Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία και οι γονείς

Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία είναι ένας βασικός όρος της ψυχολογίας που πρωτοεμφανίστηκε στο βιβλίο του Robert Merton «Κοινωνική Θεωρία και Κοινωνική Διάρθρωση» (1949), με άπειρες εφαρμογές στη ζωή μας. Είναι λοιπόν η τάση ενός ατόμου να φέρεται κατά τον τρόπο που έχουμε εμείς προεξοφλήσει. Όπως είπε ο W.I.Thomas: «Όταν οι άνθρωποι θεωρούν ορισμένες καταστάσεις σαν πραγματικές, αυτές είναι πραγματικές στις επιπτώσεις τους». Με πιο απλά λόγια, είναι η αρνητική ερμηνεία που δίνουμε για κάτι και που τελικά, αντιδρώντας ανάλογα, υποσυνείδητα προκαλούμε να συμβεί.

Κύριο χαρακτηριστικό αυτής της θεωρίας είναι το πως αντιλαμβανόμαστε εμείς μία κατάσταση, τι χαρακτηριστικά πιστεύουμε εμείς ότι έχει και όχι πώς πραγματικά είναι μία κατάσταση, δηλαδή τα αντικειμενικά της γνωρίσματα. Η άποψη, η γνώμη που έχουμε για μία κατάσταση, αυτό που πιστεύουμε ότι είναι και όχι αυτό που πραγματικά είναι καθορίζει τη συμπεριφορά μας. Το πώς εκτιμούμε ένα γεγονός καθορίζει τη συμπεριφορά μας και όχι τι πραγματικά συμβαίνει με το γεγονός αυτό.
Με αυτήν επιβεβαιώνονται οι προσδοκίες που έχουν οι γονείς για το παιδί τους και γι αυτό είναι ένα από τα βασικά θέματα στην ψυχολογία του παιδιού.

Η άποψη που διαμορφώνουμε για ένα παιδί π.χ. για τις δυνατότητες και τις αδυναμίες του, για τις ανάγκες του και τις επιδιώξεις του, συχνά διαδραματίζει σημαντικό ρόλο στην εξέλιξή του. Κι αυτό γιατί με βάση αυτή την άποψη διαμορφώνουμε τις προσδοκίες μας. Δηλαδή τι περιμένουμε ότι θα επιτύχει και τι δεν θα επιτύχει, τι περιμένουμε ότι μπορεί να αντέξει και τι όχι, τι περιμένουμε ότι θα του κεντρίσει το ενδιαφέρον και τι όχι).
Στη συνέχεια συμπεριφερόμαστε σε αυτό το παιδί σύμφωνα με τις προσδοκίες μας και τελικώς χωρίς να το αντιλαμβανόμαστε το ωθούμε να συμπεριφερθεί ανάλογα με αυτές. Το παιδί προσαρμόζει τη συμπεριφορά του στα δικά μας λόγια/ενέργειες. Το παιδί, δηλαδή, καταλήγει να συμπεριφέρεται σύμφωνα με τις προσδοκίες μας, επιβεβαιώνοντας έτσι αυτό που αρχικά πιστεύαμε. Γι΄αυτό και στο τέλος καταλήγουμε να λέμε «Δίκιο είχα!».
Επομένως, οι προσδοκίες που έχουμε για τα παιδιά διαμορφώνουν αναλόγως τη συμπεριφορά μας και έτσι αργά ή γρήγορα οι προσδοκίες επιβεβαιώνονται.

Σαν παράδειγμα ας αναφέρουμε μία έρευνα.
Σε ένα Δημοτικό σχολείο μοίρασαν ένα τεστ νοημοσύνης. Στους δασκάλους του σχολείου παραπλανητικά είπαν πως μια ομάδα παιδιών είχε υψηλό δείκτη νοημοσύνης ενώ μια άλλη ομάδα παιδιών είχε χαμηλό δείκτη νοημοσύνης. Στην πραγματικότητα τα παιδιά κάθε ομάδας είχαν επιλεγεί τυχαία.
Στο τέλος της χρονιάς τα παιδιά που θεωρούνταν πιο έξυπνα είχαν καλύτερες επιδόσεις στα μαθήματα από τα παιδιά που θεωρούνταν λιγότερο έξυπνα. Οι δάσκαλοι επηρεάστηκαν και επηρέασαν, αφού πίστεψαν πως κάποια παιδιά αποδίδουν καλύτερα και είναι καλύτεροι μαθητές και τα αντιμετώπισαν ανάλογα. Οι αποδόσεις των μαθητών επιβεβαίωσαν την προφητεία, αφού οι δάσκαλοι ασυνείδητα συμπεριφέρονταν διαφορετικά στις δύο ομάδες.
Οι προσδοκίες που έχει ο εκπαιδευτικός για την απόδοση των μαθητών του επηρεάζουν τη συμπεριφορά του που γίνεται αντιληπτή από τους μαθητές μέσω των σχέσεων αλληλεπίδρασης. Αυτό τους οδηγεί σε αντιδράσεις συμπεριφοράς που θα επιβεβαιώνουν τις προσδοκίες του εκπαιδευτικού. Οι μαθητές παίρνουν το μήνυμα των προσδοκιών και ανταποκρίνονται ανάλογα.

Προσοχή: Τις προσδοκίες μας για το παιδί δεν τις εκφράζουμε πάντα άμεσα ούτε μόνο με τα λόγια. Γι’ αυτό και τις περισσότερες φορές δεν αντιλαμβανόμαστε ότι τις μεταφέρουμε στο παιδί.

Τι σημαίνουν τα παραπάνω στην πράξη; Τι είναι καλό να αποφεύγουμε;
• Για να μην εγκλωβιστούμε εμείς και το παιδί σε λάθος προσδοκίες, είναι καλό να αποφεύγουμε τις ετικέτες και τους χαρακτηρισμούς. Συνήθως στεκόμαστε σ΄ ένα χαρακτηριστικό του παιδιού μας που μας απασχολεί (ενίοτε για κάποιο προσωπικό λόγο που ούτε οι ίδιοι δεν αντιλαμβανόμαστε) και το «κάνουμε σημαία». Π.χ. «Έξυπνος αλλά επιπόλαιος», «Παρατηρητική αλλά ντροπαλή». Είναι προτιμότερο να περιγράφετε συμπεριφορές ακόμα κι όταν θέλετε να πείτε στο παιδί κάτι θετικό. Δηλαδή αντί να πείτε «Πόσο υπάκουος/η είσαι», προτιμήστε να περιγράψετε ακριβώς τι ήταν αυτό που έκανε. Εάν συνεχώς λέμε σ’ ένα παιδί «Είσαι επιπόλαιος», «Είσαι εγωιστής» το πιθανότερο είναι ότι θα δυσκολευτεί να συμπεριφερθεί με διαφορετικό τρόπο.
• Ειδικά αναφορικά με τα σχολικά μαθήματα ή τις εξωσχολικές δραστηριότητες θα πρέπει να αποφεύγετε προβλέψεις όπως «Δεν βλέπω να τραβάς στα Μαθηματικά. Σαν κι εμένα κι εσύ», «Α, δεν έχεις τρέλα με το τένις. Η αδερφή σου το λατρεύει, ενώ εσύ θες να κάάάθεσαι».
• Εάν η εξέλιξη και συμπεριφορά του παιδιού σχετίζονται με το πώς βλέπουν οι γονείς το παιδί τους και τι προσδοκίες έχουν, ανακύπτει το ερώτημα κατά πόσο η «λύση» για παιδιά που επιτυγχάνουν τους στόχους τους είναι να τα «ντοπάρουμε» με υψηλές προσδοκίες. Η απάντηση είναι πως αυτό που χρειάζονται τα παιδιά προκειμένου να βλέπουν θετικά τον εαυτό τους και να πιστεύουν στις ικανότητές τους είναι κατ’ αρχήν να τα βλέπουμε εμείς με θετικό τρόπο και να έχουμε ρεαλιστικές προσδοκίες. Εάν κάθε φορά που το παιδί συμπεριφέρεται με υπευθυνότητα (έστω κι αν αυτό δεν συμβαίνει συχνά), του λέμε «Μπράβο συμπεριφέρεσαι πολύ υπεύθυνα» και του δίνουμε κι άλλες ευκαιρίες ανάλογες με την ηλικία του να συμπεριφερθεί υπεύθυνα, τότε το πιθανότερο είναι να εξελιχθεί σ’ ένα υπεύθυνο άτομο.
Οι Mark Snyder και Bill Swann διεξήγαγαν μια σειρά ερευνών που καταδεικνύουν το φαινόμενο του Behavioural Confirmation*.
Ένα πολύ καλό παράδειγμα, αποτελεί η μελέτη τους επάνω στο στερεότυπο της φυσικής έλξης: Τα μέλη μιας ομάδας φοιτητών αφέθηκαν να πιστέψουν, με τη χρήση φωτογραφιών που δεν ανταποκρίνονταν στην πραγματικότητα, ότι συνομιλούσαν τηλεφωνικά με όμορφες γυναίκες. Τα μέλη μιας άλλης ομάδας φοιτητών αφέθηκαν να πιστέψουν το ακριβώς αντίθετο, ότι δηλαδή οι κοπέλες με την οποίες συνομιλούσαν δεν ήταν ελκυστικές.
Η έρευνά των Snyder και Swann έδειξε πως οι γυναίκες που αντιμετωπίστηκαν από τους συνομιλητές τους ως ελκυστικές επέδειξαν μεγαλύτερη αυτοπεποίθηση, συμμετείχαν περισσότερο στη συζήτηση και συμπάθησαν περισσότερο τους συνομιλητές τους, επιβεβαιώνοντας τις αρχικές, αυθαίρετες, προσδοκίες τους.
Άλλο παράδειγμα για ένα ζευγάρι είναι το εξής:.
Μια γυναίκα σκέφτεται πως ο σύντροφός της λόγω του αυξημένου φόρτου εργασίας την παραμελεί και ερμηνεύει τη στάση του ως αδιαφορία. Εκείνος στο μυαλό του θεωρεί πως η γυναίκα του είναι αχάριστη γιατί ενώ εκείνος πασχίζει να αυξήσει τις οικονομικές ανέσεις του σπιτιού, θα πρέπει να απολογείται κιόλας.
Γύρω λοιπόν από ένα αντικειμενικό γεγονός, τις πολλές ώρες απουσίας του συζύγου, υπάρχουν πολλές αρνητικές ερμηνείες. Η σύζυγος θεωρεί τον άντρα της αδιάφορο, με αποτέλεσμα να προσαρμόζει τη συμπεριφορά της προς αυτόν σύμφωνα με την ερμηνεία της. Εκείνος, φανερά ενοχλημένος από την αρνητική της συμπεριφορά, χαρακτηρίζει τη γυναίκα του αχάριστη, με αποτέλεσμα να αναπροσαρμόσει τη δική του συμπεριφορά με βάση την ερμηνεία του. Τότε, η γυναίκα επαληθεύει τον εαυτό της. Αλλά και ο σύζυγος, επαληθεύει τον εαυτό του, όταν αντιλαμβάνεται τις αντιδράσεις της γυναίκας του.
Βλέπουμε λοιπόν, το εξής σχήμα: ο τρόπος που ερμηνεύουμε τις ενέργειες κάποιου έχει ως αποτέλεσμα μια ανάλογη δράση- συμπεριφορά η οποία πιέζει τον απέναντί μας να συμμορφωθεί στην αρχική μας ερμηνεία, να φερθεί δηλαδή όπως εμείς είχαμε προεξοφλήσει.

Πηγή : Η αυτοεκπληρούμενη προφητεία και οι γονείς

* Βλέπε και εδώ : Γνωσιακή Προδιάθεση

 

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s