Το αυτονόητο δικαίωμα και η Ναρκισσιστική συμπεριφορά παιδιών και εφήβων

Το αυτονόητο δικαίωμα που καλλιεργείται στο παιδί και δομεί πεποιθήσεις άκαμπτες για κοινωνικό-οικονομικές αλλά και διαπροσωπικές σχέσεις: «Μην βλέπεις πως φτάσαμε εμείς ως εδώ, εσύ μπορείς να τα έχεις όλα όπως τα θες» 

Ένα από τα πιο συνηθισμένα χαρακτηριστικά που παρατηρούνται σε γονείς είναι πως μεγαλώνουν ένα παιδί με ένα μοτίβο αυτοθυσίας των ίδιων για τις καλύτερες δυνατές απολαβές αυτού. Σε αυτή την περίπτωση όμως, ίσως άθελά τους, καλλιεργούν στο παιδί ένα παγιωμένο αυτονόητο δικαίωμα (για τις παγίδες ζωής βλέπε Young & Klosko, 1994).

Όταν η υλική ευμάρεια των αγαθών είναι δεδομένη και η προσπάθεια των γονιών εστιάζει στο κομμάτι της παροχής όλο και πιο πολλών υλικών αγαθών στο παιδί, αυτό μεγαλώνει με την αίσθηση πως ακόμα και αν δεν τα έχει όλα τη στιγμή που θέλει στη διάθεσή του, μπορεί πάντα να τα αποκτήσει. Οι γονείς χωρίς να το αντιλαμβάνονται πλήρως, καλλιεργούν στο παιδί μία αίσθηση μεγαλείου μέσα στην οποία εκείνο παγιώνει την πεποίθηση πως όλα μπορεί να του ανήκουν αρκεί να τα θελήσει μονομιάς. Έτσι, όταν το άτομο κάνει το πέρασμα από την παιδική ηλικία και την εφηβεία, στην πρώιμη ενηλικίωση και αργότερα στην ενήλικη ζωή έχει μάθει αφενός μεν να δίνει μεγάλη σημασία στην απόκτηση υλικών αγαθών και στην προσέλκυση ανούσιων ερεθισμάτων, αφετέρου δε να θεωρεί αυτονόητο πως αυτά έρχονται άμεσα και εύκολα. Προεκτείνοντας την παγίδα του αυτονόητου δικαιώματος (Young & Klosko, 1994) λίγο ακόμη, το άτομο παγιώνει αυτό το δικαίωμα και σαν ένα αποκλειστικό προνόμιό του σε σχέση με τους άλλους. Δηλαδή όχι μόνο θεωρεί αυτονόητο πως μπορεί εύκολα να έχει ό, τι ζητήσει, αλλά αδιαφορεί πλήρως αν οι υπόλοιποι γύρω του, ακόμη και οι σημαντικοί σε αυτόν/η άλλοι, δεν μπορούν να έχουν ούτε τα μισά. Η εύκολη κατάκτηση
των στόχων και όλων των διαθέσιμων πραγμάτων είναι αποκλειστικά δικό του δικαίωμα. Πολλές φορές η προσπάθεια των γονιών να παρέχουν όσο περισσότερα μπορούν στο παιδί τους, την ώρα που οι ίδιοι στερούνται και κάνουν πίσω δικές τους ανάγκες, υπερτονίζει αυτή τη συσχέτιση στο μυαλό του ατόμου και την εγκαθιδρύει ως μόνιμη κατάσταση για τις αργότερα ενήλικες σχέσεις του. Η αυτοθυσία του εαυτού των γονιών σε σχέση με τα παιδιά τους, αν και μέχρι ενός σημείου έχει φυσική πλευρά, θέλει αρκετή προσοχή, ώστε να διακριθούν ξεκάθαρα όρια και να μπορέσει το παιδί να αντιληφθεί πως χρειάζεται να καταβάλει αρκετή προσπάθεια για να έχει κάποια κεκτημένα.

 Η παγίδα του αυτονόητου δικαιώματος και στις διαπροσωπικές σχέσεις

Αξίζει να σημειωθεί πως αυτή η αυτονόητη δικαίωση ναρκισσιστικού χαρακτήρα αν και τις περισσότερες φορές σχετίζεται με τα υλικά πράγματα, παρατηρείται συχνά και σε άυλες καταστάσεις. Πιο συγκεκριμένα, το αυτονόητο δικαίωμα μπορεί να καλλιεργηθεί και ως ένα δικαίωμα του ατόμου ότι μπορεί να κερδίζει πάντα, ότι είναι αυτονόητο πως θα είναι
πάντα μπροστά από τους άλλους και θα προηγείται, ότι θα έχει τον πρώτο και τον τελευταίο λόγο σε μία ομάδα, ότι θα κάνει τα διπλάσια από τους άλλους χωρίς να κοπιάσει, ότι θα πετύχει όπως και να έχει τις προτεραιότητές του, ότι γενικότερα θα υπερισχύσει σχεδόν σε όλα.

Μάλιστα, τα αυτονόητα δικαιώματα που δεν σχετίζονται με τα υλικά αγαθά είναι αρκετά πιο ψυχοπιεστικά για τις διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων που τα διακατέχουν, καθώς δεν είναι απαραίτητα αποτέλεσμα μίας πλούσιας καταγωγής, αλλά συχνότερα προκύπτουν από τον τρόπο που έχουν μάθει τα άτομα αυτά να σχετίζονται με τους άλλους. Οι διαπροσωπικές σχέσεις των ατόμων αυτών είναι συνήθως εξαιρετικά δύσκαμπτες και απαιτητικές, καθώς ψάχνουν απεγνωσμένα να βρουν άτομα να σχετιστούν για να τους επιβεβαιώσουν μία σειρά από προνόμια που έχουν σε μία σχέση, όπως για παράδειγμα ότι δεν θα υπάρχει μία ουσιαστική ισοτιμία, αλλά μία μονομερής επιβεβαίωση για συχνή υπεροχή σε επίπεδο δεξιοτήτων, αναγκών, εγκωμιαστικών σχολίων, εκδήλωσης αγάπης και ενδιαφέροντος. Σε περίπτωση που οι προσδοκίες του ατόμου με πεποιθήσεις αυτονόητου δικαιώματος δεν ικανοποιούνται σχεδόν άμεσα, τότε αυτό υποφέρει. Συνεπώς, δεν ανέχεται όχι μόνο τη ματαίωση από τους άλλους, αλλά ούτε καν την ισότιμη σχέση. Για να μην έρχεται λοιπόν στην πολύ δύσκολη θέση να αισθάνεται ίσο ή κατώτερο (σε οποιαδήποτε επιφανειακή έκφανση) συγκριτικά με τα άτομα με τα οποία σχετίζεται, υιοθετεί μία σειρά από στρατηγικές για να αποφύγει ή να αλλάξει πλήρως τέτοιου είδους σχέσεις. Μάλιστα έχοντας και πολλές φορές επίγνωση αυτής του της στρατηγικής δεν τη θεωρεί αφύσικη, καθώς γυρνά πάλι στο αυτονόητο δικαίωμα πως «πάντα θα βρίσκω σχέσεις που με συμφέρουν, ώστε να είμαι καλά με εμένα, γιατί είναι αυτονόητο πως θα είμαι καλά μόνο άμα αισθάνομαι πως υπερισχύω απέναντι στους άλλους» Τέτοιες πεποιθήσεις δεν αποκλείεται να βρουν και άλλα άτομα σύμφωνα, καθώς ο ωφελιμιστικός χαρακτήρας της μεταμοντέρνας περιόδου στις δυτικοευρωπαϊκές κουλτούρες έχει μετατρέψει αυτές τις δυσλειτουργικές πεποιθήσεις σε κοινωνικές νόρμες, με αποτέλεσμα ακόμα και ένα άτομο που δεν μοιράζεται άμεσα πεποιθήσεις αυτονόητου δικαιώματος να είναι πρόθυμο να σχετιστεί με μία τόσο εγωσύντονη προσωπικότητα είτε με πλήρη ανοχή είτε ακόμα και με θαυμασμό. Με αυτό τον τρόπο τα άτομα που φέρουν τέτοιου τύπου αυτονόητα δικαιώματα δεν αλλάζουν, αφού ούτε θεωρούν οι ίδιοι άλλα ούτε και οι άλλοι γύρω τους πως δυσλειτουργούν, γιατί παρά την απουσία γνήσιων και συναισθηματικών σχέσεων έχουν ένα ευρύ κοινωνικό περίγυρο να διατηρούν σχέσεις μέσα από τις οποίες καλύπτουν τις ανάγκες τους και προβάλλουν τα ιδιαίτερα χαρίσματά τους (είναι σύνηθες άτομα με πεποιθήσεις αυτονόητου δικαιώματος να έχουν όντως ιδιαίτερες ικανότητες, ξεχωριστά χαρίσματα ή πολύ υψηλό κοινωνικό στάτους, πως αλλιώς άλλωστε θα διατηρούσαν το δικαίωμα τους αν δεν το είχαν ή δεν το εξασκούσαν;)

Συμπεράσματα σε σχέση με την οικονομική κρίση και την διάκριση μέσα στον κοινωνικό περίγυρο 

Η συγκυρία της οικονομικής κρίσης, που άλλωστε έχει πλήξει τα περισσότερα κοινωνικά στρώματα, μπορεί να δώσει κάποια ακόμα συμπεράσματα σχετικά με τα άτομα που έχουν πεποιθήσεις αυτονόητων δικαιωμάτων. Η διάκριση των ατόμων που έχουν έντονες πεποιθήσεις αυτονόητων δικαιωμάτων εστιασμένες στη σχέση τους με τα υλικά αγαθά και το κοινωνικό κύρος μπορεί να γίνει ευκολότερη εν μέρει λόγω και των αναγκαστικών πλέον συνθηκών. Με άλλα λόγια, τα άτομα που έμαθαν να έχουν τεράστια οικονομική άνεση και υλική ευμάρεια είναι πολύ πιθανό πλέον να μην συνεχίσουν να ικανοποιούν το μόνιμο δικαίωμά τους για συνεχή αύξηση αυτών και να μάθουν να ανέχονται τη ζωή με βάση τα τωρινά κοινωνικό-οικονομικά δεδομένα. Σε διαφορετική περίπτωση η δυσφορία τους αναμένεται να επιφέρει μεταπτώσεις στη διάθεση πολύ ευκολότερα από ότι στο μέσο όρο των υπόλοιπων ατόμων. Συνεπώς, είναι πιθανό να μπορεί κανείς να διακρίνει αυτά τα άτομα μέσα από την ψυχολογική επένδυση στα χρήματα που είχαν πριν μερικά χρόνια και τώρα έχουν απολέσει, χάνοντας όμως μαζί με αυτά και μέρος της προσωπικότητας τους. Από την άλλη, οι εγωσύντονοι χαρακτήρες με πεποιθήσεις αυτονόητων δικαιωμάτων που συνδέονται με τις διαπροσωπικές τους σχέσεις δεν επηρεάζονται άμεσα από την οικονομική κρίση. Η διάκριση του δύσκαμπτου χαρακτήρα αυτών των ατόμων ξεκινάει μάλλον από τον κοντινό τους περίγυρο, καθώς η απρόσωπη σχέση τους με τους κοντινούς άλλους αντικατοπτρίζει συχνά καιτη σχέση τους με τον εαυτό τους. Παρόλα αυτά δεν πρέπει να ξεχνάμε πως τα άτομα με αυτονόητο δικαίωμα είτε σχετικό με τα υλικά αγαθά, είτε με τις διαπροσωπικές τους σχέσεις είναι σπάνια εμφανώς δυσλειτουργικά. Από τη μία λόγω κάποιων έμφυτων ή εξασκημένων δεξιοτήτων και από την άλλη λόγω της συμβατής με τον χαρακτήρα τους κουλτούρας, δεν χαρακτηρίζονται εύκολα ως δύσκαμπτα στις σχέσεις τους ή ως υπέρμετρα εγωκεντρικά με αποτέλεσμα να αποτελούν ακόμα και πώλο έλξης για προσωπικές σχέσεις ή και για ηγετικές θέσεις σε ομάδες. Επομένως, χρειάζεται αρκετή προσοχή στη διάκριση των πεποιθήσεων που έχουν για τον κόσμο και τον εαυτό και φυσικά στον τρόπο αλληλεπίδρασης που είχαν ή ακόμα έχουν με την οικογένεια καταγωγής τους (Young & Klosko, 1994).

Διαβάστε ακόμα:” Για ποιον το κάνω”: Η εξωτερική επιβεβαίωση ως το μόνο κίνητρο για δράση.

Βιβλιογραφία:
Young J. E., Klosko J. J., Weishaar M. E., (2003). Schema Therapy: A
Practicioner’s Guide. New York: Guildford Press.
Young J. E., Klosko J. J., (1994). Reinventing your life. Ney York: Plume.

_______________________
Αντώνης Κατσουρός [Σχετικά με εμένα]
Υπ. Διδάκτωρ Ψυχολογίας διαπροσωπικών σχέσεων και κοινωνικής επιρροής

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s