Προσκόλληση στην Ευεξία : Μια άλλη οπτική

Ένα άρθρο τροφή για σκέψη που αξίζει να διαβαστεί όλο από εδώ Η δικτατορία της ευεξίας

Μεταξύ άλλων
«Οσο ο κόσμος, η κοινωνία, η οικονομία καταρρέουν, εμείς μαθαίνουμε να ζούμε πιο υγιεινά και να αγαπάμε περισσότερο τον εαυτό μας, να «είμαστε καλά» με το στανιό. Διότι έτσι μας λένε: για τα δεινά μας δεν φταίει το σύστημα, φταίμε εμείς, που δεν ξέρουμε να εκτιμάμε τις μικρές χαρές της ζωής»
«…Ολα αυτά σε κάνουν ράκος, σου κόβεται η αναπνοή, περπατάς και σέρνεις τα πόδια σου, ντρέπεσαι για τα χάλια σου; Μάθε λοιπόν πως έχεις χάσει κάτι… Την επαφή με τον εαυτό σου. Την προσοχή στον εαυτό σου. Ο εαυτός σου, σου ζητάει να τον φροντίσεις. Κι εσύ αντί να κάνεις αυτό που πρέπει, κατηγορείς το σύστημα, τον καπιταλισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, την Ευρωπαϊκή Ενωση, τις αγορές. Κυνηγάς το δάσος, δηλαδή, και χάνεις το δέντρο και το δέντρο είσαι εσύ. Το δάσος μπορεί να έχει πάρει φωτιά αλλά εσύ πρέπει να φροντίσεις την προσωπική σου ευεξία.»
«…Δοκιμάστε, εδώ στην Ελλάδα να δουλέψετε οπουδήποτε – χωρίς σύμβαση φυσικά και χωρίς μπλοκ παροχής υπηρεσιών διότι ο μισθός είναι 500 ευρώ και δείτε τι θα σας πει ο εργοδότης: «οι καιροί είναι δύσκολοι, θέλω να εξυπηρετείς με χαρά τον πελάτη, να μην μπαίνει στο μαγαζί και παθαίνει κατάθλιψη». Μα πώς να είσαι χαρούμενος με μια δουλειά του ποδαριού που δεν γνωρίζεις καν αν θα την έχεις τον επόμενο μήνα;»
«…Σύμφωνα με τους ειδικούς μελετητές λοιπόν, η μοντέρνα αυτή ιδεολογία της προσωπικής ευεξίας (φρόντισε τον εαυτό σου, φρόντισε να είσαι εσύ καλά) λειτουργεί ενάντια σε κάθε πιθανότητα κοινωνικής αλλαγής με δύο τρόπους:
  1. Μας πείθει πως αν νιώθουμε άρρωστοι, λυπημένοι, εξαντλημένοι, το πρόβλημά μας δεν έχει σχέση με τα οικονομικά – ούτε τα δικά μας ούτε της χώρας. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, δεν υπάρχει δομική ανισορροπία, υπάρχει μόνο ατομική δυσπροσαρμογή ενώ αυτό που χρειάζεται είναι η ατομική ανταπόκριση. Μ΄άλλα λόγια αν σε πνίγουν η μιζέρια κι ο θυμός επειδή κουράστηκες πια να παλεύεις για να επιβιώσεις μέσα σε ένα σύστημα που σε απορρίπτει και σε εξοντώνει, το πρόβλημα είναι μόνο δικό σου. Δεν είναι τρελή η κοινωνία, ούτε μπερδεμένη, εσύ είσαι το ένα από τα δύο ή και τα δύο.
  2. Μας αποτρέπει από το να σκεφτούμε συλλογικά, από το να αντιδράσουμε κατά ομάδες ενάντια σε κρίσεις που συνδέονται με τη δουλειά, με τη φτώχεια, με την αδικία. Αντί αυτού του είδους δράσεων, η μοντέρνα ιδεολογία της ευεξίας μας σπρώχνει προς τους οδηγούς αυτοβελτίωσης, τους life coaches και τους ψυχολόγους.»
Η αργή κατάρρευση των κοινωνικών συμβολαίων είναι το φόντο στη μοντέρνα μανία για σωστή και καθαρή (από λιπαρά, σάκχαρα και γλουτένη) διατροφή, υγιεινή ζωή, προσωπική παραγωγικότητα, βαθιά αγάπη για τον εαυτό μας. Και φυσικά είναι το φόντο στην επιμονή πως, παρά τα εντελώς αντίθετα φαινόμενα, μπορούμε να κατακτήσουμε το νόημα της ευτυχίας αν σκεφτόμαστε θετικά, αν ακολουθήσουμε τη χαρά, αν κάνουμε ασκήσεις στρέτσινγκ. Ο πλανήτης μπορεί να καίγεται, αλλά όλα δείχνουν διαφορετικά αν τα κοιτάξεις από διαφορετική οπτική γωνία. Σαν όλοι να έχουν βαλθεί ξαφνικά να μας κάνουν να νιώσουμε ότι εξακολουθούμε να ελέγχουμε τη ζωή μας.
Τα βιβλία:
«The Wellness Syndrome» Συγγραφείς: Carl Cederström and Andre Spicer | Εκδόσεις: Polity Press | Γλώσσα: αγγλικά | Σελίδες: 200| Τιμή: 14,99 λίρες
«The Truth About Getting Things Done» Συγγραφέας: Mark Fritz| Εκδόσεις: Pearson Business| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 192| Τιμή: 12,99 λίρες
«Psycho-cybernetics» Συγγραφέας: Maxwell Maltz| Εκδόσεις: Wilshire Book Co.| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 256| Τιμή: 12,99 λίρες
«A Burst of Light: Essays» Συγγραφέας: Audre Lorde| Εκδόσεις: Firebrand Books| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 134| Τιμή: 19,14 δολάρια
Πηγή: Protagon.gr

 

 

«Ημουν χαμένος σε εικονικό κόσμο»

Για να έρθει στη συνάντησή μας, χρειάστηκε να μπει στο μετρό. Μέσα στο βαγόνι έσκυψε το κεφάλι. Προσπάθησε να εστιάσει στο πάτωμα, σε κάποιο χρώμα, σε οτιδήποτε θα του αποσπούσε την προσοχή, γιατί δεν άντεχε τόσο κόσμο ολόγυρα. Βγαίνει από το σπίτι του δύο φορές την εβδομάδα. Δεν μπορεί παραπάνω. Λέει ότι αλλιώς νιώθει πίεση, ότι έχει ταχυπαλμίες. Επί χρόνια, του ήταν αφόρητο να απομακρυνθεί ακόμη και από το δωμάτιό του. Παρέμενε εκεί, άυπνος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, βυθισμένος σε κάποιο διαδικτυακό παιχνίδι.

«Αν κάτσω ακίνητος, δεν νιώθω το πέρασμα του χρόνου. Εχει χαθεί αυτή η αίσθηση. Και ξεχνάω εύκολα. Ο,τι δεν έχει σχέση με το gaming δεν ενδιαφέρει το μυαλό μου, το διαγράφω», λέει ο Θανάσης. Είναι 28 ετών, έχει αραιό μούσι και φοράει γυαλιά μυωπίας με λεπτό μεταλλικό σκελετό. Συναντιόμαστε στα γραφεία του Τμήματος Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου της μονάδας απεξάρτησης «18 Ανω», όπου είναι θεραπευόμενος. Δέχεται να μιλήσει με μόνη παράκληση να μη δημοσιευθεί το πραγματικό όνομά του.

Η πρώτη επαφή του με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν σε παιδική ηλικία με τις κονσόλες Amiga και Playstation. Τότε αφιέρωνε το πολύ τέσσερις ώρες την ημέρα σε αυτή την ασχολία. «Το Ιντερνετ με έβαλε περισσότερο στο τριπάκι», λέει. Τα μαζικά διαδικτυακά παιχνίδια πολλαπλών παικτών (MMORPG), όπως τα δημοφιλή World of Warcraft (WoW) και League of Legends (LoL), σταδιακά τον απορροφούσαν όλο και περισσότερο. «Είχα μπει σε “πρόγραμμα”», λέει και περιγράφει μια καθημερινότητα που περιελάμβανε έως και 20 ώρες σχεδόν αδιάλειπτου παιχνιδιού με μικρές παύσεις για ύπνο.

Φαύλος κύκλος

Στην πορεία, έμεινε χωρίς παρέες γιατί όποτε έβγαινε για καφέ μιλούσε για όσα γίνονταν στον εικονικό κόσμο – κάτι που δεν ενδιέφερε τους φίλους του. Διέκοψε τις σπουδές του και τα τελευταία έξι χρόνια δεν είχε σχέση, δεν έχει πάει στον κινηματογράφο, δεν έχει κάνει διακοπές. Ελειψε μόνο δύο φορές από την Αθήνα για δύο εβδομάδες συνολικά, όταν επισκέφθηκε σε άλλη πόλη παίκτες που είχε γνωρίσει στο διαδικτυακό παιχνίδι Lineage. Και τότε πάντως δεν έμεινε μακριά από υπολογιστή. «Επαιζα γιατί ήθελα την ευχαρίστηση, την έξοδο. Αλλά δεν έπαιρνα αυτό. Οταν τελείωνε το παιχνίδι, αισθανόμουν άσχημα. Το ένιωθα σαν ανάγκη ότι έπρεπε να ξαναπαίξω», λέει περιγράφοντας ουσιαστικά τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης.

Πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνώρισε τον εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια ως διαταραχή της διανοητικής υγείας. Ο δρ Πέτρος Λεβούνης, επικεφαλής του ψυχιατρικού τμήματος του Πανεπιστήμιου Rutgers στο Νιου Τζέρσεϊ και ειδικός σε θέματα εξαρτήσεων, εξηγεί στην «Κ» ότι αυτή η εξέλιξη θα βοηθήσει την ιατρική έρευνα, τα διαγνωστικά μοντέλα αλλά και τη θεραπεία των ασθενών. Πριν από δέκα χρόνια στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χρήσης κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, ο κ. Λεβούνης διαπίστωσε ότι αρκετοί ασθενείς εμφάνιζαν και καταναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά. Στράφηκε τότε στη μελέτη των συμπεριφορικών εξαρτήσεων και δέχθηκε έπειτα τους πρώτους ασθενείς με εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Τα σύνδρομα στέρησης που είχαν (άγχος, δυσφορία και διαταραχές ύπνου, μεταξύ άλλων) θύμιζαν αυτά των εξαρτημένων από ουσίες όπως η κοκαΐνη.


Η ψηφιακή επικοινωνία με παίκτες σε άλλες χώρες παρέχει στους εξαρτημένους μια ψευδαίσθηση κοινωνικότητας.

Και στην Ελλάδα οι ειδικοί αντιλήφθηκαν σταδιακά τις διαστάσεις του προβλήματος. Το 2008, το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) είχε μια ομάδα έγκαιρης παρέμβασης για εφήβους χρήστες κάνναβης. Διαπιστώθηκε όμως ότι οι ανήλικοι που συμμετείχαν τότε στο πρόγραμμα εμφάνιζαν κυρίως εξάρτηση από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Την τελευταία εξαετία, 125 έφηβοι και περίπου 350 γονείς έχουν απευθυνθεί στη Μονάδα Εγκαιρης Παρέμβασης της Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου του ΚΕΘΕΑ. Αυτή την περίοδο οκτώ παιδιά και 35 γονείς δέχονται συμβουλευτική, ενώ άλλοι 22 γονείς αναμένουν τη σειρά τους για ραντεβού.

Πότε όμως κάποιος θεωρείται εθισμένος στα βιντεοπαιχνίδια; Η Αναστασία Βλαχογεωργάκη, σύμβουλος εξαρτήσεων και θεραπεύτρια οικογένειας στο ΚΕΘΕΑ, εξηγεί στην «Κ» ότι η χρήση θεωρείται υπερβολική όταν ο παίκτης δεν είναι πλέον λειτουργικός στην υπόλοιπη ζωή του, όταν υπάρχει μια μονοδιάστατη ενασχόληση.

«Δεν σημαίνει ότι όποιος παίζει κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι θα εθιστεί. Πάρα πολύ κόσμος παίζει. Γι’ αυτό δίνουμε έμφαση και στα προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν πίσω από τον εθισμό», λέει η ψυχίατρος Στέλλα Χρηστίδη, επιστημονική υπεύθυνος στο Τμήμα Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου του «18 Ανω», που ανήκει διοικητικά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Το «18 Ανω» δέχεται ενηλίκους. Περιστατικά που έχουν χρονίσει και συχνά εμφανίζουν προϋπάρχουσα ή συνυπάρχουσα ψυχοπαθολογία. Το άγχος, η κατάθλιψη, σε κάποιες περιπτώσεις και οι μαθησιακές δυσκολίες, συναντώνται σε εξαρτημένους από βιντεοπαιχνίδια. Ακόμη και η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους ειδικούς προδιαθεσικός παράγοντας. Η κ. Χρηστίδη αναφέρει ότι ορισμένοι θεραπευόμενοι διηγούνται και παλιές εμπειρίες σχολικού εκφοβισμού. «Δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην πραγματικότητα και απομονώνονται στο σπίτι», λέει.

Η ενημέρωση

Για τον 28χρονο Θανάση όλα μπορεί να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν, όπως λέει, υπήρχε σχετική ενημέρωση για την πιθανότητα εξάρτησης από τα βιντεοπαιχνίδια ή τους τρόπους αντιμετώπισης όσο ήταν ακόμη παιδί.

Η Αναστασία Βλαχογεωργάκη από τη μονάδα του ΚΕΘΕΑ που ειδικεύεται σε παιδιά και εφήβους λέει ότι οι γονείς δεν πρέπει να βάζουν ταμπέλες. Δεν ωφελεί να τους λένε: «Είσαι εξαρτημένος». Αυτή την περίοδο, λόγω καλοκαιριού και περισσότερου ελεύθερου χρόνου, αυξάνονται τα αιτήματα που δέχεται από γονείς καθώς ανησυχούν για υποτροπή των παιδιών στην υπερβολική χρήση διαδικτυακών παιχνιδιών. «Χρειάζεται ήρεμη και συνεπής αντιμετώπιση. Να τροφοδοτούν τα παιδιά με άλλες δραστηριότητες», λέει.

Στα δέκα χρόνια που παρακολουθεί στις ΗΠΑ το θέμα του εθισμού στο gaming, ο ψυχίατρος Πέτρος Λεβούνης δέχεται πιο συχνά ενηλίκους ασθενείς που υποστηρίζουν χωρίς δισταγμό ότι πάσχουν από αυτή την εξάρτηση. Μπορεί όμως να μην είναι αυτό το βασικό θέμα που τους βασανίζει. «Νιώθουν αγχωμένοι, δυστυχισμένοι και μπορεί να ψάχνουν για οτιδήποτε ενδέχεται να εξηγήσει καλύτερα την κατάστασή τους», λέει και φέρνει ως παράδειγμα την περίπτωση 18χρονου ασθενούς του. Οι γονείς του θεωρούσαν ότι πάσχει από εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια λόγω της πολύωρης ενασχόλησής του με αυτά. Ο έφηβος όμως διαγνώστηκε με σχιζοφρενική διαταραχή και έλαβε ειδική αγωγή.

Τα δύσκολα βήματα επιστροφής στην πραγματικότητα…

Αυτή την περίοδο στο «18 Ανω» παρακολουθούνται 30 ενήλικες για την προβληματική χρήση του Διαδικτύου. Ολοι είναι άντρες, όπως συχνά συμβαίνει στην εξάρτηση από τα βιντεοπαιχνίδια. «Ο χρήστης έχει χάσει πια τον έλεγχο, παίζει περισσότερο από όσο έχει σχεδιάσει και αυτό γίνεται προτεραιότητα εις βάρος άλλων δραστηριοτήτων. Μπορεί να γνωρίζει ή να βλέπει τις αρνητικές συνέπειες αλλά δεν μπορεί να σταματήσει», λέει η ψυχίατρος Στέλλα Χρηστίδη.

Σε αυτή τη θέση είχε βρεθεί παλιότερα και ο 35χρονος σήμερα Επαμεινώνδας. Στα φοιτητικά του χρόνια είχε περάσει έξι μήνες κλεισμένος στο σπίτι. Είχε τυπική επικοινωνία με τους γονείς του, συμπλήρωνε δύο ή τρεις ημέρες άυπνος, έτρωγε μόνο πρόχειρο φαγητό. Για τον ίδιο αφετηρία της κατάχρησης ήταν οι νέες δυνατότητες που παρείχε το Διαδίκτυο. «Οσο και να έπαιζες Super Mario κάποτε θα τελείωνε. Πόσες φορές να το τερματίσεις; Το βάζεις στο ράφι και περιμένεις να βγει το επόμενο», λέει αναφερόμενος στο δημοφιλές παιχνίδι της Nintendo. «Ολα τα παιχνίδια παλιά είχαν αρχή και τέλος. Τίτλοι όμως όπως το World of Warcraft δεν τελειώνουν ποτέ», επισημαίνει.


Τα μαζικά διαδικτυακά παιχνίδια πολλαπλών παικτών (MMORPG), όπως αυτό στη φωτογραφία, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των εθισμένων στο gaming.

Επιβαρυντικά μπορεί να λειτουργεί πλέον και το γεγονός ότι με την εξάπλωση της χρήσης των smartphones όλα βρίσκονται «ένα κλικ μακριά». Ο ψυχίατρος Πέτρος Λεβούνης εξηγεί ότι για κάποιους ειδικούς παίζει ρόλο στον εθισμό και η δομή των βιντεοπαιχνιδιών. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία τα παιχνίδια έχουν γίνει πιο δύσκολα. Η επιβράβευση του χρήστη δεν είναι δεδομένη, ούτε προκύπτει άμεσα μόλις ανοίξει μια εφαρμογή, προκαλώντας αδημονία στον παίκτη.

Με τον καιρό ο Επαμεινώνδας κατάφερε έως έναν βαθμό να οριοθετήσει τον χρόνο που δαπανά στα διαδικτυακά παιχνίδια. Τελείωσε τις σπουδές του με αντικείμενο την Πληροφορική, βρήκε εργασία και διατήρησε τις παρέες του παρότι καθημερινά περνούσε οκτώ ώρες καθηλωμένος σε μια οθόνη, παίζοντας. Οταν όμως απέκτησε δική του οικογένεια διαπίστωσε ότι και αυτός ο χρόνος ήταν υπερβολικός. «Για εμένα υπήρχαν δύο κόσμοι. Τότε στα μάτια πολλών ήμουν φυσιολογικός, χωρίς να ξέρουν ότι τα βράδια συνήθως με απασχολούσε και αυτό το κομμάτι», αναφέρει ο Επαμεινώνδας. «Το gaming είναι κουραστικό. Οταν φτάσεις στα 30 και δεν κοιμηθείς δύο συνεχόμενα βράδια δύσκολα θα συνέλθεις την τρίτη μέρα. Ακόμα και η εγχείρηση που έκανα στη μέση οφείλεται στην έντονη καθιστική ζωή που είχα».

Πώς αντιμετωπίζεται όμως αυτή η εξάρτηση; Ολοι οι ειδικοί που μίλησαν στην «Κ» λένε ότι βασικό εργαλείο κατά του εθισμού είναι η ψυχοθεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανάλογα με συνυπάρχουσες ψυχικές ασθένειες μπορεί να γίνει και χρήση φαρμακευτικής αγωγής. Ο κ. Λεβούνης θυμάται την περίπτωση ενός ασθενούς του που εργαζόταν ως μάνατζερ εστιατορίου στη Νέα Υόρκη. «Δαπανούσε 25 με 30 ώρες την εβδομάδα στο gaming – πέρα από τις ώρες που αφιέρωνε στο να το σκέφτεται. Εκρυβε αυτή την ενασχόλησή του από συναδέλφους και συγγενείς. Αποφάσισε να μεταναστεύσει στο Λονδίνο – παρότι αυτά τα παιχνίδια είναι προσβάσιμα διεθνώς. Ηθελε να έρθει σε ρήξη με τον τρόπο ζωής του, με τη ρουτίνα που είχε διαμορφώσει», περιγράφει.

Η κ. Χρηστίδη εξηγεί ότι στόχος των προγραμμάτων απεξάρτησης δεν είναι να σταματήσει η χρήση του υπολογιστή από τον θεραπευόμενο. Αλλωστε, οι υπολογιστές είναι εργαλείο και μέρος της ζωής μας. Στόχος είναι να μη χρησιμοποιούνται για διαδικτυακά παιχνίδια.

Μάχη να κρατηθούν μακριά

Ο Επαμεινώνδας, θεραπευόμενος και αυτός στο 18 Ανω, δεν έχει αφιερώσει ούτε ένα λεπτό στο gaming από τον Ιανουάριο. «Είπαμε να το δοκιμάσουμε για μία εβδομάδα και έχουν συμπληρωθεί μήνες», αναφέρει όταν συναντιόμαστε στα γραφεία της μονάδας. Είναι ψηλός, με ήρεμο λόγο και φοράει μια μπλούζα με το σήμα του Flash, του σούπερ ήρωα των κόμικς της DC. Αναζητά τώρα εναλλακτικές δραστηριότητες για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του.

Αντίστοιχα ο 28χρονος Θανάσης προσπαθεί να μετριάσει τη χρήση διαδικτυακών παιχνιδιών. Κοιμάται περισσότερο και μόλις ξυπνήσει δεν θα συνδεθεί αμέσως στον υπολογιστή, αλλά θα μιλήσει με τους γονείς του, θα βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού. Πλέον δεν τρώει στο δωμάτιό του, αλλά στην κουζίνα. Το μεσημέρι που συναντιόμαστε έχει ήδη κλείσει πέντε ώρες εκτός οποιουδήποτε διαδικτυακού παιχνιδιού.

«Εχω φτάσει 28 χρόνων και δεν έχω κάνει κάτι και με φοβίζει αυτό. Μέχρι πότε θα μπορούν να με συντηρήσουν οι γονείς μου;». Θυμάται ότι υπήρχαν ημέρες που μιλούσε μόνο αγγλικά. Αυτή η ψηφιακή επικοινωνία με άλλους χρήστες των ίδιων παιχνιδιών διεθνώς του παρείχε μια ψευδαίσθηση κοινωνικότητας. Παρέμενε όμως μόνος του, στο δωμάτιό του. «Δεν ζούσα στην Ελλάδα. Ημουν χαμένος σε έναν εικονικό κόσμο», λέει. «Αλλοι λένε ότι θέλουν να αποκτήσουν χρήματα, ή να κάνουν πολλά ταξίδια. Εγώ δεν είχα στόχο, γενικά. Ούτε να παίζω μέχρι να πεθάνω ήθελα, που λέει ο λόγος. Πρόσφατα άρχισα να σκέφτομαι για στόχους. Θέλω να τελειώσω τη θεραπεία, να πιάσω μια δουλειά, να αποκτήσω δική μου οικογένεια».

Από «Καθημερινή»

Βλέπε και Εθισμός στο διαδίκτυο (ίντερνετ)

Συνέντευξη: Η ζωή μου ως ψυχοπαθητικη.

Ενδιαφέρον διαβασμα για την οπτική ενός ψυχοπαθητικου χαρακτήρα.

https://www.thecut.com/2018/08/my-life-as-a-psychopath.html#comments

The Pressing Need for Everyone to Quiet Their Egos

We live in some times. On the one hand, things are better than they’ve ever been. Overall rates of violence, poverty, and disease are down. There have been substantial increases in education, longevity, leisure time, and safety. On the other hand… We are more divided than ever as a species. Tribalism and identity politics are rampant on all sides of everything.

Steven Pinker and other intellectuals think that the answer is a return to Enlightenment values— things like reason, individualism, and the free expression of as many ideas as possible and an effective method for evaluating the truth of them. I agree that this is part of the solution, but I think an often underdiscussed part of the problem is much more fundamental: all of our egos are just too damn loud.*

Watching debates in the media (and especially on YouTube) lately has been making my head explode. There seems to be this growing belief that the goal is always to win. Not have a dialectical, well-intentioned, mutual search for overarching principles and productive ways forward that will improve humanity– but to just win and destroy.

Now, don’t get me wrong– I find a good intellectual domination just as thrilling as the next person. But cheap thrills aside, I also care deeply about there actually being a positive outcome. Arriving at the truth and improving society may not be explicit goals of a WWE match, but surely these are worthy goals of public discourse?

There is also an interesting paradox at play here in that the more the ego is quieted, the higher the likelihood of actually reaching one’s goals. I think we tend to grossly underestimate the extent to which the drive for self-enhancement actually gets in the way of reaching one’s goals– even if one’s goals are primarily agentic.

Since psychologists use of the term ego is very different ways, let me be clear how I am defining it here. I define the ego as that aspect of the self that has the incessant need to see itself in a positive light. Make no doubt: the self can be our greatest resource, but it can also be our darkest enemy. On the one hand, the fundamentally human capacities for self-awareness, self-reflection, and self-control are essential for reaching our goals. On the other hand, the self will do anything to disavow itself of responsibility for any negative outcome it may have played a role. As one researcher put it, the self engenders “a self-zoo of self-defense mechanisms.” I believe we can refer to these defensive strategies to see the self in a positive light as the “ego”. A noisy ego spends so much time defending the self as if it were a real thing, and then doing whatever it takes to assert itself, that it often inhibits the very goals it is most striving for.

In recent years, Heidi Wayment and her colleagues have been developing a “quiet ego” research program grounded in Buddhist philosophy and humanistic psychology ideals, and backed by empirical research in the field of positive psychology. Paradoxically, it turns out that quieting the ego is so much more effective in cultivating well-being, growth, health, productivity, and a healthy, productive self-esteem, than focusing so loudly on self-enhancement.

To be clear, a quiet ego is not the same thing as a silent ego. Squashing the ego so much that it loses its identity entirely does not do yourself or the world any favors. Instead, the quiet ego perspective emphasizes balance and integration. As Wayment and colleagues put it, “The volume of the ego is turned down so that it might listen to others as well as the self in an effort to approach life more humanely and compassionately.” The quiet ego approach focuses on balancing the interests of the self and others, and cultivating growth of the self and others over time based on self-awareness, interdependent identity, and compassionate experience.

The goal of the quiet ego approach is to arrive at a less defensive, and more integrative stance toward the self and others, not lose your sense of self or deny your need for the esteem from others. You can very much cultivate an authentic identity that incorporates others without losing the self, or feeling the need for narcissistic displays of winning. A quiet ego is an indication of a healthy self-esteem, one that acknowledges one’s own limitations, doesn’t need to constantly resort to defensiveness whenever the ego is threatened, and yet has a firm sense of self-worth and competence.

According to Bauer and Wayment, the quiet ego consists of four deeply interconnected facets that can be cultivated: detached awareness, inclusive identity, perspective-taking, and growth-mindedness. These four qualities of the quiet ego contribute to having a general stance of balance and growth toward the self and others:

  • Detached Awareness. Those with a quiet ego have an engaged, nondefensive form of attention to the present moment. They are aware of both the positive and negatives of a situation, and their attention is detached from more ego-driven evaluations of the present moment. Rather, they attempt to see reality as clearly as possible. This requires openness and acceptance to whatever one might discover about the self or others in the present moment, and letting the moment unfold as naturally as possibly. It also involves the ability to revisit thoughts and feelings that have already occurred, examine them more objectively than perhaps one was able to in the moment, and make the appropriate adjustments that will lead to further growth.
  • Inclusive Identity. People whose egos are turned down in volume have a balanced or more integrative interpretation of the self and others. They understand other perspectives in a way that allows them to identify with the experience of others, break down barriers, and come to a deeper understanding of common humanity. An ability to be mindful, and the detached awareness that comes with it, can help facilitate an inclusive identity, especially under moments of conflict, such as having one’s identity or core values challenged. If your identity is inclusive, you’re likely to be cooperative and compassionate toward others rather than only working to help yourself.
  • Perspective-Taking. By reflecting on other viewpoints, the quiet ego brings attention outside the self, increasing empathy and compassion. Perspective taking and inclusive identity are intimately intertwined, as either one can trigger the other. For instance, the realization of one’s interdependence with others can lead to a greater understanding of the perspective of others.
  • Growth-Mindedness. A concern for prosocial development and change for self and others over time causes those with a quiet ego to question the long-term impact of their actions in the moment, and to view the present moment as part of an ongoing life journey instead of a threat to one’s self and existence. Growth-mindedness and perspective taking complement each other nicely, as a growth stance toward the moment clears a space for understanding multiple perspectives. Growth-mindedness is also complementary to detached awareness, as both are focused on dynamic processes rather than evaluation of the final product.

These qualities should not be viewed in isolation from each other, but as part of a whole system of ego functioning. Curious where you lie on the quiet ego continuum? Here are 14 items that will give you a rough estimation. If you find yourself nodding in strong agreement to most of these items, you probably have a quiet ego:

Quiet Ego Scale (QES)

  1. I often pay attention when I am doing things.
  2. I don’t do jobs or tasks automatically, I am aware of what I’m doing.
  3. I don’t rush through activities without being really attentive to them.
  4. I feel a connection to all living things.
  5. I feel a connection with strangers.
  6. I feel a connection to people of other races.
  7. Before criticizing somebody, I try to imagine how I would feel if I were in their place.
  8. When I’m upset at someone, I usually try to put myself in his or her shoes for a while.
  9. I try to look at everybody’s side of a disagreement before I make a decision.
  10. I find it easy to see things from another person’s point of view.
  11. For me, life has been a continuous process of learning, changing, and growth.
  12. I think it is important to have new experiences that challenge how you think about yourself and the world.
  13. I have the sense that I have developed a lot as a person over time.
  14. When I think about it, I have really improved a lot as a person over the years.

Those scoring higher on the Quiet Ego Scale tend to be more interested in personal growth and balance and are more likely to seek growth through authenticity, mastery, and positive social relationships. While a quiet ego is positively related to having a healthy self-esteem, resilience, and healthy coping strategies for dealing with life’s stressors, it is also related to humanitarian attitudes and behaviors. This is consistent with the idea that a quiet ego balances compassion with self-protection and growth goals. Indeed, a good indication that one is growing is that the ego is quieting. A quiet ego is also associated with humility, spiritual growth, flexible thinking, open-minded thinking, the ability to savor everyday experiences, life satisfaction, risk-taking, and the feeling that life is meaningful. It’s clear that a quiet ego is very conducive to living a full existence.

In my own research, I found a zero relationship between having a quiet ego and scores on a measure of «self-sacrificing self-enhancement», which is a actually facet of narcissism. Self-sacrificing self-enhancement is measured by items such as:

  • Sacrificing for others makes me the better person.
  • I try to show what a good person I am through my sacrifices.
  • I like to have friends who rely on me because it makes me feel important.
  • I feel important when others rely on me.

This suggests that quieting the ego is not about just any sort of other-concern (such as the ego-driven need to appear compassionate). It seems that the quiet ego is related to a genuine concern for the growth and development of self and others. In line with this, I found that the quiet ego was positively related to measures of compassion and empathy that were negatively correlated with self-sacrificing self-enhancement. Consistent with prior research, I also found a positive relationship between a quiet ego and self-compassion. It appears then that those with a quiet ego tend be loving, giving people, but also take care of themselves just as compassionately as they tend to take care of others.

Another recent study conducted by Heidi Wayment and Jack Bauer further supports the notion that the quiet ego really does balance the needs of self and others. They found that having a quiet ego was associated with self-transcendent values– such as universalism and benevolence– as well as self-direction and achievement. Also, the quiet ego was unrelated to conformity.

These results underscore the centrality of growth and balance values to the quiet ego construct, and make clear that quieting the ego does not quiet the self. In fact, I would like to put forward the following equation:

The quieter the ego = The stronger one’s best self emerges

I think it’s time for our society to realize (and put into practice) the fact that you don’t have to choose either concern for the self or concern for others. In fact, intentionally practicing to maintain a healthy balance between these fundamental concerns is most conducive to health, growth, well-being, high performance, creativity, and actually arriving at the truth.

Imagine if in addition to learning math, reading, and sex education in school, we also learned how to cultivate the four characteristics of the quiet ego? Or imagine if before any potentially heated public debate, the ground rules included at least an attempt for all participants to practice these characteristics? Better yet, how about instead of the goal of the debate being «who won?», the debate concludes by having each participant state the things they learned from the other person as a result of the discussion? Would that really be so boring? If so, then I think the problem cuts even deeper than I thought.

I don’t think it’s an overstatement to say that the cultivation of these skills in our society would lead to greater mental health, useful reality-based information, as well as peace and unity among humans. Instead of destroying each other how about we learn from each other?

© 2018 Scott Barry Kaufman, All Rights Reserved

* I say «all of us» because I really do believe that all of us (including me!) can benefit from cultivating a quieter ego. This is a lifelong practice, and one that each of us are capable of committing to and moving toward in our daily lives. Recent research (see Discussion section of this paper) suggests that there are activities that do in fact enhance people’s quiet ego functioning.

 

Από : The Pressing Need for Everyone to Quiet Their Egos

Γιατροί : μια πλευρά

I love my doctors.

I have an undiagnosable autoimmune disease. It’s mostly manageable, my lab work is perfect, and I rarely get sick. I get allergy shots and take blood pressure medication. I always have at least low level, mostly familiar, physical symptoms. Occasionally a new one appears. Sometimes it is scary.

I could have sued any or all of my doctors over the last decade-plus. I could be “livin’ large.” They haven’t figured out what is wrong with me. They made mistakes, which sometimes caused symptoms and certainly did not resolve my issues. It took several years to get me stabilized.

So why do I love my doctors? Why wouldn’t I sue them?

I could see that they were trying to help me. They told me that they were trying to help me. They coordinated with each other. They comforted me when I was distraught. They looked at my issues, flexibly, from all different angles. They consulted with other colleagues. They persisted. They never gave up. They cared. They have made my life livable.

I needed them, and I still do. I am so grateful to them.

This point of view is missing from the national conversation about health care. I interviewed 50 doctors for my book, and they told me all about it. Their compassion and dedication flow out of the pages. Yet, that doesn’t seem to matter or be heard. As one of them said, “No one cares about the doctors.”

Those of us who went to college remember the pre-med students. They were the ones who studied all the time. They took multiple difficult science courses, some of which were “make or break,” requiring an “A” to stay competitive. As one of my interviewees said, “Most people aren’t committed at such a young age.” It’s not like this magically changes after they complete medical school and residency. One telling interview item from my book was, “Please tell me about a typical day or week for you.” This produced astounding responses. The typical day for one doctor involved rounds at the hospital, seeing patients in the office, doing chores, making phone calls, checking messages and lab results, family calls, other doctor calls, then back to the hospital. One doctor told me “It’s 24/7.” Another one stated, “It’s not really a job. It’s your life.” And another said, “You give up and miss out on a lot.”

The pressure to perform and to be correct 100 percent of the time is beyond belief. I know that I couldn’t withstand it. “This society accepts no mistakes. It’s the only job where you cannot make a mistake”, said one doctor. “You are responsible for things that you cannot control.”, said another. And when I inquired about lawsuits, those of my interviewees who had them stated that although they emerged unscathed professionally, the “stress was horrible” or one felt “violated.” As a result, “Younger doctors are experts in defensive medicine, rather than the real issues.” While many of us are still under the impression that all doctors are rich, my interviewees reported declining salaries, trouble keeping their doors open, and of course, the overbearing presence of massive debt accrued from attending medical school.

How is any of this right? Does this make sense? It’s some combination of the “terrible twos” and adolescence. We are supposed to be a society of adults, who know that we are not the center of the universe, that sometimes we have to wait and be patient, and that we need see the perspectives of others. This is all part of normal development. Instead, we want what we want, and we want it now. And we want it to be perfect. When we don’t get it, we rebel and lash out. Sound familiar? This attitude applies to health care. So, look at it this way: one of the most important aspects of the health care crisis is that we have an ever-increasing doctor shortage. They are being driven out of practice. This is partially due to our developmental immaturity.

Is this what we want? I know that I don’t want it. How can we expect people to sacrifice and then work under the pressure that our doctors are working? And to top it off, to be ever caring and competent. Research shows that emotions, stress, pressure, mistreatment, disappointment, futility–call it what you will–all impact problem solving, critical thinking and performance. Should our doctors be expected to be superhuman in this regard as well? What do my doctors need besides training and clinical competence to help with my uncharted disease? In fact, what do doctors need to help any of us with anything? Well, they need to be able to think. Who could think under current circumstances? But we expect that, and in my opinion, we typically get it.

We all need to stop pretending that it doesn’t matter how we treat our doctors. As one of my interviewees said, “We are used as pawns in the system. No one cares about the doctors.” We, the patients, are the ones who pay the price for this callousness.” There was a social pact in place,” said one interviewee. “We provided care, and we had a comfortable life. That pact was broken. The deal was broken. So now there is a new generation with a new attitude: We will provide care when we want to provide care. 9 to 5 and no weekends.” If this isn’t what we want, we need to rethink how we treat our doctors and start caring about them again. We need to think and behave like adults and do what is best for all of us, including our doctors. This needs to be part of the national conversation about health care. Our lives depend on it.

Peggy A. Rothbaum is a psychologist and can be reached at her self-titled site, Dr. Peggy Rothbaum.  She is the author of I Have Been Talking with Your Doctor: Fifty doctors talk about the healthcare crisis and the doctor-patient relationship.

Πηγή : No one cares about the doctors

Η εργασία σκοτώνει ανθρώπους και κανείς δε νοιάζεται

Είναι από τις φορές που ένας πηχαίος τίτλος εκ πρώτης όψεως τραβηγμένος, όντως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενό του.

Περίληψη :

Η εργασία και ο τρόπος που σκεφτόμαστε την εργασία σήμερα (work culture) προκαλεί μεγάλες ποσότητες στρες.

Το στρες είναι εν μέρει υπεύθυνο βάσει υψηλού όγκου της σύγχρονης έρευνας για χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης, καρδιαγγειακής νόσου και μεταβολικού συνδρόμου (και άλλες θα προσέθετα εγώ).

Άρα επαγωγικά ο τρόπος που δουλεύουμε, στις συνθήκες που δουλεύουμε έχει υποτιμημένη αρνητική επίδραση στην υγεία μας και «χαρτογραφεί μια σειρά δεινών» που ξεκινούν από το ανθρωπιστικό-ψυχολογικό επίπεδο και φτάνει ως το υψηλό κόστος για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.

Αυτά τα λέει ο κύριος Pfeffer, a professor of organizational behavior at Stanford Graduate School of Business στο νέο βιβλίο του και στην παρακάτω συνέντευξη

“The Workplace Is Killing People and Nobody Cares”

Υπουργός για τη Μοναξιά!

Δεν είναι πλάκα, δεν είναι επιστημονική φαντασία, συμβαίνει στο εδώ και τώρα στη Μεγάλη Βρεταννία. Η πρωθυπουργός Theresa May που έχει δείξει και στο παρελθόν την ευαισθητοποίησή της σε θέματα ψυχικής υγείας (βλέπε εδώ) έκανε την ακόλουθη δήλωση (μεταφρασμένη) :

«Για πάρα πολλούς ανθρώπους, η μοναξιά είναι η θλιβερή πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής», ανέφερε η κ. May.

«Θέλω να αντιμετωπίσω αυτήν την πρόκληση για την κοινωνία μας και όλοι μας να αναλάβουμε δράση για να αντιμετωπίσουμε τη μοναξιά που υφίστανται οι ηλικιωμένοι, οι φροντιστές, εκείνοι που έχουν χάσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα – άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν να μιλήσουν ή να μοιραστούν τις σκέψεις τους και τις εμπειρίες τους. »

Κατ’ εμένα αυτή η στάση είναι ό,τι πιο προχωρημένο έχω ακούσει από άτομο τόσο ψηλά στην αλυσίδα της εξουσίας. Στην Ελλάδα φυσικά αυτά τα πράγματα είναι εξωπραγματικά και υποψιάζομαι οτι δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που στο άκουσμα μιας τέτοιας πληροφορίας η πρώτη τους αντίδραση θα ήταν ειρωνική.

Η μοναξιά είναι μια υποτιμημένη κατάσταση ως προς την επίδρασή της στην ψυχική και εντέλει στη συνολική υγεία του ανθρώπου.

Παρακάτω όλο το άρθρο (πηγή : U.K. Appoints a Minister for Loneliness)

LONDON — Since Britain voted to leave the European Union more than a year ago, Europeans have mockingly said that the decision will result in an isolated, lonely island nation.

But Britain, in fact, already has a serious problem with loneliness, research has found. More than nine million people in the country often or always feel lonely, according to a 2017 report published by the Jo Cox Commission on Loneliness.

The issue prompted Prime Minister Theresa May on Wednesday to appoint a minister for loneliness.

“For far too many people, loneliness is the sad reality of modern life,” Mrs. May said in a statement.

“I want to confront this challenge for our society and for all of us to take action to address the loneliness endured by the elderly, by carers, by those who have lost loved ones — people who have no one to talk to or share their thoughts and experiences with.”

Mark Robinson, the chief officer of Age UK, Britain’s largest charity working with older people, warned that the problem could kill.

“It’s proven to be worse for health than smoking 15 cigarettes a day, but it can be overcome and needn’t be a factor in older people’s lives,” he said.

A former United States surgeon general, Dr. Vivek Murthy, wrote an article for the Harvard Business Review last year arguing that loneliness needed addressing in the workplace.

It can be associated, he wrote, “with a greater risk of cardiovascular disease, dementia, depression and anxiety.”

The British report was commissioned by the Red Cross in partnership with the Co-op, a cooperative supermarket chain, and published by the Cox commission in December.

The group operates in memory of Ms. Cox, 41, a Labour Party lawmaker who was shot dead by a right-wing extremist in 2016, and who had been a prominent voice in Parliament on the issue, setting up a cross-party commission that aimed to start a national conversation and establish the scale and impact of loneliness in Britain.

Photo

A 2016 event in London celebrating the life of Jo Cox, a Labour Party lawmaker, who was killed by a right-wing extremist. Ms. Cox had set up a cross-party commission on loneliness. Credit Justin Tallis/Agence France-Presse — Getty Images

The prime minister announced on Wednesday that Tracey Crouch, who is the under secretary for sport and civil society in the culture ministry, would lead a governmentwide group to build on Ms. Cox’s legacy and establish policies on the issue.

In parallel, the Office for National Statistics would help to establish a method of measuring loneliness, and a fund would be set up to help the government and charities to develop a wider strategy to identify opportunities to tackle the problem.

The Cox commission, led by the lawmakers Rachel Reeves and Seema Kennedy, said it welcomed the government’s “prompt response” to its report.

Quoting Ms. Cox, the lawmakers said in a joint statement, “Young or old, loneliness doesn’t discriminate.”

“Throughout 2017 we have heard from new parents, children, disabled people, carers, refugees and older people about their experience of loneliness,” they added.

Government research has found that about 200,000 older people in Britain had not had a conversation with a friend or relative in more than a month.

Carol Jenkins, 64, a retired nurse from Berkshire, in southwest England, said she started to feel lonely when her son moved abroad and she downsized to a smaller house in a different county.

“It was a financial decision to move, and I didn’t really have it in me to start making new friends,” Ms. Jenkins recalled on Wednesday in a phone interview. “Months would go by without seeing my friends or family, and I felt really depressed and alone.”

Ms. Jenkins has since joined a Facebook group for Britons affected by loneliness, which, she says, has helped her to get out of the house more.

“It’s not so much about meeting people on the internet and making new friends, but it’s more of a motivational support network that gives you direction on how to cope and fix the problem,” she said, adding that she was surprised by how many young people had joined the group.

“There are so many university students who just lock themselves in their rooms for days because they feel rejected or that they don’t fit in,” Ms. Jenkins said. “It’s only a matter of time before loneliness turns into depression. And that’s where it gets dangerous.”

Μαθήματα ψυχικής υγείας για να σταματήσουν τη νοοτροπία του στίγματος στα σχολεία

Κάπου αλλού όπου οι διαφορές νοοτροπίας από το α ως το ω είναι διαστημικές, ένα Υπουργείο Παιδείας μιας προηγμένης πολιτιστικά χώρας λαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία. Εδώ ακόμα φοβόμαστε να ψελλίσουμε λέξεις όπως εκφοβισμός και διαταραχή, ενώ όταν υπάρχουν κάποιες μεμονωμένες φωτεινές εξαιρέσεις ανοιχτόμυαλων διδασκόντων, αυτοί καταλήγουν να απομονώνονται.

Παρακάτω το άρθρο.

CHILDREN as young as five will be taught how to handle stress and depression in sweeping changes to the school syllabus designed to remove the “culture of shame” around mental health and tackle the scourge of youth suicide.

The Sunday Telegraph has obtained plans to overhaul the Personal Development, Health and Physical Education curriculum from kindergarten to Year 10, which could take effect as early as next year.

The school syllabus is designed to remove the “culture of shame” around mental health.

The move is designed to break the taboo surrounding youth suicide and mental ill-health.

Education Minister Rob Stokes said: “We have traditionally treated mental health problems as they’ve presented … what we are now trying to achieve is to arm young people with the tools to identify any potential issues before they arise.

“This new syllabus will teach students about important issues in life that for too many generations have been overlooked by large sections of the community, and that has been a major problem.

“We are removing the culture of shame that has needlessly been attached to issues like mental health. By removing this stigma, we have the potential to prevent a great deal of suffering.”

The new syllabus includes games to subtly teach kindergarten kids the importance of increased self-esteem and how to manage stress, conflict and relationships in later life.

Katie Briance with her 7 year-old son Hugo. Katie supports changes to school health programs including mental health awareness. Picture: Richard Dobson

Students in Years 3 and 4 will be taught about life’s successes and failures and how to overcome adversity using the power of self-belief and optimistic thinking.

Frank classroom discussions about their feelings toward bullying and discrimination will also be encouraged.

Teenagers in Years 7 and 8 will be taught how to cope with the loss of loved ones, as well as strategies to dismiss “misconceptions” older generations may harbour about mental health.

Fifteen and sixteen-year-olds in Years 9 and 10 will be warned about domestic violence and drug abuse.

Former Australian of The Year and youth mental health expert Professor Patrick McGorry described the planned changes as a “much needed step” with impressive depth compared to “vacuous” and “superficial” attempts by other states.

However, Prof McGorry said it needed to be backed up by better access to treatment for teens suffering from anxiety and depression.

“This a tick for the government — it’s another vital brick in the wall,” Professor McGorry said.

Children as young as five will be taught how to handle stress and depression.

Coogee mum Katie Briance, who said she worries kids today are powerless to escape the sinister side of social media, was “hugely in favour of more mental health education”.

“We need to normalise sadness, anger, frustration and shame, so our kids have the tools to acknowledge and deal with it before it becomes a problem,” Ms Briance said.

According to Ms Briance, many parents still felt uncomfortable or embarrassed to discuss mental health in any meaningful way with their children and were just as likely to “sweep it under the carpet”.

 

Πηγή : Mental health lessons to stop culture of shame in schools

Η ενηλικίωση των εφήβων όλο και πιο αργά (?)

Τα σημερινά δεκαοκτάχρονα αγόρια ή κορίτσια είναι εξίσου «ανώριμα» με τους δεκαπεντάχρονους εφήβους το 1976. Σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα κατέληξε πολυετής έρευνα στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο ειδικό περιοδικό «Child Development».

Οι ερευνητές που την υπογράφουν ανέλυσαν στις ΗΠΑ τις τυπικές αντιδράσεις ενηλικίωσης 8,4 εκατομμυρίων εφήβων (ηλικίας από 13 έως 19 ετών) τα τελευταία 40 χρόνια. Συγκεκριμένα, μελέτησαν εκείνη την εφηβική συμπεριφορά που σηματοδοτεί το πέρασμα στην ενηλικίωση: πρώτες ερωτικές εμπειρίες, κατανάλωση αλκοόλ, οδήγηση αυτοκινήτων κ.ά.

Το σύνδρομο του Πίτερ Παν

«Από το 2000 και μετά γίναμε μάρτυρες μιας συνεχούς μείωσης του αριθμού των εφήβων που στη ζωή τους κάνουν πράγματα που θεωρούνται προγύμναση για την είσοδό τους στην ενηλικίωση. Γύρω στο 2010, οι περισσότεροι έφηβοι ηλικίας 17-18 χρόνων έβγαιναν για ερωτικά ραντεβού λιγότερο απ’ ό,τι έκαναν οι 15-16 χρόνων τη δεκαετία του 1990. Επίσης, ενώ το 1991 το 54% των 17χρονων είχε κάποια ερωτική εμπειρία, το 2015 το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε στο 41%. Οι σημερινοί 18χρονοι είναι σαν τους 15χρονους του χθες και οι σημερινοί 25χρονοι είναι σαν τους 18χρονους του χθες», όπως είπε η Jean Twenge, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο San Diego, η οποία διηύθυνε αυτή την εκτενή έρευνα.

Αυτή η τάση επιβράδυνσης της ενηλικίωσης δεν αφορά μόνο τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες αλλά σχεδόν όλες τις αντιδράσεις και, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ανεξάρτητη από το φύλο. «Εξετάσαμε διάφορες υποθέσεις, όπως π.χ. την επιρροή του Διαδικτύου, όπως το γεγονός ότι σήμερα οι έφηβοι βρίσκονται στο Ιντερνετ περισσότερο χρόνο από το παρελθόν, συνεπώς δεν έχουν ώρες για να βγουν και να κάνουν πράγματα εκτός σπιτιού. Ομως, το Web δεν μπορεί να είναι η μοναδική εξήγηση, γιατί αυτή η τάση εκδηλώθηκε πριν από την απαρχή της μαζικής χρήσης του Διαδικτύου», υποστηρίζει η δρ J. Twenge. Πιο πειστική ερμηνεία, σύμφωνα με του ειδικούς που συμμετείχαν σε αυτή την έρευνα, είναι η θεωρία «Ζωή-Ιστορία» (Life History) της εξελικτικής Ψυχολογίας, η οποία διατείνεται ότι όσοι έφηβοι μεγαλώνουν σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον δεν βιάζονται να μεγαλώσουν σε σχέση με όσους περνούν εφηβική ζωή με στερήσεις και στενοχώριες.

Οταν το μέλλον είναι αβέβαιο και τα οικογενειακά μέσα πενιχρά, οι νέοι άνθρωποι έχουν ένα ισχυρό κίνητρο για να επιταχύνουν το πέρασμα στην ενηλικίωση, να φύγουν από το σπίτι και παρά τις δυσκολίες να αναζητήσουν καλύτερη ζωή. Ενα άτομο που ήδη από την εφηβική ηλικία υποχρεώνεται να αναλάβει ευθύνες και έγνοιες ενηλίκου είναι πολύ πιο πιθανό να έχει ταχύτερη ανάπτυξη.

Αντίθετα, τα παιδιά των πιο εύπορων οικογενειών τείνουν να αναβάλλουν, επ’ αόριστον, την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή. Μια σαφής επιβεβαίωση της καθοριστικής σημασίας των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών στην επαναρρύθμιση του ανθρώπινου βιολογικού ρολογιού.

Πηγή από αμερικανικό σαιτ : Teens are growing up more slowly — and they seem OK with it
Το πλήρες επιστημονικό άρθρο : The Decline in Adult Activities Among U.S. Adolescents, 1976–2016

Ο Πάπας έκανε ψυχανάλυση κάποια στιγμή στη ζωή του

Francis says he visited psychoanalyst for six months ‘to clarify a few things’ and that now nothing frightens him

Pope Francis
Pope Francis: ‘The psychoanalysis helped me a lot.’ Photograph: Giuseppe C/PacificPress/Barcroft

Pope Francis has revealed that he sought the help of a psychoanalyst for six months when he was 42 and the leader of the Jesuit order in Argentina during the country’s military dictatorship.

The pope’s disclosure was made in a book based on 12 in-depth interviews with the French sociologist Dominique Wolton, to be published next week.

Francis said the weekly sessions with the psychoanalyst helped him a lot. “For six months, I went to her home once a week to clarify a few things. She was a doctor and psychoanalyst. She was always there,” he told Wolton for the 432-page book Pope Francis: Politics and Society.

“Then one day, before she died, she called me. Not to receive the sacraments – because she was Jewish – but for a spiritual dialogue. She was a good person.”

Francis told Wolton he now felt free. “Of course, I’m in a cage at the Vatican, but not spiritually. Nothing frightens me,” he said.

The pope also took aim at priests who were “rigid and afraid to communicate”.

The disclosure came when Francis was discussing the role and influence of the “courageous” women in his life, including his mother, his two grandmothers and Esther Ballestrino de Careaga, the communist founder of the Mothers of the Plaza de Mayo movement in Buenos Aires, who was killed during the dictatorship.

He also spoke of childhood sweethearts and adolescent girlfriends, saying his relationships with women had enriched his life. “I thank God for having known these true women in my life,” the pope told Wolton. “[Women see things differently from men] and it is important to listen to both.”

The Jesuit tradition is known to value psychoanalysis, with many regarding self-awareness and introspection as being complementary to spirituality.

Robert Mickens, the Rome-based editor of the English-language edition of Catholic daily newspaper La Croix, said Francis had previously acknowledged that social sciences could benefit human development.

“There has been a gradual shift in attitudes within the Catholic church towards psychotherapy since the 1970s,” Mickens said. “It’s very common in priest formation programmes, especially in the western world, for them to undergo a psychological evaluation before admission to a seminary or diocese. There’s a recognition that social sciences can help unearth issues that need to be dealt with.”

The pope’s “eye-popping” disclosures could challenge the perception among some people that those who sought treatment were weak, he said.

In 2008, the Vatican issued guidelines on the use of psychology in the training of priests. “In some cases, recourse to experts in the psychological sciences can be useful,” the paper said.

Among candidates for the priesthood “can be found some who come from particular experiences – human, family, professional, intellectual or affective – which, in various ways, have left psychological wounds that are not yet healed and that cause disturbances,” the guidelines said.

“These wounds, unknown to the candidate in their real effects, are often erroneously attributed by him to causes outside himself, thus depriving him of the possibility of facing them adequately.”

At the time of his sessions in 1978 or 1979, tensions over the leadership of Jorge Bergoglio, as Pope Francis was then known, were high among Argentina’s Jesuits.

He had earlier been accused of effectively delivering two fellow priests to the military authorities in 1976, when he refused to publicly endorse their controversial social work in the slums of Buenos Aires.

Argentina’s “dirty war” was over by the time of Bergoglio’s psychotherapy, but the military dictatorship was still in place.

However, there was continuing controversy over his divisive leadership. During his six years as provincial superior from 1973 to 1979, he upset some people with his determination to impose a fresh direction and purpose.

“It’s hard to know exactly what took him to seek psychotherapy – perhaps issues which had come to the fore as leader of the Jesuits,” said Austen Ivereigh, the author of The Great Reformer: Francis and the Making of a Radical Pope.

“It was certainly a tense time both nationally and internationally [for Jesuits], adding to what had been a difficult, although very successful, period for Bergoglio. He had gallstones soon after, which suggests a level of stress.

“But maybe he just wanted to take the time to take stock. Jesuits are not afraid of seeking professional help when they need it and see psychotherapy as complementary to spirituality. I think this revelation only adds to our already very human picture of a remarkable man.”

There are more psychologists per capita in Argentina than any other country in the world, according to researcher Modesto Alonso. In 2011, there were 196 psychologists for every 100,000 people compared with about 27 per 100,000 in the US.

In his conversations with Wolton, Francis said European countries exploited Africa in the colonial era, and although Europe had “important Christian roots … they are not the only ones. There are others that cannot be denied.”

Abortion, he said, was a “grave sin, it’s the murder of an innocent”. And while he insisted marriage was between a man and a woman, saying “we cannot change it, this is the nature of things,” the pope acknowledged the existence of same-sex civil unions.

Wolton’s book is published next Wednesday as Francis begins a six-day visit to Colombia, the first visit by a pope in more than 30 years. The South American country is bitterly divided over a peace deal ending a 50-year war between the government and rebel guerrilla forces, Farc, which has claimed an estimated 220,000 lives and displaced millions.

Source : https://www.theguardian.com/world/2017/sep/01/pope-francis-psychoanalysis

Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο

”Ήταν μια φορά ένας κύριος που έκανε ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγόρασε από το αεροδρόμιο έναν οδηγό με τα κάστρα των νησιών. Κάποια είχαν συγκεκριμένες μέρες επισκέψεων και άλλα πολύ αυστηρό ωράριο. Αλλά αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ένα που παρουσιαζόταν με τη φράση «Η επίσκεψη της ζωής σου».
Στις φωτογραφίες τουλάχιστον, φαινόταν ένα κάστρο ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο εντυπωσιακό από τα άλλα, αλλά είχε ιδιαίτερες συστάσεις. Ο οδηγός εξηγούσε πως για λόγους που θα γίνονταν κατανοητοί αργότερα, οι επισκέπτες δεν πλήρωναν είσοδο εκ των προτέρων αλλά ήταν απαραίτητο να κλείσουν από πριν ραντεβού δηλαδή ημέρα και ώρα. Η διαφορετική αυτή πρόταση του είχε κινήσει την περιέργεια, και το ίδιο απόγευμα ο άνθρωπος τηλεφώνησε από το ξενοδοχείο του και έκλεισε ραντεβού.
Όλα λειτουργούν πάντα με τον ίδιο τρόπο στον κόσμο. Αρκεί να έχει κάποιος ένα σημαντικό ραντεβού κάποια συγκεκριμένη ώρα και ανάγκη να είναι ακριβής, για να μπερδευτούν όλα. Η περίπτωση αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση, και δέκα λεπτά αργότερα από τη συμφωνημένη ώρα, ο τουρίστας έφτασε στο παλάτι. Παρουσιάστηκε σ’ έναν άντρα με καρό φούστα, που τον περίμενε και τον καλωσόρισε.
-«Οι υπόλοιποι μπήκαν ήδη με τον ξεναγό;» ρώτησε αφού πρώτα δεν είδε κανέναν άλλο επισκέπτη.
-«Οι υπόλοιποι;» ανταπέδωσε την ερώτηση ο άντρας. «όχι οι επισκέψεις είναι ατομικές και δεν προσφέρουμε ξεναγούς»
Χωρίς καμιά αναφορά στο ωράριο, του εξήγησε λίγο την ιστορία του κάστρου και του ανέφερε τι να προσέξει ιδιαιτέρως: τις τοιχογραφίες, τις πανοπλίες στη σοφίτα, τον πολεμικό εξοπλισμό στη Βόρεια αίθουσα, τις κατακόμβες κάτω από τη σκάλα και το δωμάτιο βασανιστηρίων στο μπουντρούμι. Αφού είπε αυτά του έδωσε ένα κουτάλι και του ζήτησε να το κρατήσει οριζόντιο, με το κοίλο μέρος προς τα πάνω.
-«Κι αυτό τι;» ρώτησε ο επισκέπτης
-«Εμείς δεν εισπράττουμε την άδεια εισόδου στο κάστρο. Για να κοστολογήσουμε την επίσκεψή σας καταφεύγουμε σε αυτό το σύστημα. Κάθε επισκέπτης κρατάει ένα κουτάλι σαν αυτό, γεμάτο μέχρι πάνω με ψιλή άμμο. Εδώ χωράνε ακριβώς 100 γραμμάρια. Μετά την περιήγηση σας στο κάστρο, ζυγίζουμε την άμμο που έχει μείνει στο κουτάλι και σας χρεώνουμε μια λίβρα για κάθε γραμμάριο που έχετε χάσει. Ένας τρόπος για να βρούμε το κόστος της καθαριότητας» εξήγησε.
-«Κι αν δεν χάσω ούτε ένα γραμμάριο;»
-«Α αγαπητέ μου κύριε, τότε η επίσκεψη σας στο κάστρα θα είναι δωρεάν»
Ο άνθρωπος αν και έκπληκτος, βρήκε την πρόταση διασκεδαστική και, αφού είδε τον οικοδεσπότη να ξεχειλίζει το κουτάλι με άμμο, ξεκίνησε την περιήγησή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις κινήσεις του, ανέβηκε πολύ αργά τις σκάλες με το βλέμμα καρφωμένο στο κουτάλι. Όταν έφτασε πάνω, στην αίθουσα με τις πανοπλίες, προτίμησε να μην μπει γιατί σκέφτηκε πως ο αέρας θα έπαιρνε την άμμο κι έτσι αποφάσισε να κατέβει προσεκτικά. Περνώντας από την αίθουσα με τις πολεμικές μηχανές, κάτω από τη σκάλα, συνειδητοποίησε πως για να τις δει καλά, θα έπρεπε να κρατηθεί από τα κάγκελα και να σκύψει πολύ. Δεν ήταν επικίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα, αλλά συνεπαγόταν πως θα έχανε κάτι από το περιεχόμενο του κουταλιού, οπότε συμβιβάστηκε να το κοιτάξει από μακριά. Τι ίδιο του συνέβη και με την υπερβολικά απότομη σκάλα που οδηγούσε στα μπουντρούμια. Καθώς επέστρεφε από το διάδρομο στο σημείο εκκίνησης, κατευθύνθηκε ικανοποιημένος προς τον άνθρωπο με τη σκωτσέζικη φούστα που τον περίμενε με μια ζυγαριά. Εκεί άδειασε το περιεχόμενο του κουταλιού και περίμενε την ετυμηγορία του άντρα.
-«Εκπληκτικό, χάσατε μόνο μισό γραμμάριο» ανακοίνωσε, «σας συγχαίρω. Όπως εσεις προβλέψατε, αυτή η επίσκεψη δε θα σας στοιχίσει τίποτα»
-«Ευχαριστώ»
-«Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;» ρώτησε στο τέλος ο οικοδεσπότης.
Ο τουρίστας δίστασε και τελικά αποφάσισε να φανεί ειλικρινής.
-«Η αλήθεια είναι πως όχι και πολύ. Ήμουν τόσο απασχολημένος με το να προσέχω την άμμο, που δεν μπόρεσα να δω αυτό που μου είπατε.»
-«Μα αυτό είναι φριχτό! Κοιτάξτε, θα κάνω μια εξαίρεση. Θα σας ξαναγεμίσω το κουτάλι, γιατί είναι ο κανονισμός, αλλά τώρα ξεχάστε πόσο θα χυθεί: μένουν 12 λεπτά μέχρι να έρθει ο επόμενος επισκέπτης. Να πάτε και να γυρίσετε πριν φτάσει»
Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άνθρωπος πήρε το κουτάλι κι έτρεξε στη σοφίτα. Όταν έφτασε έριξε μια γρήγορη ματιά σε ότι υπήρχε εκεί, και κατέβηκε τρέχοντας στα μπουντρούμια γεμίζοντας τις σκάλες με άμμο. Δεν περίσσευε ούτε μια στιγμή γιατί τα λεπτά περνούσαν, και σχεδόν πέταξε προς το πέρασμα κάτω από τη σκάλα, όπου, σκύβοντας για να μπει του έπεσε το κουτάλι και χύθηκε όλο το περιεχόμενό του. Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει έντεκα λεπτά. Ξανά, χωρίς να δει τις πολεμικές μηχανές, έτρεξε μέχρι τον άνθρωπο στην είσοδο, στον οποίο παρέδωσε το άδειο κουτάλι.
-«Αυτή τη φορά χωρίς άμμο λοιπόν, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε κάνει μια συμφωνία. Πώς ήταν; Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;»
Ξανά ο επισκέπτης δίστασε μερικές στιγμές.
-«Η αλήθεια είναι πως όχι» ομολόγησε στο τέλος. «Ήμουν τόσο απασχολημένος να γυρίσω πριν φτάσει ο επόμενος, που έχασα όλη την άμμο, αλλά και πάλι δεν το ευχαριστήθηκα καθόλου.»
Ο άνθρωπος με την πίπα άναψε την πίπα του και του είπε:
-«Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς και αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν τον χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.
“ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ”
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ

Από : Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.

Η τέχνη της εσωτερικής ηρεμίας – Eckhart Tolle

Η κατάσταση του ανθρώπου είναι να βυθίζεται στη σκέψη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι μένουν φυλακισμένοι σ’όλη τους τη ζωή στα περιθώρια των σκέψεων τους. Ποτέ δεν πηγαίνουν πέρα από μια αίσθηση του εαυτού τους, που χτίστηκε από το μυαλό και εξαρτάται από το παρελθόν.

Όπως σε κάθε ανθρώπινο ον, η συνείδησή σας έχει μια πολύ βαθύτερη διάσταση από τη σκέψη. Είναι η ουσία σας. Μπορούμε να την ονομάσουμε παρουσία, προσοχή, άνευ όρων συνείδηση.

Στις αρχαίες διδασκαλίες, είναι ο εσωτερικός Χριστός, ο Βούδας μέσα σας. Να ανακαλύψετε τη διάσταση αυτή σας ελευθερώνει, το ίδιο και τον κόσμο, από τον πόνο που προκαλείτε στον εαυτό σας, καθώς και στους άλλους, όταν το «μικρό εγώ» καθορίζει όλες τις αποσκεύες σας και οδηγει τη ζωή σας. Η αγάπη, η χαρά, η δημιουργική επέκταση και η διαρκή εσωτερική ειρήνη μπορούν να μπουν στη ζωή σας μόνο μέσα από αυτήν την άνευ όρων διάσταση της συνείδησης.

Εάν αναγνωρίζετε, ακόμη και κατά διαστήματα, πως οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό σας είναι μόνο σκέψεις, αν παρατηρείτε τις αντίδρασείς σας, όπως αυτά έρχονται, τότε αυτή η διάσταση αναδύεται ήδη μέσα σας : είναι η συνείδητότητα στην οποία συμβαίνουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα, είναι το άχρονο εσωτερικό χώρο στο οποίο ξεδιπλώνεται το περιεχόμενο της ζωής σας.

Η ροή της σκέψης έχει τεράστια δύναμη η οποία μπορεί εύκολα να σας παρασυρεί. Κάθε σκέψη δίνει στον εαυτό της τόσο μεγάλη σημασία! Θέλει να επιστήσω όλη την προσοχή σας.
Μια νέα πνευματική άσκηση για σας : μην πάρετε τις σκέψεις σας πάρα πολύ σοβαρά.

Πόσο εύκολο είναι να μπούμε στην παγίδα των ιδίων μας των εννοιολογικών φυλακών !
Ο ανθρώπινος νους, στην επιθυμία του να γνωρίζει, να κατανοεί και να ελέγχει, παίρνει τις γνώμες και τις απόψεις του για την αλήθεια. Λέει ότι έτσι λειτουργεί. Θα πρέπει να υπερβαίνετε τη σκέψη σας για να διαπιστώσετε ότι δεν έχει σημασία το πώς θα ερμηνεύσετε «τη ζωή σας», ενός άλλου ή η συμπεριφορά του, και δεν έχει σημασία η γνώμη σας πάνω σε μία υπόθεση, είναι μόνο μια άποψη ανάμεσα σε πολλές δυνατότητες. Είναι απλά ένα μάτσο σκέψεις. Αλλά η πραγματικότητα είναι ένα ενιαίο σύνολο μέσα στο οποίο τα πάντα είναι συνυφασμένα, όπου τίποτα δεν υπάρχει από μόνο του ή χωριστά. Η σκέψη κομματιάζει την πραγματικότητα, την κόβει σε τεμάχια εννοιολογικά.

Ο νους, αυτό το ισχυρό και χρήσιμο εργαλείο, θα γίνει περιοριστικός αν κυριεύσει τη ζωή σας, αν δεν βλέπετε ότι είναι μια σημαντική πτυχή της συνείδησης που είστε.

Πηγή : Η τέχνη της εσωτερικής ηρεμίας – Eckhart Tolle

Ατεκνία: Γιατί η κοινωνία φοβάται τόσο τις γυναίκες που δεν έχουν παιδιά;

Μέσα στα τόσα αφιερώματα για την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, από τα οποία άλλα ήταν γεμάτα ευχές για εκείνη που είναι μάνα, αδερφή, σύντροφος, σύζυγος αλλά όχι μόνο γυναίκα, γιατί η αξία της άλλωστε έγκειται στον ποιο ρόλο έχει κι άλλα που υπήρξαν πράγματι ουσιώδη δίνοντας αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό, έτυχε να πέσω πάνω στο παρακάτω βίντεο.
Επέλεξα να το υποτιτλίσω και να το μοιραστώ γιατί αγγίζει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χορδή της υποκριτικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε.

Αν και η ίδια έχω παιδιά και θα μπορούσε κάποιος /α να σκεφτεί ότι μιλάω εκ του ασφαλούς, όπως έχω άλλωστε ακούσει αρκετές φορές αγγίζοντας το συγκεκριμένο θέμα, θυμάμαι ακόμη εκεί γύρω στα 30 τις αγωνιώδεις ερωτήσεις του οικογενειακού αλλά και κοινωνικού μου περιγύρου, για το πότε σκοπεύω να κάνω παιδιά, θυμάμαι ακόμη το ενδόμυχο και απροσδιόριστο άγχος, όταν μάθαινα ότι γνωστές συνομιλήκες μου είχαν ήδη αποκτήσει παιδί. Κι ενώ κάθε μου λογική σκέψη απείχε και αντιδρούσε σε αυτά τα στερεότυπα, προσπαθώντας να αποτινάξει την επί έτη γαλούχηση ότι ο τελικός σκοπός μιας γυναίκας είναι μόνο η μητρότητα, μια αυθόρμητη εσωτερική ανησυχία συχνά πυκνά έβρισκε έδαφος επιβεβαιώνοντας πόσο ριζωμένες μέσα μας είναι οι στερεοτυπικές προσταγές της κοινωνίας ως προς το φύλο μας.

Βλέποντας το βίντεο σκέφτηκα αρκετές φίλες και γνωστές που δεν έχουν παιδιά, άλλες που προσπαθούν απεγνωσμένα να αποκτήσουν χωρίς να ξέρουν οι ίδιες, αν όντως το επιθυμούν, αλλά προσαρμόζονται και θεωρούν δικό τους θέλω, τα θέλω μιας κοινωνίας  που μας διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρούμαστε μη ολοκληρωμένες γυναίκες, μισοί άνθρωποι, αν τυχόν επιλέξουμε ή δεν μπορεσουμε ν’αποκτήσουμε παιδιά. Μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια, τη ντροπή πολλές φορές, να ξεστομίσεις όταν είσαι 40 χρονών την απλή φράση «όχι δεν έχω παιδιά».

Με το βιολογικό ρολόι να χτυπαει πάνω από το κεφάλι μας όταν πατήσουμε τα 30, με γονείς, γνωστούς, συντρόφους, φίλους, να επιμένουν άλλοι απροκάλυπτα και προσβλητικά, άλλοι ψιθυρίζοντας με συνωμοτικό ύφος, ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο ακόμη να βιώσουμε την ολοκλήρωση ως γυναίκες. «Βρες κάποιον να κάνεις παιδιά, μη ζητάς πολλά».

Έχω δει γυναίκες να πέφτουν σε κατάθλιψη, επειδή δεν κατάφεραν να κάνουν παιδί, έχω δει γυναίκες να κάνουν απίστευτους συμβιβασμούς και εκπτώσεις στην προσωπική τους ζωή μόνο και μόνο για να αποκτήσουν ταίρι, ώστε να μπορέσουν να κάνουν παιδιά. Έχω συναντήσει γυναίκες που ενώ επιλέγουν συνειδητά ότι δεν θελουν να γίνουν μητέρες να αντιμετωπίζουν τις πιο σκληρές κριτικές, τα πιο ευτελή σχόλια.

Το παρακάτω βίντεο αφιερωμένο στις γυναίκες που πέρασαν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους σε κρεβάτια νοσοκομείων προσπαθώντας με εξωσωματικές να κάνουν παιδιά νιώθοντας τη σπάθα της κοινωνίας πάνω από τα κεφάλια τους. Βλέποντας το σώμα τους ν’αλλάζει έχοντας υποστεί κάθε πιθανή ιατρική παρέμβαση, ορμόνες επί ορμόνων να μπαίνουν στο σώμα τους και να θεωρείται όλη αυτή η διαδικασία απολύτως φυσιολογική.

Σ’εκείνες που πέρασαν βράδια κλαίγοντας προσπαθώντας να συνταιριάξουν τα πρέπει μιας κοινωνίας με τα θέλω τους, σ’εκείνες που τελικά στάθηκαν όρθιες και είπαν όχι στην κοινωνική αυτή προσταγή εφόσον δεν την επιθυμούσαν, αλλά και σ’εκείνες που πιθανόν υπέκυψαν για να ικανοποιήσουν συντρόφους και γονείς.

Σε εκείνες που επέλεξαν ελεύθερα να κάνουν παιδιά χωρίς να τα θεωρούν συμπλήρωμά τους, αποφεύγοντας να τα κάνουν δεκανίκια τους, μα κυρίως σε εκείνες που δεν έχουν παιδιά και παλεύουν καθημερινά για να μην θεωρούνται κατώτερες, άκληρες, ανολοκλήρωτες, μισές.

Σύλβια Βαρνάβα

Πατήστε στο σύνδεσμο : Ατεκνία: Γιατί η κοινωνία φοβάται τόσο τις γυναίκες που δεν έχουν παιδιά; να μπείτε στο αρχικό άρθρο όπου ο σχολιασμός από πολλές γυναίκες παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον!

Όχι, η Jennifer Lawrence δεν έχει ένα φυσιολογικό σώμα


JENNIFER LAWRENCE
 Ο επιδραστικότερος αιτιολογικός παράγοντας όσον αφορά το περιβάλλον για τις διατροφικές διαταραχές με κυριότερη φυσικά την ψυχογενή ανορεξία, είναι η εικόνα του σώματος. Πιο συγκεκριμένα το πώς «πρέπει» να είναι το σώμα για να είναι κοινωνικά αποδεκτό, εγκεκριμένο, θαυμαστό. Η γραμμή που περνάει στο γυναικείο πληθυσμό τις τελευταίες δεκαετίες από τα ΜΜΕ είναι ως γνωστόν το πολύ λεπτο σώμα χωρίς το παραμικρό ίχνος ατέλειας. Η πλειοψηφία των γυναικών δυσκολεμένες να ξεφύγουν από τη κοινωνική σύμβαση του πώς φαίνονται στους άλλους, επιδεικνύουν αυξημένη προσήλωση σε ότι έχει να κάνει με το βάρος τους και ό,τι άλλο έχει να κάνει με την εικόνα τους (π.χ. πλαστικές επεμβάσεις). Η νοοτροπία αυτή δημιουργεί ποικίλλου βαθμού αρνητικά συναισθήματα όπως άγχος, ντροπή και ενοχές. Το αποκορύφωμα αυτών είναι οι διατροφικές διαταραχές (ψυχογενής ανορεξία, νευρική ορθορεξία κ.α.).Βέβαια υπάρχει σημαντικό ποοστό γυναικών που χωρίς να πληρούν κριτήρια για διατροφική διαταραχή, εμφανίζουν υψηλό άγχος στην αναπόφευκτη πραγματικότητα των μικρών αυξομειώσεων του βάρους (π.χ. 1-2 κιλά) ανά μικρά χρονικά διαστήματα. Το άγχος αυτό είναι χρόνιο και επηρεάζει την ποιότητα ζωής.
Είναι σημαντικό λοιπόν να υπάρχουν δημόσια πρόσωπα που με τις παρεμβάσεις τους να βάζουν ένα λιθαράκι στο σπάσιμο της πεποίθησης του πολύ λεπτού σώματος ως ιδανικού. Το παρακάτω άρθρο αποτελεί σχετική παρέμβαση μιας γνωστής ηθοποιού του Hollywood.

Πριν από μερικά χρόνια, ο κόσμος χωριζόταν σε αδύνατους και χοντρούς. Τα τελευταία χρόνια, περιοδικά, τηλεοράσεις και άνθρωποι από τον χώρο της μόδας προωθούν τον όρο «γυναίκες με καμπύλες».

Η Jennifer Lawrence, όμως, δεν φαίνεται να συμφωνεί. Σε συνέντευξη που έδωσε πρόσφατα στο περιοδικό Harper’s Bazaar πριν από μερικές μέρες μίλησε ανοιχτά για το γεγονός ότι υπάρχουν άδικες προσδοκίες σχετικά με το γυναικείο σώμα, αλλά και με το πιο σώμα θεωρείται «φυσιολογικό», «αδύνατο» ή με «καμπύλες».

«Θα ήθελα να αρχίσουμε να έχουμε ένα νέο “φυσιολογικό” τύπο σώματος. Όλοι λένε: “λατρεύω που υπάρχει κάποιος με φυσιολογικό σώμα”! Και εγώ σκέφτομαι “δεν νιώθω ότι έχω φυσιολογικό σώμα”. Κάνω κάθε μέρα Pilates. Ναι μεν τρώω, αλλά γυμνάζομαι πολύ περισσότερο από όσο ένα μέσος άνθρωπος», ανέφερε χαρακτηριστικά.

Για εκείνη πρέπει να δοθεί έμφαση στο τι θεωρείται ως αδύνατο και τι ως φυσιολογικό.

«Νομίζω ότι έχουμε συνηθίσει το να είναι κάποιος λιπόσαρκος, που όταν έχει φυσιολογικό βάρος όλοι λένε: “Αχ, έχει καμπύλες”. Κάτι το οποίο είναι τρελό. Για εμένα το λιγότερο που μπορεί να γίνει είναι να ανέβει η κλίμακα βάρους», λέει η Lawrence.

«Τουλάχιστον δεν νιώθω σαν να είμαι η πιο χοντρή» , προσέθεσε χαριτολογώντας.

Πηγή : Όχι, η Jennifer Lawrence δεν έχει ένα φυσιολογικό σώμα

Reconditioning the brain to overcome fear

Πρωτοποριακή μέθοδος αντιμετώπισης διαταραχών σχετικών με το φόβο περιγράφεται στο παρακάτω άρθρο που βασίζεται σε πρόσφατη μελέτη Ιαπώνων επιστημόνων.

Συνοπτικά έχει να κάνει με την αντικατάσταση της φοβικής απάντησης σε ένα ερέθισμα προηγουμένως συνδεδεμένο με συναίσθημα φόβου. Η αντικατάσταση γίνεται με λήψη κάποιου είδους ανταμοιβής (στο συγκεκριμένο πείραμα χρηματικής) ακριβώς τη στιγμή που η μνήμη του φοβικού ερεθίσματος ενεργοποιείται συνειδητά ή υποσυνείδητα στον εγκέφαλο.

Το Decoded Neurofeedback ακούγεται πολύ ενδιαφέρον και να δούμε πως μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.

Reconditioning the brain to overcome fear

 

Researchers have discovered a way to remove specific fears from the brain, using a combination of artificial intelligence and brain scanning technology. Their technique, published in the inaugural edition of Nature Human Behaviour, could lead to a new way of treating patients with conditions such as post-traumatic stress disorder (PTSD) and phobias.

The challenge then was to find a way to reduce or remove the fear memory, without ever consciously evoking it

Ben Seymour

Fear related disorders affect around one in 14 people and place considerable pressure on mental health services. Currently, a common approach is for patients to undergo some form of aversion therapy, in which they confront their fear by being exposed to it in the hope they will learn that the thing they fear isn’t harmful after all. However, this therapy is inherently unpleasant, and many choose not to pursue it. Now a team of neuroscientists from the University of Cambridge, Japan and the USA, has found a way of unconsciously removing a fear memory from the brain.

The team developed a method to read and identify a fear memory using a new technique called ‘Decoded Neurofeedback’. The technique used brain scanning to monitor activity in the brain, and identify complex patterns of activity that resembled a specific fear memory. In the experiment, a fear memory was created in 17 healthy volunteers by administering a brief electric shock when they saw a certain computer image. When the pattern was detected, the researchers over-wrote the fear memory by giving their experimental subjects a reward.

Dr. Ben Seymour, of the University of Cambridge’s Engineering Department, was one of the authors on the study. He explained the process:

«The way information is represented in the brain is very complicated, but the use of artificial intelligence (AI) image recognition methods now allow us to identify aspects of the content of that information. When we induced a mild fear memory in the brain, we were able to develop a fast and accurate method of reading it by using AI algorithms. The challenge then was to find a way to reduce or remove the fear memory, without ever consciously evoking it.

«We realised that even when the volunteers were simply resting, we could see brief moments when the pattern of fluctuating brain activity had partial features of the specific fear memory, even though the volunteers weren’t consciously aware of it. Because we could decode these brain patterns quickly, we decided to give subjects a reward – a small amount of money – every time we picked up these features of the memory.»

The team repeated the procedure over three days. Volunteers were told that the monetary reward they earned depended on their brain activity, but they didn’t know how. By continuously connecting subtle patterns of brain activity linked to the electric shock with a small reward, the scientists hoped to gradually and unconsciously override the fear memory.

Scan of brain showing information associated with a fear memory Credit Ai Koizumi

Dr Ai Koizumi, of the Advanced Telecommunicatons Research Institute International, Kyoto and Centre of Information and Neural Networks, Osaka, led the research:

«In effect, the features of the memory that were previously tuned to predict the painful shock, were now being re-programmed to predict something positive instead.»

The team then tested what happened when they showed the volunteers the pictures previously associated with the shocks.

«Remarkably, we could no longer see the typical fear skin-sweating response. Nor could we identify enhanced activity in the amygdala – the brain’s fear centre,” she continued. “This meant that we’d been able to reduce the fear memory without the volunteers ever consciously experiencing the fear memory in the process.»

Although the sample size in this initial study was relatively small, the team hopes the technique can be developed into a clinical treatment for patients with PTSD or phobias.

«To apply this to patients, we need to build a library of the brain information codes for the various things that people might have a pathological fear of, say, spiders” adds Dr Seymour. «Then, in principle, patients could have regular sessions of Decoded Neurofeedback to gradually remove the fear response these memories trigger.»

Such a treatment could have major benefits over traditional drug based approaches. Patients could also avoid the stress associated with exposure therapies, and any side-effects resulting from those drugs.

Koizumi et al. “Fear reduction without fear through reinforcement of neural activity that bypasses conscious exposure” Nature Human Behaviour: DOI:10.1038/S41562-016-0006

Συναισθηματική Καταστολή

Ζούμε σε μια κοινωνία που όχι μόνο δυσκολεύεται να εκφράσει τα συναισθήματα, αλλά πολύ συχνά δεν τα εκφράζει καθόλου. Εντούτοις για πολλούς ανθρώπους αποτελεί κοινό πρότυπο συμπεριφοράς η “εκτός ελέγχου” εκδήλωση συναισθημάτων με συνήθως επιβλαβή τρόπο. Γενικά η μετάφραση και η διαχείριση των συναισθημάτων από το άτομο δεν έχει τύχει κατάλληλης προσοχής και εκπαίδευσης στην εποχή μας. Η συναισθηματική υγεία είναι εξίσου σημαντική με την σωματική μας υγεία, καθιστώντας τη συναισθηματική νοημοσύνη ζωτικής σημασίας. Μεσω αυτής κατανοούμε τον εαυτό μας, χτίζουμε αυτοπεποίθηση και σχετιζόμαστε με ενσυναίσθηση.

Επιτρέπεται να διαβάσω και λίγη λογοτεχνία αγαπητέ?

Σούπερ ενδιαφέρον άρθρο που αναφέρεται στα ωφέλη της ανάγνωσης λογοτεχνικών μυθιστορημάτων παρακαλώ. Μεγάλη σημασία στον τομέα των ανθρώπινων κοινωνικών σχέσεων, κοινωνική συμπεριφορά και άλλα ωραία.

Η έρευνα αυτή μου φέρνει στο νου την απαξία που επιδεικνύουν πολλοί συνάνθρωποί μας και μάλιστα ανεξαρτήτως μορφωτικού επιπέδου στο διάβασμα λογοτεχνικών βιβλίων, με αναφορές σε «χαμένο χρόνο», «δεν χρησιμεύει σε κάτι», «τι σου προσφέρει» και άλλα παρεμφερή σχόλια. Επιδεικνύουν δε οι άνθρωποι αυτοί μια επίμονη προσήλωση στο διάβασμα αποκλειστικά και μόνο αναγνωσμάτων σχετικών με το επαγγελματικό τους αντικείμενο.

Παρακάτω το άρθρο που αναδημοσιεύεται από εδώ : Η μαγική δύναμη των μυθιστορημάτων

 

Ο άνθρωπος φαίνεται πως είναι το μοναδικό έμβιο πλάσμα πάνω στον πλανήτη που έχει τη διαχρονική ανάγκη να ακούει, να επινοεί και να διηγείται ιστορίες. Ποια όμως ζωτική κοινωνική ή και βιολογική ανάγκη εξυπηρετεί αυτή η εκπληκτική όσο και μοναδική ικανότητά μας;

Ενώ όλοι συμφωνούν πρόθυμα ότι οι πιο απίστευτες αφηγήσεις -τα διάφορα κοινωνικά ή πολιτισμικά μυθεύματα, τα πολιτικά ή θρησκευτικά παραμύθια- μπορούν να επηρεάζουν σημαντικά τη ζωή των ανθρώπων κάθε ηλικίας, ελάχιστοι προβληματίζονται για τα πραγματικά αίτια της διαχρονικής παρουσίας ενός τόσο εξόφθαλμα ανορθολογικού φαινομένου: της δύναμης των λέξεων να μας επηρεάζουν.

Τα τελευταία χρόνια, ωστόσο, άρχισαν δειλά δειλά να εμφανίζονται σοβαρές εργαστηριακές μελέτες που επιχειρούν να διαφωτίσουν επιστημονικά την τυπικά ανθρώπινη προδιάθεση να μετατρέπουμε σε αφηγήσεις ό,τι γνωρίζουμε αλλά και ό,τι αγνοούμε.

Είναι ευρέως αποδεκτό ότι η ανάγνωση ενός μυθιστορήματος και γενικότερα ενός λογοτεχνικού έργου ασκεί μεγάλη επίδραση στη ζωή και τη σκέψη των αναγνωστών οι οποίοι, ενίοτε, ταυτίζονται με τους ήρωες των ιστοριών.

Λιγότερο γνωστό, μέχρι πρόσφατα, ήταν το γιατί και κυρίως το πώς συμβαίνει «το θαύμα» της λογοτεχνικής μέθεξης.

Μόλις πριν από λίγες μέρες ανακοινώθηκε μια ενδιαφέρουσα έρευνα που πραγματοποίησαν οι Ε. Κάστανο (Emanuele Castano) και Ν. Κιντ (David Comet Kidd) στο New School for Social Science της Νέας Υόρκης.

Σύμφωνα με τα συμπεράσματα αυτής της έρευνας, η ανάγνωση αξιόλογων λογοτεχνικών έργων αυξάνει σημαντικά την ικανότητά μας για «ενσυναίσθηση», δηλαδή την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε τους άλλους και το κοινωνικό μας περιβάλλον.

Τα μυθιστορήματα -ιδίως όταν πρόκειται για έργα υψηλής λογοτεχνικής αξίας- ενισχύουν την ικανότητά μας να ταυτιζόμαστε και να κατανοούμε καλύτερα τους άλλους και τον ίδιο μας τον εαυτό.

Οι ερευνητές οδηγήθηκαν σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα υποβάλλοντας σε μια σειρά ψυχολογικά τεστ χίλιους εθελοντές-αναγνώστες, καθένας από τους οι οποίους είχε διαβάσει είτε ένα αξιόλογο μυθιστόρημα, ένα δοκίμιο είτε ένα ανάγνωσμα μαζικής λογοτεχνίας.

Οπως διαπίστωσαν, οι αναγνώστες που είχαν διαβάσει αξιόλογα λογοτεχνικά βιβλία πετύχαιναν σαφώς καλύτερα αποτελέσματα στα σχετικά τεστ και επιπλέον επιδείκνυαν αυξημένη κοινωνική νοημοσύνη, ψυχολογική ευαισθησία και ενσυναίσθηση.

«Η λογοτεχνία δεν είναι απλώς μια προσομοίωση της κοινωνικής πραγματικότητας, αλλά αυτή η ίδια είναι μια κοινωνική εμπειρία» όπως διευκρίνισε ο David Comet Kidd.

Το γεγονός ότι τα πιο ευτελή μαζικά αναγνώσματα είναι λιγότερο «αποτελεσματικά» από τα λογοτεχνικά αφηγήματα οφείλεται στο ότι προσφέρουν στον αναγνώστη μια λιγότερο σύνθετη εικόνα της πραγματικότητας και στο ότι τα πρόσωπα του δράματος είναι κοινότοπα και απολύτως προβλέψιμα.

Η ανάγκη του εγκεφάλου να πλάθει ιστορίες

Σήμερα, όλοι αναγνωρίζουν ότι πρωτοπόρος στο πεδίο της νευρολογοτεχνίας είναι ο επιφανής νευροψυχολόγος Ρέιμοντ Μαρ (Raymond Mar) και η ομάδα του στο Πανεπιστήμιο Γιορκ στο Τορόντο του Καναδά, οι οποίοι πραγματοποίησαν μερικές σημαντικές έρευνες γύρω από τις εγκεφαλικές προϋποθέσεις και την ψυχολογική λειτουργία των λογοτεχνικών αφηγημάτων.

Βασιζόμενος σε μια σειρά από εργαστηριακές μελέτες, που πραγματοποίησε μαζί με τον στενό συνεργάτη του, Κιθ Οουτλι (Keith Oatley), καθηγητή νευροεπιστήμης στο ίδιο πανεπιστήμιο και καταξιωμένο λογοτέχνη, κατέληξε το 2006 στο συμπέρασμα ότι οι αφηγήσεις λειτουργούν σαν «προσομοιωτές πτήσεων» για τις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις!

Οπως όταν κάποιος επιθυμεί να γίνει πιλότος αεροπλάνων οφείλει να εκπαιδευτεί επί μακρόν σε έναν επίγειο προσομοιωτή πτήσεων, έτσι και η ακρόαση και η αφήγηση ιστοριών αποτελούν την απαραίτητη προπαιδεία για τη σύναψη των κοινωνικών σχέσεών μας.

Αναλύοντας κατά περίπτωση τα δεδομένα και κατόπιν συγκρίνοντας συνολικά τις διαφορετικές ικανότητες ως προς την κοινωνική επιτηδειότητα και τη συναισθηματική ενσυναίσθηση που ήταν ικανοί να επιδεικνύουν οι εθελοντές φοιτητές που συμμετείχαν στα πειράματα, οι ερευνητές οδηγήθηκαν στην εύλογη υπόθεση ότι οι αφηγήσεις ή οι ακροάσεις ιστοριών λειτουργούν ως ένα είδος «προσομοιωτή πτήσεων» για τις κοινωνικές σχέσεις μεταξύ των ανθρώπων.

Ηταν η πρώτη σαφής ένδειξη για τη σημασία και τη λειτουργία των λογοτεχνικών ιστοριών στις ανθρώπινες κοινωνικές σχέσεις. Σε αυτή τη μελέτη, ωστόσο, παρέμεναν αδιευκρίνιστες οι σχέσεις αιτίας-αποτελέσματος.

Οπως διευκρινίζει ο ίδιος ο Μαρ, «όταν το περιεχόμενο των ιστοριών έχει υψηλή κοινωνική αξία και μας διεγείρει διανοητικά, μπορεί να βελτιώσει τις κοινωνικές δεξιότητες των ατόμων. Οποιος διηγείται και ακούει (ή διαβάζει) μυθιστορηματικές ιστορίες παρουσιάζει μια σαφώς πιο πλούσια κοινωνική ζωή. Δεν είμαστε όμως ακόμη σε θέση να αποφασίσουμε, με τρόπο επιστημονικά ακριβή, αν η αφήγηση ιστοριών είναι η αιτία της καλύτερης κοινωνικής προσαρμογής ή, αντίθετα, το προϊόν της».

Για να αποφασίσει αν προηγούνται αιτιακά οι ιστορίες ή η κοινωνική προσαρμογή, ο Μαρ και οι συνεργάτες του σχεδίασαν μερικά πολύ ενδιαφέροντα και ιδιαιτέρως αποκαλυπτικά πειράματα σχετικά με τον εγκεφαλικό εντοπισμό των αφηγηματικών πρακτικών μας.

Ετσι το 2007-08, καταφεύγοντας στις νέες τεχνικές απεικόνισης του εγκεφάλου (λειτουργική μαγνητική τομογραφία), κατάφεραν να εντοπίσουν επακριβώς ποιες περιοχές του εγκεφάλου ενεργοποιούνται όταν βλέπουμε, ακούμε ή διηγούμαστε ενδιαφέρουσες ιστορίες.

Ομως, και ένας άλλος κορυφαίος νευροεπιστήμονας, ο Μάικλ Γκαζάνιγκα (Michael Gazzaniga) είναι πεπεισμένος ότι τόσο η αφήγηση όσο και η ακρόαση ιστοριών σχετίζονται με εντοπισμένες δομές και λειτουργίες του ανθρώπινου εγκεφάλου οι οποίες εμπλέκονται στην κοινωνική μας συμπεριφορά και διευκολύνουν ή, όταν δυσλειτουργούν, παρεμποδίζουν την κοινωνικοποίησή μας!

«Είμαστε προετοιμασμένοι να αντιμετωπίζουμε με ταχύτητα τα απρόβλεπτα συμβάντα της ζωής επειδή τα έχουμε φανταστεί ή ακούσει από κάποιες διηγήσεις ανάλογων περιπτώσεων. Αυτή είναι μια από τις ουσιαστικές εξελικτικές λειτουργίες της αφήγησης ιστοριών», εξηγεί ο Γκαζάνιγκα, διεθνής αυθεντία στη μελέτη ασθενών με χειρουργικά διαιρεμένους εγκεφάλους για την αντιμετώπιση σοβαρών νευρολογικών παθήσεων.

Οταν, μετά τη χειρουργική επέμβαση, ο κορυφαίος νευροεπιστήμονας ζητούσε από αυτούς τους ασθενείς να δικαιολογήσουν τη φαινομενικά ασυνεπή ή και περίεργη συμπεριφορά που προέκυπτε είτε από το δεξιό είτε από το αριστερό εγκεφαλικό τους ημισφαίριο, τα οποία πλέον δεν επικοινωνούσαν μεταξύ τους, οι περισσότεροι ασθενείς έτειναν να επινοούν εύλογες ιστορίες ή «εξηγήσεις» που δικαιολογούσαν την παράλογη συμπεριφορά τους. Ιδού πώς το εξηγεί ο Γκαζάνιγκα:

«Διαπιστώνοντας τόσο συχνά αυτό το φαινόμενο, κατάλαβα ότι ο εγκέφαλός μας καταφεύγει στην τεχνική της “εξιστόρησης” για να βάζει τάξη στην αταξία και να δίνει κάποια λογική συνοχή σε ό,τι είναι λογικά ασυνεπές».

 

παξινος κατ εικονα

Ο «οικτίρμων» Πατέρας Φιλόθεος Φάρος

 

Ζούμε σε μια εποχή που το φαινόμενο της κοσμικής εμπλοκής και των υλικών επιδιώξεων των ιερωμένων πάσης βαθμίδας θεωρείται λίγο πολύ αυτονόητο και κηρύγματα που απέχουν μακράν από τις διδαχές του Ιησού Χριστού, όπως για παράδειγμα τα κηρύγματα μίσους και μισαλλοδοξίας κάποιων εξ’ αυτών (ευτυχώς λίγων), οχι μόνο δεν προβληματίζουν, μα τυγχάνουν ευρείας αποδοχής σε ένα συγχυσμένο ποίμνιο που διυλίζει τον κώνωπα και καταπίνει την κάμηλο με ακούραστη προσήλωση.

Με χαρά λοιπόν αναδημοσιεύω τη συνέντευξη ενός ανθρώπου της εκκλησίας που κατά τη γνώμη μου κάνει τη φωτεινή διαφορά σε ένα περιβάλλον ως επί το πλείστον πνευματικά αλλοτριωμένο.Ύπαρξη, έρωτας, πνευματικοτητα, πίστη, αμαρτία, ενοχή, ξενοφοβία, ομοφυλοφιλία μερικά από τα δύσκολα θέματα για τα οποία ερωτάται και οι απαντήσεις του μεστές και κατηγορηματικές αν και σίγουρα δύσπεπτες και ενοχλητικές για πολλούς. Ενας ιερέας που όντως θα άξιζε να ακούει κανείς τα λόγια του συχνά.

 

Κάποια κεντρικά σημεία της παραπάνω συνέντευξης που χρήζουν περισυλλογής είναι σίγουρα τα εξής :

«Η πίστη βιώνεται μέσα από άσκηση, μέσα από τον περιορισμό του Εγώ, μέσα από την άρνηση του κόσμου των υλικών πραγμάτων και ο άνθρωπος δεν μπορεί να τη βρει όσο είναι απορροφημένος από τη ρηχή πραγματικότητα των υλικών ανέσεων, του εγωκεντρισμού και της ιδιοτέλειας».

 

«Υπάρχει δρόμος για τη σωτηρία της ψυχής;

Όσο περισσότερο μοιραζόμαστε, κοινωνούμε με τους άλλους ανθρώπους, τόσο πιο ξεκάθαρα θα βλέπουμε που μπορούμε να πάμε. Ωστόσο, η αυτογνωσία είναι πάρα πολύ ρηχή. Δεν έχουμε ιδέα τι γίνεται μέσα μας. Ο άνθρωπος όταν περιμένει από αλλού να φτιαχτεί η ζωή του, είναι σε πολύ άσχημη θέση.

Γιατί χρειάζονται οι άλλοι; Δεν καταλαβαίνω. Εννοείτε το καθρέφτισμα;

Η δυνατότητα του ανθρώπου να αυτοεξαπατάται είναι ασύλληπτη. Υπάρχει μια ιστορία που λέει πως όταν ένας άνθρωπος σου πει πως είσαι άλογο, το παραθεωρείς. Όταν ένας δεύτερος σου το ξαναπεί, το σκέφτεσαι. Όταν ένας τρίτος στο επαναλάβει, πας και αγοράζεις μια σέλα. Η δυνατότητα να πιστεύω πως είμαι ο Βαλεντίνο, ενώ έχω μια μύτη τρία μέτρα, είναι πραγματικά ασύλληπτη».

 

«Η ενοχή είναι μια κρίση αλαζονείας.»

 

«Η ομοφυλοφιλία είναι αμάρτημα;

Η οµοφυλοφιλία δεν είναι επιλογή για να είναι αµαρτία. Η αµαρτία προϋποθέτει επιλογή.»

 

«Όσο μεγαλώνουμε, δύσκολα αλλάζουμε, αλλά ζωή χωρίς αλλαγές δεν είναι ζωή. Ό,τι δεν αλλάζει είναι νεκρό. Αν ο άνθρωπος θέλει να ζει μέσα στην πραγματικότητα, πρέπει ν’ αλλάζει και εκείνος, αλλιώς μένει απέξω…»

 

Πηγή : Ο «οικτίρμων» Πατέρας Φιλόθεος Φάρος

 

έμπνευση

 

 

Ανανέωση

Η προσπάθεια συνεχίζεται και το ανανεωμένο σαιτ συμβάλλει σε αυτό.

O «Ψυχίατρος Αθήνα» θα προσπαθήσει να κρατήσει την ποιότητα της ενημέρωσης* και των υπηρεσιών στο υψηλότερο δυνατό επίπεδο.

Ενημερωθείτε σωστά για την ψυχική υγεία ,τις ψυχικές παθήσεις και τις τελευταίες επιστημονικές εξελίξεις στον τομέα της ψυχιατρικής. Ενημερωθείτε ρεαλιστικά χωρίς ανακρίβειες, γενικεύσεις και μεγαλοστομίες. Διαβάστε άρθρα χρηστικά για την καθημερινότητα. Κόντρα στις εξελίξεις γνωρίστε μια καλύτερη ποιότητα ζωής. Διαβάστε κείμενα προβληματισμού και εναλλακτικής οπτικής σε ποικίλες όψεις της σημερινής πραγματικότητας.

Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

*Είπαν για την ενημέρωση

«Everybody gets so much information all day long that they lose their common sense.»
Gertrude Stein

“We are buried beneath the weight of information, which is being confused with knowledge; quantity is being confused with abundance and wealth with happiness.
We are monkeys with money and guns.”
Tom Waits

“In an age in which the media broadcast countless pieces of foolishness, the educated man is defined not by what he knows, but by what he doesn’t know.”
Nicolás Gómez Dávila

ψυχιατρος αθηνα
ψυχιατρος αθηνα