Εξάρτηση και σύνδρομο απόσυρσης από αντικαταθλιπτικά

Ένας από τους κλασικούς μύθους που αφορούν τα φάρμακα της ψυχιατρικής έχει να κάνει με τον εθισμό που θεωρείται ότι αυτά προκαλούν. Η παραφιλολογία και η παρερμηνεία πάνω στο θέμα δε θα μπορούσε να λείπει διαδικτυακά και μη.

Η πραγματικότητα λοιπόν είναι ότι υπάρχει μια βασική κατηγορία φαρμάκων που δυνητικά μπορεί να προκαλέσει εθισμό και αυτά είναι τα βενζοδιαζεπινούχα αγχολυτικά. Πρόκειται για φάρμακα πολύ ευρείας κυκλοφορίας που όταν η χρήση τους δεν είναι προσεκτική και ελεγχόμενη από ειδικό ψυχίατρο μπορεί να καταλήξει σε φαινόμενα εξάρτησης. Υπάρχει και άλλη μια πολύ μικρή κατηγορία φαρμάκων δυνητικά υπεύθυνη για εξάρτηση, είναι όμως τόσο σπάνια χρησιμοποιούμενα που δε χρειάζεται να γίνει λόγος στο παρόν άρθρο.

Σημεία σημαντικά που πρέπει να ξέρει ο κάθε ενδιαφερόμενος :

• Και εξάρτηση να προκύψει, είναι αντιμετωπίσιμη και αναστρέψιμη πλην εξαιρετικά ιδιόμορφων περιπτώσεων.
• Για να προκύψει εξάρτηση πρέπει η δοσολογία να είναι υψηλή σε ποσότητα και διάρκεια. Αυτό δεν μπορεί να μπει ακριβώς σε κανόνα, γιατί εξατομικεύεται για κάθε θεραπευόμενο, κάθε οργανισμός δεν αντιδρά με τον ίδιο τρόπο.
• Οι παράγοντες που επηρεάζουν την πιθανότητα εξάρτησης είναι ζήτημα της αρμοδιότητας ειδικού ψυχιάτρου. Η εντύπωση ότι ο καθένας «ξέρει τον εαυτό του» και άρα μπορεί να ρυθμίσει μόνος του μια φαρμακευτική αγωγή (και αυτό ισχύει και γενικά για όλα τα φάρμακα της ιατρικής) είναι συνήθως μερικώς εσφαλμένη και συνηθέστερα καταλήγει σε περαιτέρω προβλήματα.
• Τα υπόλοιπα φάρμακα της ψυχιατρικής ΔΕΝ ΠΡΟΚΑΛΟΥΝ ΕΞΑΡΤΗΣΗ.

Υπάρχει το φαινόμενο του συνδρόμου απόσυρσης (διακοπής) από αντικαταθλιπτικά (συνήθως SSRIs και SNRIs), το οποίο συγχέεται με το θέμα του εθισμού και της εξάρτησης. Το φαινόμενο αυτό δεν είναι εξάρτηση και αυτό προκύπτει από τον ορισμό και τα χαρακτηριστικά αυτής :

Πρόκειται για ένα δυσπροσαρμοστικό πρότυπο χρήσης ουσιών, που οδηγεί σε κλινικά σημαντική έκπτωση ή ενόχληση, όπως εκδηλώνεται με τουλάχιστον 3 από τα παρακάτω σε διάστημα 12 μηνών:
1.Ανοχή (ένα από τα ακόλουθα):
• περιορισμένο αποτέλεσμα με τη συνέχιση της χρήσης ίδιας ποσότητας ουσίας
• ανάγκη για αυξημένες ποσότητες ουσίας για την επίτευξη επιθυμητού αποτελέσματος
2.Στέρηση (ένα από τα ακόλουθα):
• χαρακτηριστικό στερητικό σύνδρομο για την ουσία
• λήψη ίδιας ή παρόμοιας ουσίας για την αποφυγή στερητικού συνδρόμου
3.Διάθεση υπερβολικού χρόνου για την απόκτηση της ουσίας, τη χρήση, ή την ανάνηψη από αυτήν
4.Παραίτηση από κοινωνικές και επαγγελματικές υποχρεώσεις λόγω χρήσης ουσίας
5.Συνέχιση χρήσης, παρά την επίγνωση των αρνητικών σωματικών ή ψυχολογικών συνεπειών
6.Αδυναμία διακοπής ή ελέγχου λήψης της ουσίας, παρά την επίμονη επιθυμία,
7.Διάρκεια λήψης και ποσότητες μεγαλύτερες από την αρχική πρόθεση του ατόμου

Το σύνδρομο απόσυρσης προκύπτει από τη μεταβολή στη νευροδιαβίβαση της σεροτονίνης όταν διακοπεί απότομα ένα φάρμακο που την επηρεάζει. Περιλαμβάνει μια σειρά συμπτωμάτων που ΔΕΝ ΕΙΝΑΙ ΙΑΤΡΙΚΩΣ ΕΠΙΚΙΝΔΥΝΑ και είναι ΠΑΡΟΔΙΚΑ. Τα συμπτώματα αυτά συνήθως ξεκινούν 1 με 5 μέρες από τη διακοπή και μπορεί να κρατήσουν από μέρες συχνότερα εώς και εβδομάδες σπανιότερα. Παρακάτω αναφέρονται τα συνηθέστερα :

• Ναυτία, εμετός, κράμπες, διάρροια, απώλεια της όρεξης.
• Εφίδρωση, εξάψεις, δυσανεξία στη ζέστη
• Διαταραχές ύπνου
• Ζάλη, ίλιγγος
• Τρόμος, «ανήσυχα ποδια», αταξία
• Αδυναμία, μυαλγία, ημικρανία
•Ταραχή, άγχος, ανησυχία, ευερεθιστότητα, σύγχυση, αίσθημα αποπροσωποποίησης, εναλλαγές/πτώση διάθεσης, δυσκολία συγκέντρωσης

Δεν υπάρχει αμφιβολία ότι τα συμπτώματα μπορεί να προκαλέσουν εντονότατη δυσφορία σε πολλούς θεραπευόμενους. Είναι σημαντικό λοιπόν να υπάρχει η επίγνωση της αιτίας και της παροδικότητας των συμπτωμάτων αυτών. Επίσης συχνά συγχέονται με την πιθανότητα υποτροπής της κατάθλιψης ή αγχώδους διαταραχής. Στοιχεία που βοηθούν ως προς τη διάκριση είναι τα εξής :

• Αν μια θεραπεία έχει προσφέρει θετικό θεραπευτικό αποτέλεσμα και γίνει απότομη διακοπή φαρμάκου, μια πιθανή υποτροπή δε θα έρθει αμέσως. Το αντίστοιχο χρονικό διάστημα είναι σχετικό για κάθε περίπτωση και μπορεί να είναι από λίγες εβδομάδες εώς και χρόνια. Αν μια θεραπεία δεν έχει προσφέρει τα αναμενόμενα με την έννοια της μερικής ή και καθόλου ύφεσης της κατάθλιψης ή του άγχους, τότε τα συμπτώματα διακοπής απλώς θα προστεθούν στα ήδη υπάρχοντα με αποτέλεσμα μια αίσθηση επιδείνωσης με ποικίλη διάρκεια. Φυσικά πριν συμβούν όλ’ αυτά θα πρέπει να έχει παρέμβει ψυχίατρος.
• Τα συμπτώματα διακοπής είναι παροδικά ενώ τα συμπτώματα μιας διαταραχής είναι συνεχιζόμενα και πιθανώς επιδεινούμενα για μεγάλο διάστημα.
• Τα συμπτώματα διακοπής μπορούν να υφεθούν με τη λήψη μιας δόσης του αντικαταθλιπτικού (ή και άλλου ίδιας κατηγορίας) που διακόπηκε.

Ένας παράγοντας που έχει να κάνει με την εμφάνιση συνδρόμου απόσυρσης είναι ο χρόνος ημιζωής κάθε φαρμάκου (και των μεταβολιτών του) στην κυκλοφορία του αίματος. Πιο συγκεκριμένα όσο μικρότερος είναι αυτός, τόσο πιθανότερο το σύνδρομο απόσυρσης. Παρακάτω παρουσιάζεται ο σχετικός πίνακας με τους χρόνους ημιζωής των κυριότερων αντικαταθλιπτικών.

Ουσιαστικά το σύνδρομο απόσυρσης μπορεί να βιωθεί στο ελάχιστο ή και καθόλου με την τακτική της ΣΤΑΔΙΑΚΗΣ ΜΕΙΩΣΗΣ του αντικαταθλιπτικού παράγοντα. Αυτό θα πρέπει να γίνεται σχεδιασμένα σε συνεργασία με το θεράποντα ψυχίατρο, του οποίου η ψυχοθεραπευτική υποστήριξη μπορεί να προβεί απαραίτητη, ενώ ταυτόχρονα βοηθητικό ρόλο παίζει η υιοθέτηση συνηθειών όπως η άσκηση και η καλή ισορροπημένη διατροφή.

Αντικαταθλιπτικά χρόνος ημιζωής

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.