεοψυχαναγκαστική παρόρμηση η ανταμοιβή σχετίζεται με την ανακούφιση.

Νευροβιολογία της παρορμητικότητας

Οι διαφορές που περιγράφονται παραπάνω αντικατοπτρίζονται και σε νευροβιολογικό επίπεδο. Βασικό εύρημα σε απεικονιστικές λειτουργικές μελέτες είναι η αυξημένη δραστηριότητα στον προμετωπιαίο φλοιό στις διαταραχές ιδεοψυχαναγκαστικού φάσματος ενώ μειωμένη ανευρίσκεται σε κατεξοχήν παρορμητικές διαταραχές όπως η οριακή και η αντικοινωνική διαταραχή προσωπικότητας και η χρήση ουσιών (παράδειγμα στην εξάρτηση από κοκαΐνη).

Η πολυπεπίπεδη φύση της παρορμητικότητας αντανακλάται και σε μια αντίστοιχη πολυπλοκότητα σε επίπεδο νευροβιολογίας. Φαίνεται ότι έχει συσχέτιση με χαμηλότερη του φυσιολογικού σεροτονινεργική νευροδιαβίβαση στον εγκέφαλο. Ειδικώς η παρορμητική επιθετικότητα έχει συσχετιστεί με χαμηλά επίπεδα 5-HIAA, δηλαδή του μεταβολίτη της σεροτονίνης στο CSF (cerebrospinal fluid=εγκεφαλονωτιαίο υγρό). Αυξημένη συγκέντρωση 5-HT2 υποδοχέων της σεροτονίνης στον προμετωπιαίο φλοιό, η οποία προκαλείται λόγω μειωμένης σεροτονινεργικής νευροδιαβίβασης, έχει εντοπιστεί σε νεκροτομικές μελέτες ατόμων με βίαια ή/και αυτοκτονική συμπεριφορά. Τέλος γενετικές μελέτες υποδεικνύουν πιθανή συσχέτιση των 5-HT1B υποδοχέων της σεροτονίνης με αυξημένη παρορμητικότητα και επιθετικότητα.

Με την παρορμητικότητα σχετίζονται και τα υπόλοιπα νευροδιαβιβαστικά συστήματα του εγκεφάλου όπως το ντοπαμινεργικό, το νοραδρενεργικό, το γλουταμινεργικό και το GABA. Όπως συνήθως πρόκειται για ιδιαίτερα περίπλοκες αλληλεπιδράσεις. Αξίζει να σημειωθεί ότι οι προμετωπιαίες δυσλειτουργίες ποικίλλουν από διαταραχή σε διαταραχή και ανάλογα με την παράμετρο της παρορμητικότητας που ερευνάται.

Θεραπεία διαταραχών με υψηλή παρορμητικότητα

Δεν υπάρχει τυποποιημένη θεραπεία για τις σύνθετες διαταραχές που περιλαμβάνουν παρορμητικότητα, αν και έχει ερευνηθεί μια σειρά διαφορετικών κατηγοριών φαρμάκων.

Τα φάρμακα μπορεί να συμβάλλουν στον έλεγχο της παρορμητικότητας μειώνοντας τη ντοπαμινεργική δραστηριότητα, ενισχύοντας την σεροτονινεργική δραστηριότητα, μετατοπίζοντας την ισορροπία από διεγερτική (γλουταμινεργική) προς ανασταλτική (GABA) και σταθεροποιώντας τα νοραδρενεργικά αποτελέσματα. Τα φάρμακα που χρησιμοποιούνται για τη θεραπεία παρορμητικών διαταραχών, συμπεριλαμβανομένων διαταραχών ελέγχου παρορμήσεων και διαταραχών προσωπικότητας και έχουν αποδειχθεί ότι είναι αποτελεσματικά σε ορισμένες κλινικές δοκιμές, είναι τα SSRIs, οι σταθεροποιητές του συναισθήματος και το λίθιο.

Η ψυχοθεραπεία επίσης έχει θέση στην αντιμετώπιση της παρορμητικότητας. Η γνωσιακή συμπεριφορική θεραπεία (CBT) και η ψυχοδυναμικά ενημερωμένη ψυχοθεραπεία έχουν χρήσιμο ρόλο στη διαχείριση ορισμένων παρορμητικών διαταραχών, για παράδειγμα στη βελτίωση του ελέγχου των συναισθημάτων όπως ο θυμός.

Έρευνες διεξάγονται για την εφαρμογή άλλων εναλλακτικών θεραπειών όπως ο επαναληπτικός διακρανιακός μαγνητικός ερεθισμός (rTMS) αλλά έχουν μικρή ακόμη εμβέλεια. Όσον αφορά το rtms, θετικά αποτελέσματα προκύπτουν στη μείωση της επιθυμίας για χρήση ουσιών (craving), ένα σύμπτωμα που συσχετίζεται με υψηλή παρορμητικότητα.


Συγγραφή : Ντουρακοπούλου Σαβίνα ψυχολόγος

Συγγραφή & επιμέλεια : Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος


Πηγές

American Psychiatric Association. (2013). Diagnostic and statistical manual of mental disorders (5th ed.).

Λαζαράτου Ε., Παλαιολόγου Α., Αναγνωστόπουλος Δ. (2017). Η παρορμητικότητα ως κοινός διαμεσολαβητικός παράγοντας ανάμεσα στις εξαρτητικές διαταραχές και τη Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής και Υπερκινητικότητας. ΕΨΕ- ηλεκτρονικό περιοδικό, 27 (2).

Ουλής, Π. (2010). Εγχειρίδιο Κλινικής Ψυχοπαθολογίας. 2 η έκδοση, σειρά Βασική Ψυχιατρική Βιβλιοθήκη 2, ΒΗΤΑ Ιατρικές εκδόσεις ΜΕΠΕ.

Παπλός, K. Γ., Xαβάκη-Kονταξάκη, M. I., Kονταξάκης, B. Π., & Xριστοδούλου, Γ. N. Λέξεις-κλειδιά: Παρορμητικότητα, ψυχικές διαταραχές, αυτοκαταστροφική συμπεριφορά, επιθετικότητα, συννοσηρότητα, κλίμακες αξιολόγησης. ΨΥΧΙΑΤΡΙΚΗ, 13 (3), 209-221, 2002-Eιδικό άρθρο.

Facets of Impulsivity and Its Measurement

Understanding the Differences Between Impulsivity and Compulsivity

Positive Urgency is Related to Difficulty Inhibiting Prepotent Responses