Επιτρέπεται να διαβάσω και λίγη λογοτεχνία αγαπητέ?

Σούπερ ενδιαφέρον άρθρο που αναφέρεται στα ωφέλη της ανάγνωσης λογοτεχνικών μυθιστορημάτων παρακαλώ. Μεγάλη σημασία στον τομέα των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων, κοινωνική συμπεριφορά και άλλα ωραία.

Η έρευνα αυτή μου φέρνει στο νου την απαξία που επιδεικνύουν πολλοί συνάνθρωποί μας και μάλιστα ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου στο διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, με αναφορές σε «χαμένο χρόνο», «δεν χρησιμεύει σε κάτι», «τι σου προσφέρει» και άλλα παρεμφερή σχόλια. Επιδεικνύουν δε οι άνθρωποι αυτοί μια επίμονη προσήλωση στο διάβασμα αποκλειστικά και μόνο αναγνωσμάτων σχετικών με το επαγγελματικό τους αντικείμενο.

Παρακάτω το άρθρο που αναδημοσιεύεται από εδώ : Η μαγική δύναμη των μυθιστορημάτων

 

Ο άνθρωπος φαίνεται πως είναι το μοναδικό έμβιο πλάσμα πάνω στον πλανήτη που έχει τη διαχρονική ανάγκη να ακούει, να επινοεί και να διηγείται ιστορίες. Ποια όμως ζωτική κοινωνική ή και βιολογική ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η εκπληκτική όσο και μοναδική ικανότητά μας;

Ενώ όλοι συμφωνούν πρόθυμα ότι οι πιο απίστευτες αφηγήσεις -τα διάφορα κοινωνικά ή πολιτισμικά μυθεύματα, τα πολιτικά ή θρησκευτικά παραμύθια- μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά τη ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας, ελάχιστοι προβληματίζονται για τα πραγματικά αίτια της διαχρονικής παρουσίας ενός τόσο εξόφθαλμα ανορθολογικού φαινομένου: της δύναμης των λέξεων να μας επηρεάζουν.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, άρχισαν δειλά δειλά να εμφανίζονται σοβαρές εργαστηριακές μελέτες που επιχειρούν να διαφωτίσουν επιστημονικά την τυπικά ανθρώπινη προδιάθεση να μετατρέπουμε σε αφηγήσεις ό,τι γνωρίζουμε αλλά και ό,τι αγνοούμε.

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος και γενικότερα ενός λογοτεχνικού έργου ασκεί μεγάλη επίδραση στη ζωή και τη σκέψη των αναγνωστών οι οποίοι, ενίοτε, ταυτίζονται με τους ήρωες των ιστοριών.

Λιγότερο γνωστό, μέχρι πρόσφατα, ήταν το γιατί και κυρίως το πώς συμβαίνει «το θαύμα» της λογοτεχνικής μέθεξης.

Μόλις πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε μια ενδιαφέρουσα έρευνα που πραγματοποίησαν οι Ε. Κάστανο (Emanuele Castano) και Ν. Κιντ (David Comet Kidd) στο New School for Social Science της Νέας Υόρκης.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας, η ανάγνωση αξιόλογων λογοτεχνικών έργων αυξάνει σημαντικά την ικανότητά μας για «ενσυναίσθηση», δηλαδή την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε τους άλλους και το κοινωνικό μας περιβάλλον.

Τα μυθιστορήματα -ιδίως όταν πρόκειται για έργα υψηλής λογοτεχνικής αξίας- ενισχύουν την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε καλύτερα τους άλλους και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα υποβάλλοντας σε μια σειρά ψυχολογικά τεστ χίλιους εθελοντές-αναγνώστες, καθένας από τους οι οποίους είχε διαβάσει είτε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο είτε ένα ανάγνωσμα μαζικής λογοτεχνίας.

Οπως διαπίστωσαν, οι αναγνώστες που είχαν διαβάσει αξιόλογα λογοτεχνικά βιβλία πετύχαιναν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα στα σχετικά τεστ και επιπλέον επιδείκνυαν αυξημένη κοινωνική νοημοσύνη, ψυχολογική ευαισθησία και ενσυναίσθηση.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς μια προσομοίωση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά αυτή η ίδια είναι μια κοινωνική εμπειρία» όπως διευκρίνισε ο David Comet Kidd.

Το γεγονός ότι τα πιο ευτελή μαζικά αναγνώσματα είναι λιγότερο «αποτελεσματικά» από τα λογοτεχνικά αφηγήματα οφείλεται στο ότι προσφέρουν στον αναγνώστη μια λιγότερο σύνθετη εικόνα της πραγματικότητας και στο ότι τα πρόσωπα του δράματος είναι κοινότοπα και απολύτως προβλέψιμα.

Η ανάγκη του εγκεφάλου να πλάθει ιστορίες

Σήμερα, όλοι αναγνωρίζουν ότι πρωτοπόρος στο πεδίο της νευρολογοτεχνίας είναι ο επιφανής νευροψυχολόγος Ρέιμοντ Μαρ (Raymond Mar) και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο Γιορκ στο Τορόντο του Καναδά, οι οποίοι πραγματοποίησαν μερικές σημαντικές έρευνες γύρω από τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις και την ψυχολογική λειτουργία των λογοτεχνικών αφηγημάτων.

Βασιζόμενος σε μια σειρά από εργαστηριακές μελέτες, που πραγματοποίησε μαζί με τον στενό συνεργάτη του, Κιθ Οουτλι (Keith Oatley), καθηγητή νευροεπιστήμης στο ίδιο πανεπιστήμιο και καταξιωμένο λογοτέχνη, κατέληξε το 2006 στο συμπέρασμα ότι οι αφηγήσεις λειτουργούν σαν «προσομοιωτές πτήσεων» για τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις!

Οπως όταν κάποιος επιθυμεί να γίνει πιλότος αεροπλάνων οφείλει να εκπαιδευτεί επί μακρόν σε έναν επίγειο προσομοιωτή πτήσεων, έτσι και η ακρόαση και η αφήγηση ιστοριών αποτελούν την απαραίτητη προπαιδεία για τη σύναψη των κοινωνικών σχέσεών μας.

Αναλύοντας κατά περίπτωση τα δεδομένα και κατόπιν συγκρίνοντας συνολικά τις διαφορετικές ικανότητες ως προς την κοινωνική επιτηδειότητα και τη συναισθηματική ενσυναίσθηση που ήταν ικανοί να επιδεικνύουν οι εθελοντές φοιτητές που συμμετείχαν στα πειράματα, οι ερευνητές οδηγήθηκαν στην εύλογη υπόθεση ότι οι αφηγήσεις ή οι ακροάσεις ιστοριών λειτουργούν ως ένα είδος «προσομοιωτή πτήσεων» για τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Ηταν η πρώτη σαφής ένδειξη για τη σημασία και τη λειτουργία των λογοτεχνικών ιστοριών στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις. Σε αυτή τη μελέτη, ωστόσο, παρέμεναν αδιευκρίνιστες οι σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος.

Οπως διευκρινίζει ο ίδιος ο Μαρ, «όταν το περιεχόμενο των ιστοριών έχει υψηλή κοινωνική αξία και μας διεγείρει διανοητικά, μπορεί να βελτιώσει τις κοινωνικές δεξιότητες των ατόμων. Οποιος διηγείται και ακούει (ή διαβάζει) μυθιστορηματικές ιστορίες παρουσιάζει μια σαφώς πιο πλούσια κοινωνική ζωή. Δεν είμαστε όμως ακόμη σε θέση να αποφασίσουμε, με τρόπο επιστημονικά ακριβή, αν η αφήγηση ιστοριών είναι η αιτία της καλύτερης κοινωνικής προσαρμογής ή, αντίθετα, το προϊόν της».

Για να αποφασίσει αν προηγούνται αιτιακά οι ιστορίες ή η κοινωνική προσαρμογή, ο Μαρ και οι συνεργάτες του σχεδίασαν μερικά πολύ ενδιαφέροντα και ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά πειράματα σχετικά με τον εγκεφαλικό εντοπισμό των αφηγηματικών πρακτικών μας.

Ετσι το 2007-08, καταφεύγοντας στις νέες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου (λειτουργική μαγνητική τομογραφία), κατάφεραν να εντοπίσουν επακριβώς ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται όταν βλέπουμε, ακούμε ή διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Ομως, και ένας άλλος κορυφαίος νευροεπιστήμονας, ο Μάικλ Γκαζάνιγκα (Michael Gazzaniga) είναι πεπεισμένος ότι τόσο η αφήγηση όσο και η ακρόαση ιστοριών σχετίζονται με εντοπισμένες δομές και λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου οι οποίες εμπλέκονται στην κοινωνική μας συμπεριφορά και διευκολύνουν ή, όταν δυσλειτουργούν, παρεμποδίζουν την κοινωνικοποίησή μας!

«Είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίζουμε με ταχύτητα τα απρόβλεπτα συμβάντα της ζωής επειδή τα έχουμε φανταστεί ή ακούσει από κάποιες διηγήσεις ανάλογων περιπτώσεων. Αυτή είναι μια από τις ουσιαστικές εξελικτικές λειτουργίες της αφήγησης ιστοριών», εξηγεί ο Γκαζάνιγκα, διεθνής αυθεντία στη μελέτη ασθενών με χειρουργικά διαιρεμένους εγκεφάλους για την αντιμετώπιση σοβαρών νευρολογικών παθήσεων.

Οταν, μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο κορυφαίος νευροεπιστήμονας ζητούσε από αυτούς τους ασθενείς να δικαιολογήσουν τη φαινομενικά ασυνεπή ή και περίεργη συμπεριφορά που προέκυπτε είτε από το δεξιό είτε από το αριστερό εγκεφαλικό τους ημισφαίριο, τα οποία πλέον δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, οι περισσότεροι ασθενείς έτειναν να επινοούν εύλογες ιστορίες ή «εξηγήσεις» που δικαιολογούσαν την παράλογη συμπεριφορά τους. Ιδού πώς το εξηγεί ο Γκαζάνιγκα:

«Διαπιστώνοντας τόσο συχνά αυτό το φαινόμενο, κατάλαβα ότι ο εγκέφαλός μας καταφεύγει στην τεχνική της “εξιστόρησης” για να βάζει τάξη στην αταξία και να δίνει κάποια λογική συνοχή σε ό,τι είναι λογικά ασυνεπές».

 

παξινος κατ εικονα

Σχολιάστε

Εισάγετε τα παρακάτω στοιχεία ή επιλέξτε ένα εικονίδιο για να συνδεθείτε:

Λογότυπο WordPress.com

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό WordPress.com. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Twitter

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Twitter. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Facebook

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Facebook. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Φωτογραφία Google+

Σχολιάζετε χρησιμοποιώντας τον λογαριασμό Google+. Αποσύνδεση / Αλλαγή )

Σύνδεση με %s