Νεοναζιστική βία και ψυχοπαθολογία

Μια δύσκολη συνέντευξη επιφανούς συναδέλφου καθηγητή ψυχιάτρου από πλευράς επιστημονικής ορολογίας, με σημαντικά όμως μηνύματα που θα πρέπει να μην περάσουν απαρατήρητα από το νου του αναγνώστη. Η συνέντευξη προσφέρει μία από τις αρκετές εξηγήσεις του επίκαιρου φαινομένου της στροφής σημαντικής μερίδας των Νεοελλήνων προς ακραίες φασιστικές επιλογές. Με κόκκινο τονίζονται κάποια καίρια κατά την άποψή μου νοήματα.

Πηγή : Νεοναζιστική βία και ψυχοπαθολογία

Συνδέεται, πράγματι, ο νεοναζιστικός λόγος και η νεοναζιστική βία με κάποιου τύπου ψυχοπαθολογία; «Πατάει» η ίδια η βία σε κάποιες περιοχές του ασυνείδητου ή του υποσυνείδητου; Μία πολύ σημαντική δημόσια παρέμβαση σχετικά με το φαινόμενο του νεοναζιστικού λόγου και της νεοναζιστικής βίας στην ελληνική κοινωνία επιχειρεί σήμερα, με συνέντευξή του στο protagon, ο επίτιμος πρόεδρος της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας (ΕΨΕ) Νίκος Τζαβάρας. Ο κορυφαίος Έλληνας ψυχίατρος και ψυχαναλυτής αναζητεί με βαθιά διανοητικότητα τις διασυνδέσεις της ψυχοπαθολογίας με τον νεοναζιστικό λόγο και τη βία και προειδοποιεί για τις πολύ επικίνδυνες συνέπειες τις οποίες θα έχει τυχόν ευρεία αποδοχή του νεοναζισμού από την ελληνική κοινωνία.

– Αν δεν κάνω λάθος, στα πλαίσια της Ψυχιατρικής έχει υποστηριχθεί βασίμως ότι ο νεοναζιστικός λόγος, αλλά, κυρίως, η νεοναζιστική βία, συνδέεται με καταστάσεις ψυχοπαθολογίας των υποκειμένων του λόγου και της βίας. Θεωρείτε ότι αυτή η επιστημονική αντίληψη είναι θεμελιωμένη;
Θα απαντούσα καταφατικά υπογραμμίζοντας ταυτόχρονα πως οι ψυχικοί μηχανισμοί που εξυπηρετούν την ανάδειξη παρανοϊκών μηχανισμών με τις οποίες διευκολύνεται η παρερμηνεία της ιστορικής πραγματικότητας ελλοχεύουν εν δυνάμει σ΄ ένα μεγάλο τμήμα της κοινωνίας. Ο «νεοναζιστικός λόγος», όπως αποκαλέσατε μία απολύτως ατεκμηρίωτη συρραφή δοξασιών και προκαταλήψεων, της οποίας η διασύνδεση επιτυγχάνεται μεταξύ άλλων διαμέσου προπαγανδιστικών εκλογικεύσεων (η εκλογίκευση ως μηχανισμός άμυνας παραπέμπει κατά την ψυχανάλυση στην παράκαμψη, στον αποκλεισμό της πραγματικότητας από τη συνείδηση), διαθέτει την ισχύ μιας διιστορικής γοητείας. Αναλογισθείτε την ιδεολογική ευθυγράμμιση εκατομμυρίων Ευρωπαίων με τον φασισμό και την εθνικοσοσιαλιστική ιδεολογία τις δεκαετίες πριν από τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο, αναλογισθείτε την αδυναμία τους να αντισταθούν κατά του προφανούς ψεύδους με τη δημοκρατικότητα των ορθολογικών αντιλήψεων που είχαν πλήρως απεμπολήσει! Για μένα ο ενδοψυχικός κίνδυνος της υποκειμενικής απόκλισης προς τον φασισμό είναι διαρκώς παρών γιατί συνάπτεται με την προθυμία του ατόμου, ίσως μάλιστα του οποιουδήποτε πολίτη, να αποδεχθεί την ερμηνευτική απλούστευση της πολύπλοκης ιστορικής, πολιτικής, οικονομικής πραγματικότητας με αυτή που εφευρίσκεται και διατυμπανίζεται από τους εκπροσώπους του φασισμού. Όπως γνωρίζετε, το πιο απλό παράδειγμα από την πρόσφατη μεγίστη δοκιμασία της ανθρωπότητας αποτελεί η εθνικοσοσιαλιστική αναγωγή των αιτίων της παγκόσμιας κρίσης στην οικουμενική κατίσχυση του εβραϊσμού, τόσο στη Γερμανία όσο και στη Σοβιετική Ένωση και τις ΗΠΑ.

– Θα μπορούσαμε, τελικά, να πούμε ότι κάθε βίαιος λόγος και κάθε έμπρακτη βία ακουμπούν σε μία υποβόσκουσα ψυχοπαθολογία; Σας ερωτώ γιατί διεξάγεται στη χώρα μας μία πολύ έντονη συζήτηση περί πολιτικών άκρων και συγκοινωνούντων δοχείων όσον αφορά τις πολύ ακραίες πρακτικές στην πολιτική και την κοινωνία μας και συνδέονται όλα αυτά με χαρακτηρολογικά στοιχεία των σχετικών δρώντων…

Η ερώτησή σας είναι καίριας σημασίας. Ήδη υπαινίχθηκα πως ανορθολογικές τάσεις εγκυμονούν σε όλα τα άτομα και σε όλους τους πολίτες. Σε όλους μας υφίσταται ένα ενσυνείδητο και ασυνείδητο απόθεμα, reservoir, προσχηματισμένων πεποιθήσεων, προκαταλήψεων, άτεγκτων συναισθηματικών ταυτίσεων που μπορούν να παρεμβληθούν, ανεπεξέργαστες από την ορθολογική ανάλυση που είναι άλλωστε πάντοτε μερική, στη διαμόρφωση των αντιδράσεών μας, έμπρακτων ή θεωρητικών. Η απαίτηση υπέρ μιας διαρκούς κριτικής και αυτοκριτικής σκέψης – και θα πρόσθετα ακόμη διαισθητικής ανίχνευσης των όσων διατρέχουν τη συνείδησή μας – είναι κάτι το εξαιρετικά δύσκολο σε μία περίοδο μεγάλων συγκρούσεων και κοινωνικής οδύνης. Εντούτοις η ίδια παραμένει η εξακολουθητική αναπόφευκτη προέκταση της κριτικής των Ιδεολογιών όπως για μένα συνδιαμορφώνεται από τον μαρξισμό και την ψυχανάλυση. Μία προοπτική από την οποία δεν θα πρέπει να παραιτηθούμε γιατί μεταξύ άλλων διασφαλίζει μία ουσιαστική διάσταση της οριστικής διαφοροποίησης από την τυφλή, συγκινησιακή δίνη και ζοφερότητα του φασισμού. Δεν πρόκειται για χαρακτηρολογικά στοιχεία των δρώντων a priori, μολονότι οι εκφάνσεις του ολοκληρωτισμού – το γνωρίζουμε από την περιγραφή των στρατοπέδων συγκέντρωσης – έχουν πολλές φορές στηριχθεί στην εγκληματοφιλία, στην προγραμματισμένη εκμετάλλευση ορισμένων ανθρωπίνων τύπων, όπως όμως και στην ανάδειξη της υποβόσκουσας σαδιστικής επιθετικότητας μιας μέσης ανθρώπινης κανονικότητας (Hannah Arendt). Ωστόσο και ένας ακόμη αυτοκριτικός ριζοσπαστισμός δεν μπορεί να οδηγηθεί στην «αφελή» ιδεολογία των συγκοινωνούντων δοχείων που αποτελεί έναν όρο δυσνόητης απειλής κατά της απαραίτητης δημοκρατικής σύμπνοιας για την αντιμετώπιση του φασισμού και του εθνικοσοσιαλισμού. Τέλος ας μου επιτρέψετε σ’ αυτό το σημείο να επανέλθω σε μία παλαιότερη υπογράμμισή μου. Είμαι κατά του εκψυχιατρισμού της κατανόησης των κοινωνικών φαινομένων έστω και αν ορισμένες έννοιες που προέρχονται από την παράδοση της ψυχοπαθολογίας μπορούν να προστεθούν στην ανάδειξη της σημασίας εκτροχιασμών της συλλογικής συμπεριφοράς. Όμως η μετατροπή τους σε κλινικά υποδείγματα αποτελεί μίας άκρως συρρικνωτική παρέμβαση στην πολυπλοκότητα των ιστορικών δεδομένων που επισκιάζονται από την εφησυχαστική μονομέρειά της.

– Η ευρεία υποδοχή και αποδοχή τις οποίες γνωρίζει ο νεοναζιστικός λόγος και οι νεοναζιστικές πολιτικές πρακτικές στη χώρα μας δεν απαντώνται σε καμία άλλη χώρα της Ε.Ε., τουλάχιστον. Ποια, θεωρείτε, ότι είναι εκείνα τα στοιχεία του κοινωνικού ιστού ή της πολιτικής κουλτούρας της χώρας μας τα οποία διευκολύνουν την ευρεία συναίνεση του νεοναζισμού στην ελληνική κοινωνία;

Δεν είμαι σε θέση να σας απαντήσω με βεβαιότητα ή με σχετική πληρότητα. Η απάντηση στο ερώτημά σας οφείλει να προέλθει από τον διάλογο, τη συνεχή ανταλλαγή και σύγκρουση απόψεων ανάμεσα σε διαφορετικές επιστημονικές κατευθύνσεις, όπως και μεταξύ των πολιτών που επιθυμούν να κατανοήσουν τις αντινομίες των πολιτικών συνθηκών που τους περιβάλλουν. Θα αρκεσθώ σ’ αυτό το σημείο με μερικές μη συστηματοποιημένες προσωπικές σκέψεις που μπορούν να συσχετισθούν με τις προηγούμενες αναφορές μου. Ας υπενθυμίσω πως ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα των ελληνικών πολιτικών και κομματικών παραδόσεων αποτελεί η πολλές φορές άνευ αντιρρήσεων αποδοχή των απόψεων που διαμορφώνονται και προβάλλονται από ελάχιστες ηγετικές φυσιογνωμίες. Κάτι που ενισχύει την ταύτιση με την αυταρχική αυθεντία ορισμένων και μόνων ταγών, την εκχώρηση σ’ αυτούς την παραγωγή ιδεολογημάτων και τη μεταποίησή τους στην επαναληπτικότητα της συνθηματολογίας. Αυτή η αποδοχή της παθητικής ανταπόκρισης στην αρχηγική παρουσία οδηγεί στη συγκρότηση μαζικών φαινομένων στο πλαίσιο των οποίων – όπως περιέγραψε ήδη το 1920 ο Φρόυντ – τα άτομα μεταβάλλονται σε πανομοιότυπα πολλοστημόρια αποβάλλοντας την κρίση τους. Δεν πρόκειται δε για ένα φαινόμενο, το οποίο έχει μελετηθεί μόνον στους τρόπους με τους οποίους ο ολοκληρωτισμός έχει προωθήσει την υποβολή της ιδεολογικής του διείσδυσης, αλλά για μία γενικότερη τάση που αναδεικνύεται ανά πάσα στιγμή εντός διαφορετικών οργανώσεων. Αυτή η «ενδογενής» προθυμία υπακοής – η οποία ενισχύεται σε περιόδους αιφνιδιαστικών κρίσεων – είναι μία προϋπόθεση, υπό όρους, συμφιλίωσης με την εθνικοσοσιαλιστική πρόκληση. Προφανώς οι όροι που συνυπαγορεύονται από την ίδια την προϊστορία μιας συγκεκριμένης κοινωνίας και ενός συγκεκριμένου ατόμου, συνυφαίνονται ως έναν βαθμό με το περιεχόμενο, τον προσανατολισμό της παιδείας. Όπου η παιδεία δεν αφορά μόνον τις σχολικές δομές, αλλά ένα μεγάλο εύρος κοινωνικών θεσμών μεταξύ των οποίων συμπεριλαμβάνω φυσικά τα δημοκρατικά κόμματα. Μετά τον Δεύτερο Παγκόσμιο Πόλεμο σε ορισμένα ευρωπαϊκά κράτη το τραύμα που επέφερε ο φασισμός οδήγησε σε μία δραστηριοποίηση των μηχανισμών διαφωτισμού κυρίως των νέων ανθρώπων, μία συνεχιζόμενη προσπάθεια η οποία τουλάχιστον σε ορισμένες χώρες είχε θετικά αποτελέσματα που διακρίνονται στη μείωση της παρουσίας εξτρεμιστικών ομάδων. Νομίζω πως ανάλογες προσπάθειες οφείλουν να αποτελέσουν έναν κοινό στόχο πολλαπλών φορέων και στην Ελλάδα. (Λ.χ. ο Κλάδος για την Τέχνη της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας έχει διοργανώσει τα τελευταία χρόνια μία σειρά εκδηλώσεων για τον ρατσισμό, τον φόβο των πολιτών μπροστά στους ξένους, τον αντισημιτισμό, επιδιώκοντας την ανάπτυξη ενός ελεύθερου δημόσιου διαλόγου γύρω από αυτή τη θεματική.) Φυσικά τίποτε κατά την αντίκρουση του φασισμού δεν αποτελεί πανάκεια. Γι’ αυτό η συνειδησιακή εγρήγορση, η διαρκής ανάλυση και επεξεργασία των λόγων που οδήγησαν στον εκμαυλισμό ενός όντως μεγάλου μέρους του πληθυσμού, η αλληλεγγύη και πρωτίστως η κατανόηση των αντιφρονούντων παραμένουν συμβολές πρωταρχικής ανάγκης.

– Η επιστήμη γρηγορεί; Υπάρχουν μελέτες για την άνοδο του νεοναζισμού στην Ελλάδα ή θα περιμένουμε να δούμε τα έσχατα πριν αρχίσουμε να αναλύουμε το φαινόμενο;

Θέλω να πιστεύω πως ναι. Γνωρίζω μάλιστα πως βρίσκονται σε εξέλιξη εμπειρικές μελέτες από την πλευρά των κοινωνικών επιστημόνων για την έκταση του φασισμού στη χώρα μας ώστε να προκύψει μία συμπληρωματική ερμηνεία ενός αιφνιδιαστικού φαινομένου. Γιατί – και αυτό οφείλουμε να το υπογραμμίσουμε ως μία αδυναμία της επιστημονικής προβλεψιμότητας – δεν υπήρξαν παρά ελάχιστες έγκαιρες προειδοποιήσεις από την πλευρά της επιστημονικής ευαισθησίας για την επερχόμενη ανάπτυξή του. Ένα πάλι απλό παράδειγμα αφορά την αντισημιτική προκατάληψη της οποίας μέχρι πρότινος πολλοί από τους συνομιλητές μου αρνούνταν τη δεδομένη της έκταση ανάμεσα στους Έλληνες έως τη στιγμή που έγινε αντιληπτή η σημασία της για τη διαχρονική ιδεολογική συγκρότηση της Χρυσής Αυγής – όπως καταγράφεται στη σχετική γνωστή μελέτη του κ. Δημήτρη Ψαρρά.

– Κατά τη γνώμη σας, υπάρχει ανοιχτό θέμα νομικής απαγόρευσης της έκφρασης και της παρουσίας του νεοναζισμού στην κοινωνία και το πολιτικό σύστημα της Ελλάδας ή το ανοιχτό θέμα περιορίζεται απλώς στην προσπάθεια «αποκάλυψης» του «πραγματικού» λόγου και των «πραγματικών» επιδιώξεων του νεοναζισμού στη χώρα μας;

Σύμφωνα με την πληροφόρησή μου η σημερινή νομοθεσία δεν επιτρέπει την απαγόρευση κομμάτων. Εντούτοις αυτό δεν σημαίνει σε καμιά περίπτωση πως δεν πρέπει η πολιτεία να μεριμνήσει εγκαίρως για την εκπόνηση ενός νομοθετικού πλαισίου στο οποίο θα μπορούσε να στηριχθεί η ενδεχόμενη απαγόρευση ενός κόμματος που απειλεί τη Δημοκρατία. Πέραν όμως αυτού η μελέτη των ιδεολογικών λεπτομερειών που απαρτίζουν τη συνοχή, την αίγλη, την παρανοϊκή ετοιμότητα των σημερινών εθνικοσοσιαλιστικών υποκατάστατων οφείλει να αποτελεί μία διαρκή προσφορά εν εγρηγόρσει των σκεπτόμενων πολιτών. Και αυτό με γνώμονα όχι μόνο την εύκολη αποκάλυψη των εσφαλμένων ιδεοληψιών, αλλά την κατανόηση της ενσυνείδητης και ασυνείδητης προέλευσής τους που τις εδραιώνει συχνά ως ακλόνητα φρονήματα. Μία αποκαλυπτική διαδικασία προϋποθέτει πάντοτε την ενσυναισθητική σύγκριση με τάσεις που υποκρύπτονται στους περισσότερους και προς τις οποίες απευθύνεται η αδίστακτη προκλητικότητα του φασισμού

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s