Προσκόλληση στην Ευεξία : Μια άλλη οπτική

Ένα άρθρο τροφή για σκέψη που αξίζει να διαβαστεί όλο από εδώ Η δικτατορία της ευεξίας

Μεταξύ άλλων
«Οσο ο κόσμος, η κοινωνία, η οικονομία καταρρέουν, εμείς μαθαίνουμε να ζούμε πιο υγιεινά και να αγαπάμε περισσότερο τον εαυτό μας, να «είμαστε καλά» με το στανιό. Διότι έτσι μας λένε: για τα δεινά μας δεν φταίει το σύστημα, φταίμε εμείς, που δεν ξέρουμε να εκτιμάμε τις μικρές χαρές της ζωής»
«…Ολα αυτά σε κάνουν ράκος, σου κόβεται η αναπνοή, περπατάς και σέρνεις τα πόδια σου, ντρέπεσαι για τα χάλια σου; Μάθε λοιπόν πως έχεις χάσει κάτι… Την επαφή με τον εαυτό σου. Την προσοχή στον εαυτό σου. Ο εαυτός σου, σου ζητάει να τον φροντίσεις. Κι εσύ αντί να κάνεις αυτό που πρέπει, κατηγορείς το σύστημα, τον καπιταλισμό, τον νεοφιλελευθερισμό, την Ευρωπαϊκή Ενωση, τις αγορές. Κυνηγάς το δάσος, δηλαδή, και χάνεις το δέντρο και το δέντρο είσαι εσύ. Το δάσος μπορεί να έχει πάρει φωτιά αλλά εσύ πρέπει να φροντίσεις την προσωπική σου ευεξία.»
«…Δοκιμάστε, εδώ στην Ελλάδα να δουλέψετε οπουδήποτε – χωρίς σύμβαση φυσικά και χωρίς μπλοκ παροχής υπηρεσιών διότι ο μισθός είναι 500 ευρώ και δείτε τι θα σας πει ο εργοδότης: «οι καιροί είναι δύσκολοι, θέλω να εξυπηρετείς με χαρά τον πελάτη, να μην μπαίνει στο μαγαζί και παθαίνει κατάθλιψη». Μα πώς να είσαι χαρούμενος με μια δουλειά του ποδαριού που δεν γνωρίζεις καν αν θα την έχεις τον επόμενο μήνα;»
«…Σύμφωνα με τους ειδικούς μελετητές λοιπόν, η μοντέρνα αυτή ιδεολογία της προσωπικής ευεξίας (φρόντισε τον εαυτό σου, φρόντισε να είσαι εσύ καλά) λειτουργεί ενάντια σε κάθε πιθανότητα κοινωνικής αλλαγής με δύο τρόπους:
  1. Μας πείθει πως αν νιώθουμε άρρωστοι, λυπημένοι, εξαντλημένοι, το πρόβλημά μας δεν έχει σχέση με τα οικονομικά – ούτε τα δικά μας ούτε της χώρας. Σύμφωνα με αυτή τη θεώρηση, δεν υπάρχει δομική ανισορροπία, υπάρχει μόνο ατομική δυσπροσαρμογή ενώ αυτό που χρειάζεται είναι η ατομική ανταπόκριση. Μ΄άλλα λόγια αν σε πνίγουν η μιζέρια κι ο θυμός επειδή κουράστηκες πια να παλεύεις για να επιβιώσεις μέσα σε ένα σύστημα που σε απορρίπτει και σε εξοντώνει, το πρόβλημα είναι μόνο δικό σου. Δεν είναι τρελή η κοινωνία, ούτε μπερδεμένη, εσύ είσαι το ένα από τα δύο ή και τα δύο.
  2. Μας αποτρέπει από το να σκεφτούμε συλλογικά, από το να αντιδράσουμε κατά ομάδες ενάντια σε κρίσεις που συνδέονται με τη δουλειά, με τη φτώχεια, με την αδικία. Αντί αυτού του είδους δράσεων, η μοντέρνα ιδεολογία της ευεξίας μας σπρώχνει προς τους οδηγούς αυτοβελτίωσης, τους life coaches και τους ψυχολόγους.»
Η αργή κατάρρευση των κοινωνικών συμβολαίων είναι το φόντο στη μοντέρνα μανία για σωστή και καθαρή (από λιπαρά, σάκχαρα και γλουτένη) διατροφή, υγιεινή ζωή, προσωπική παραγωγικότητα, βαθιά αγάπη για τον εαυτό μας. Και φυσικά είναι το φόντο στην επιμονή πως, παρά τα εντελώς αντίθετα φαινόμενα, μπορούμε να κατακτήσουμε το νόημα της ευτυχίας αν σκεφτόμαστε θετικά, αν ακολουθήσουμε τη χαρά, αν κάνουμε ασκήσεις στρέτσινγκ. Ο πλανήτης μπορεί να καίγεται, αλλά όλα δείχνουν διαφορετικά αν τα κοιτάξεις από διαφορετική οπτική γωνία. Σαν όλοι να έχουν βαλθεί ξαφνικά να μας κάνουν να νιώσουμε ότι εξακολουθούμε να ελέγχουμε τη ζωή μας.
Τα βιβλία:
«The Wellness Syndrome» Συγγραφείς: Carl Cederström and Andre Spicer | Εκδόσεις: Polity Press | Γλώσσα: αγγλικά | Σελίδες: 200| Τιμή: 14,99 λίρες
«The Truth About Getting Things Done» Συγγραφέας: Mark Fritz| Εκδόσεις: Pearson Business| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 192| Τιμή: 12,99 λίρες
«Psycho-cybernetics» Συγγραφέας: Maxwell Maltz| Εκδόσεις: Wilshire Book Co.| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 256| Τιμή: 12,99 λίρες
«A Burst of Light: Essays» Συγγραφέας: Audre Lorde| Εκδόσεις: Firebrand Books| Γλώσσα: αγγλικά| Σελίδες: 134| Τιμή: 19,14 δολάρια
Πηγή: Protagon.gr

 

 

Is everything you think you know about depression wrong?

Μια οπτική για την κατάθλιψη που πιθανώς αφορά ένα όχι ασήμαντο ποσοστό των ανθρώπων που, ασχέτως αν έχει διαγνωσθεί ή όχι, έχουν περάσει έστω μια φορά στη ζωή τους από αυτή τη φάση. Το άρθρο τελειώνει ως εξής:

«If you are depressed and anxious, you are not a machine with malfunctioning parts. You are a human being with unmet needs. The only real way out of our epidemic of despair is for all of us, together, to begin to meet those human needs – for deep connection, to the things that really matter in life».

Σπουδαίο το μήνυμα αυτό. Όμως αυτό το «things that really matter in life» είναι διαστρεβλωμένη έννοια για την πλειοψηφία των ανθρώπων σήμερα. Το έχει πει και ο κ. Freud ήδη 100 χρόνια πριν και η γνώμη του όσο να’ναι έχει μια βαρύτητα.

It is impossible to escape the impression

Έτσι λοιπόν υπάρχει πρόβλημα αφενώς στον εντοπισμό αυτών των πραγμάτων και αφετέρου στην πραγμάτωσή τους στη ζωή του καθενός. Τεράστια κεφάλαια και τα δύο. Θέλει θάρρος να ξεφύγει κανείς από τα ριζωμένα και τα τετριμμένα και να επιλέξει να μετακινηθεί προς τη διαφορετικότητα και την αυτονομία.

Το άρθρο που αξίζει να διαβαστεί βρίσκεται εδώ Is everything you think you know about depression wrong?

«Ο Έλληνας Ασθενής»

Φωτεινή Τσαλίκογλου: «Αυτά που ζει ο Έλληνας και τον αγριεύουν…»

Με αφορμή το νέο της βιβλίο «Ο Έλληνας Ασθενής», η καθηγήτρια Ψυχολογίας του Παντείου και συγγραφέας μιλά στο LIFO.gr για τις αρρώστιες της ελληνικής οικογένειας, το ταμπού της αυτοκτονίας και τη σύγχρονη ελληνική πραγματικότητα, την από καιρό αψυχολόγητη

 

Με αφορμή την κυκλοφορία του βιβλίου και υπό το βάρος της επικαιρότητας που διαμορφώνει ψυχολογία και συμπεριφορές η κουβέντα μαζί της έκρυβε άπειρο ενδιαφέρον.

 

Τραύμα είναι η ρωγμή, η βίαιη ρήξη στο προστατευτικό περίβλημα του ψυχισμού από μια έντονη διέγερση. Κανένας δεν είναι προστατευμένος από το τραύμα. Και γιατί να είμαστε; Μια προστατευμένη από το τραύμα ζωή δεν θα ήταν ζωή. Τι θα ήταν; Δεν ξέρω, κάτι σαν αντι-ζωή.

 

— Περίεργο βιβλίο, παράξενη ιστορία. Εννοώ ότι, ενώ είναι ευρέως γνωστό, πώς και από ποιον ανακαλύφθηκε η Αφροδίτη της Μήλου, κανείς ίσως δεν φανταζόταν ότι ο Κεντρωτάς ενδεχομένως υπέφερε από κάποιο ψυχικό νόσημα. Ποια ήταν η έμπνευση πίσω από αυτή την ιστορία σας;

Στηρίζεται σ’ ένα ιστορικό γεγονός,  και τα ιστορικά γεγονότα όμως παράγουν τους δικούς τους μύθους, πόσω μάλλον ένα τόσο εμβληματικό γεγονός, όπως η ανεύρεση  της Αφροδίτης της Μήλου. Όπως θα είδατε δεν το αναφέρω, είναι κάτι που βγαίνει στις τελευταίες σελίδες. Μόνο τότε αναφέρεται το νησί Μήλος.

 

Το ιστορικό αυτό γεγονός συνομιλεί με τη ζωή του δισέγγονου που γεννήθηκε στο χάραμα του 20ού αιώνα κι έθεσε τέρμα στη ζωή του 80 χρόνια μετά στην Ελβετία. Πρόκειται βέβαια για μια καθαρή μυθοπλασία. Είναι γεγονός ότι ακόμη και η ιστορική πραγματικότητα, κυρίως αυτή, είναι ανοιχτή στον μύθο, στην ανακατασκευή, είχα λοιπόν κάπου ακούσει ή είχα ονειρευτεί ή είχα φανταστεί, ή είχε κάπου πάρει το αυτί μου ότι ο άνθρωπος που βρήκε το άγαλμα, ήταν για εκείνον τόσο συνταρακτική αυτή η συνάντηση με αυτό το πελώριο και πανέμορφο και ακρωτηριασμένο άγαλμα, ώστε το ερωτεύτηκε, χάνοντας μάλιστα το μυαλό του.

 

Αυτό τώρα μπορεί να μην συνέβη ποτέ, κάπου όμως, για κάποιους δικούς του λόγους, το μυαλό μου διακινήθηκε από αυτή την ιστορία, τη φύλαξε για πολλά χρόνια μέσα σε μια κρύπτη και την κατάλληλη στιγμή αναδύθηκε.

 

Ξέρετε, τα βιβλία είναι και λίγο σαν όνειρο: κάποια στιγμή, μια εικόνα, μία σκέψη, μια αίσθηση αρκούν για να ξεκινήσει το ταξίδι της συγγραφής. Στο μυαλό μου, η συνάντησή του Θεόδωρου Κεντρωτά με την ομορφιά αυτού του αγάλματος ήταν διαταρακτική. Μία συνάντηση με τη σαγήνη, με την τρέλα.

 

— Και μετά η σαγήνη διαλύεται, γίνεται λίγο άχθος και κατάρα…

Ναι, ακριβώς, μετά αρχίζει η σκληρή πραγματικότητα, που κι αυτή είναι ανοιχτή σε πολλαπλές ερμηνείες. Ο Κεντρωτάς άρχισε  να διαπραγματεύεται με αγοραστές, να το πουλάει, το άγαλμα να ταξιδεύει, ήταν η εποχή που επικρατούσε ο πυρετός των μαρμάρων, αλώνιζαν οι κάθε λογής αρχαιοκάπηλοι, οι κάθε λογής περιηγητές, οι κάθε λογής εραστές των αρχαιοτήτων. Ήταν πάρα πολύ εύκολο επί Τουρκοκρατίας να καπηλευτεί κανείς το ένδοξο παρελθόν. Ήταν ένα από τα εναύσματα που οδήγησαν στο στήσιμο της πλοκής του μυθιστορήματος μου.

 

Στη συνέχεια η ιστορία που θέλησα να αφηγηθώ φεύγει από τα αγάλματα, ξεχνά το ένδοξο παρελθόν του τόπου, φεύγει από το ιστορικό πλαίσιο και πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας, εκεί όπου φωλιάζει ένα παρελθόν που κουβαλάμε μέσα μας, από παιδί, ένα παρελθόν που συνομιλεί και φτιάχνεται ξανά με τα υλικά του παρόντος. Ο «Έλληνας Ασθενής» είναι μια ιστορία που λαχταρά να πάει κατευθείαν στον ψυχισμό του καθενός μας. Αυτό είναι το στοίχημα της ιστορίας μου.

  

— Τι εννοείτε στον ψυχισμό «μας»;

Από την ώρα που γεννιόμαστε μέχρι την ώρα που πεθαίνουμε, ένα αίτημα φωλιάζει μέσα μας. Αυτό τουλάχιστον ισχύει για τα πρόσωπα στα βιβλία μου. Να αγαπηθούμε μ’ έναν τρόπο μοναδικό. Αρχής γενομένης από το πρώτο ερωτικό αντικείμενο της ζωής μας, τη μητέρα. Να αγαπηθούμε με ένα τρόπο που θα διαψεύσει τον θάνατο, τον εφιάλτη του ασυντρόφευτου, που μας παραμονεύει από την αρχή.

 

Ο Έλληνας ασθενής στο βιβλίο μου πάει ένα βήμα πάρα πέρα, έχει σηκώσει τόσο ψηλά τον πήχη ώστε στο τέλος θα το πληρώσει με τη ζωή του: Θέλει να κάνει τη νεκρή μάνα, που μπορεί να είναι η νεκρή πατρίδα, η νεκρή ερωμένη, να ζωντανέψει για να τον ζωντανέψει κι αυτόν με τη σειρά του. Αυτό το «μίλησε μου» που λέει ο Κεντρωτάς στο άγαλμα, που το ‘χε πει προηγούμενα στην Παναγιά τη Γλυκοφιλούσα, που χρόνια μετά εμφανίζεται να το λέει ο δισέγγονος στη δωδεκάχρονη μαθήτριά του που έχει ερωτευθεί μ’ έναν τρόπο ιδεατό, είναι σπαρακτικό. Σπαρακτικό γιατί είναι ανέφικτο. Και πάνω σ’ αυτό φαίνεται να παίζεται όλη η μοίρα του ανθρώπου.

 

Λέμε «μίλησε μου» για να νιώσω ζωντανός, «αγάπησε με» για να υπάρξω. Αιτήματα που αντλούν τη σημασία και τη δυσκολία τους από μια αρχική σχέση του βρέφους με τη μάνα. Η συνεπωνυμία των ηρώων κάτι λέει. Δηλώνει την επαναληπτικότητα, τη διαγενεαλογία…

 

Φωτεινή Τσαλίκογλου – Ο Έλληνας Ασθενής, εκδ. Καστανιώτη

— Θα τολμήσω να το ρωτήσω και επειδή πρακτικά το βιβλίο θίγει άμεσα το πρόβλημα της αυτοχειρίας εν σχέσει με την ενδεχόμενη ψυχική νόσο: δηλώνει και την κληρονομικότητα;

Όχι με τη στενή έννοια των γονιδίων, αλλά με την έννοια των εγγραφών που κουβαλάμε στο μυαλό και την ψυχή μας. Ξέρετε, στο αίμα μας δεν κυκλοφορούν μόνο γονίδια. Κυκλοφορούν και φαντασιώσεις και ιστορίες και σενάρια βιωμένης και μαθημένης μνήμης. Δεν  παρακάμπτεται η σημασία της κληρονομικότητας.

 

Είμαστε βιολογικά όντα. Μέσα από τη βιολογία μας, εκφράζεται η σχέση με το περιβάλλον, μεταβάλλεται το γενετικό μας φορτίο. Είμαστε όμως και ψυχονοητικά όντα που εμφορούνται από μια εσωτερική πραγματικότητα. Φαντασιώσεις, λαχτάρες, επιθυμίες μας απομακρύνουν από τα πραγματικά γεγονότα, φτιάχνοντας με τη σειρά τους νέες ψυχικές πραγματικότητες. Ως γλωσσικά όντα δεν παύουμε από την αρχή της ζωής μας να ερμηνεύουμε, να νοηματοδοτούμε τον κόσμο γύρω και μέσα μας.

 

Όπως φαίνεται και μέσα από την ιστορία που αφηγούμαι, όταν γεννιόμαστε δεν είμαστε ένας αλλά πολλοί, κουβαλάμε ένα παρελθόν που συνεχώς ανακατασκευάζεται υπό το φως ή το σκοτάδι του παρόντος. Κουβαλάμε τα ίχνη που άφησαν στη ζωή οι προηγούμενες γενιές. Αυτό το ίχνος περιλαμβάνει πολλά πράγματα: όνειρα, λαχτάρες, φόβους, στόχους, με όποιον τρόπο όλα αυτά επικοινωνήθηκαν ή  αποσιωπήθηκαν και μπήκαν μέσα κρύπτες και δεν έγιναν ποτέ ειπωμένα.

 

Σ’ αυτό το βιβλίο θίγεται η διαγενεαλογία του τραύματος. Ένα τραύμα ταξιδεύει σε κάθε οικογένεια, σε κάθε χώρα. Αν θέλουμε λίγο να κατανοήσουμε έναν αυτόχειρα, οφείλουμε να στεκόμαστε με μεγαλύτερη προσοχή σ’ αυτό που ονομάζουμε τραύμα. Στο τι σημαίνει επεξεργάζομαι το τραύμα ή το αποσιωπώ.

 

— Μισό λεπτό: τραύμα μπορεί να θεωρηθεί οτιδήποτε. Από την αυστηρότητα ενός γονιού προς το παιδί του, μέχρι ένα οικογενειακό μυστικό. Πώς ορίζουμε το «τραύμα» σε μια οικογένεια;

Τραύμα είναι η ρωγμή, η βίαιη ρήξη στο προστατευτικό περίβλημα του ψυχισμού από μια έντονη διέγερση. Κανένας δεν είναι προστατευμένος από το τραύμα. Και γιατί να είμαστε; Μια προστατευμένη από το τραύμα ζωή δεν θα ήταν ζωή. Τι θα ήταν; Δεν ξέρω, κάτι σαν αντι-ζωή.

 

 

— Ήταν αυτή η ιστορία ένας τρόπος για να μιλήσετε για τη διαστρωμάτωση των αισθημάτων που νιώθουν όσοι οδηγούνται τελικά στην αυτοχειρία;

 

Στη συγκεκριμένη ιστορία υπάρχει η ετικέτα του ψυχωτικού που δεν σημαίνει και πολλά πράγματα. Ο αυτόχειρας μέσα από το παραλήρημά του συνομιλεί με καλά κρυμμένα μυστικά της υγείας. Το παραλήρημα, μέσα από μία οξυμένη φαντασία που σε απομακρύνει προς στιγμή από το πραγματικό, σου προσφέρει έναν άλλο τρόπο να ανακατασκευάσεις την πραγματικότητα, για να την αναδιατάξεις, επαναφηγείσαι την πραγματικότητα με καινούρια υλικά.

 

Εν τέλει η έννοια της πραγματικότητας είναι μια πολύ ευρύχωρη έννοια. Χωράνε πολλά μέσα εκεί. Οφείλω να πω ότι διαβάζοντας ως αναγνώστρια πλέον τον Έλληνα ασθενή μου, τον κατανοώ. Η τρέλα του μου είναι μια οικεία τρέλα, προσιτή, κατανοητή. Κι αυτό ομολογώ με τρομάζει. Το ερώτημα που τον διατρέχει «ποιος είμαι;», «ποιος μπορώ να είμαι;», οι ενοχές που τον βασανίζουν, οι αγωνίες του, δεν είναι γεννήματα της ψύχωσης, είναι υπαρξιακά ερωτήματα που μας απασχολούν όλους.

 

Ο Οιδίποδας με τις ενοχές του έχει πεθάνει. Κραταιός είναι τώρα ο Νάρκισσος με την μοναδική του επιδίωξη: Ικανοποίηση, άμεση ικανοποίηση του εγώ. Η πλασματική παντοδυναμία ενός αδύναμου, ευθραύστου και ταυτόχρονα κυρίαρχου εγώ.

 

— Δεν τον φοβάστε τον ορισμό «τρελός» και «τρέλα», όπως δεν φείδεστε και τις απολύτως αληθοφανείς περιγραφές σκηνών μέσα σε ψυχιατρικές κλινικές στον «Έλληνα Ασθενή». Ήταν μια ανάγκη να ειπωθούν κάποια πράγματα με τ’ όνομά τους; 

Έχει πολλά βιογραφικά μου στοιχεία μέσα ο «Έλλην Ασθενής». Κάπως σα να έχω στριμώξει μέσα του όλη μου τη ζωή, χωρίς να μιλώ για ‘μένα. Η πρώτη φορά που είδα αυτό που λένε τρελός με την επίσημα ανακηρυγμένη έννοια, ήταν σ’ αυτή την κλινική, το Bel Air, όταν έκανα το Stage μου ως κλινική ψυχολόγος. Και τη λέξη «τρελός», πέρα από την πολιτική ορθότητα, τη χρησιμοποιώ με απόλυτο σεβασμό στην οδύνη που βιώνει ένα πλάσμα που δεν διαθέτει τους προστατευτικούς μηχανισμούς του υγιούς.

 

Το όνομα του διευθυντή της κλινικής που αναφέρεται στο βιβλίο είναι πραγματικό. Ήταν μια μέρα που ο καθηγητής Julien Ajuriaguerra -ένας τρομερά χαρισματικός άνθρωπος- παρουσίαζε στους εκπαιδευόμενους φοιτητές περιστατικά ασθενών. Και εκεί εμφανίστηκε η Ζοέλ, μία κοπέλα στην ηλικία μου τότε, πανέμορφη, ψηλή, λεπτή, μελαχρινή, αλλά με λευκά μάτια, γιατί τα είχε τραυματίσει ανεπανόρθωτα με βελόνες πλεξίματος, είχε αυτοακρωτηριαστεί.

 

Εκεί τότε, ο Ajuriaguerra μας είχε εξηγήσει ότι κάποιοι ψυχωτικοί αυτοτραυματίζονται, επειδή δεν νιώθουν ότι είναι ζωντανοί, για να προκαλέσουν τόσο πόνο στον εαυτό τους και να αποδείξουν ότι είναι ζωντανοί. Ταράχτηκα βαθιά. Αναρωτήθηκα, «υπάρχει άραγε θεραπεία σε μια τόσο ακραία ψυχική οδύνη;». Τόσα χρόνια μετά το ίδιο ερώτημα επιμένει να με βασανίζει.

  

— Γιατί μέχρι σήμερα η αυτοχειρία είναι θέμα ταμπού; Δυσκολευόμαστε να το συζητήσουμε κι ας μας ταράζει πάντα το ίδιο η είδηση της αυτοκτονίας κάποιου, ακόμη και όχι οικείου…

Η αυτοχειρία είναι κάτι που μας ταράζει γιατί ό,τι κι αν υποστηρίζει ο επιστημονικός λόγος, υπάρχει ένα κομμάτι που παραμένει ανερμήνευτο. Όσο κι αν ξέρουμε ότι ενοχοποιείται ιδιαιτέρως η κατάθλιψη, η διπολική διαταραχή, η σχιζοφρένεια, όσο κι αν γνωρίζουμε ότι αν υπάρχει μία τέτοια διαταραχή, αυξάνονται οι πιθανότητες, ενδεχομένως, να οδηγηθεί κάποιος στην αυτοκτονία.

 

Δεν αρκεί, όμως, αν γίνει αυτό, να πεις «επειδή». Στην αυτοχειρία η λέξη «επειδή» είναι ένα κουρελάκι. Είναι κάτι που δεν μπορεί να λειτουργήσει σαν ρούχο, σαν μια εξήγηση που να καλύπτει πλήρως το «γιατί». «Επειδή ήταν άρρωστος», «επειδή ήταν καταθλιπτικός», «επειδή καταστράφηκε οικονομικά», «επειδή»… Πιανόμαστε -για να σωθούμε από αυτό το ανερμήνευτο της αυτοκτονίας- απ’ το «επειδή».

 

Αν χάσουμε αυτό το «επειδή» μένουμε εκτεθειμένοι σε κάτι πολύ σκοτεινό, πολύ πιο υπαρξιακά τρομαχτικό που μας ξεπερνάει. Και πάλι το «επειδή» δεν αρκεί, χρειάζεται κάτι παραπάνω. Αυτό το παραπάνω το κατέχει το ίδιο το γεγονός της αυτοχειρίας, ούτε καν το υποκείμενο της αυτοχειρίας.

 

Λέμε για παράδειγμα «μα, τα είχε όλα. Γιατί το έκανε;». Εκεί αρχίζει να υπονομεύεται η φαντασίωση του «όλα». Του «όλα» που (και καλά!) θα μας προστατάτευε, θα μας θεράπευε, και ξαφνικά, να… Μα τι «όλα» είναι αυτά που δεν μπορούν να μας προστατεύσουν από την ηθελημένη καταστροφή; Τι αξία έχει η διασημότητα, η δημιουργία, οι περιουσίες αν δεν μπορούν να μας προφυλάξουν; Γι’ αυτό στεκόμαστε με τέτοιο δέος μπροστά σε τέτοιες ειδήσεις, πέρα από το βίαιο της πράξης.

 

— Θεωρείτε ότι διαθέτουμε παιδεία πάνω στο θέμα της ψυχικής υγείας στην Ελλάδα; Είμαστε επαρκώς ενημερωμένοι για τις ψυχικές νόσους και για την έγκαιρη αντιμετώπισή τους;

Η  άγνοια, ο φόβος, οι προκαταλήψεις είναι οι φυλακές μας. Τα Μέσα μαζικής ενημέρωσης και κοινωνικής δικτύωσης, ως παντοδύναμος ανώνυμος παιδαγωγός, παίζουν σημαντικό ρόλο στην ενίσχυση και αναπαραγωγή αυτής της φυλακής.

 

Κι όμως τα τελευταία χρόνια έχουν γίνει και γίνονται πολλά από την επιστημονική κοινότητα, σημαντικές καμπάνιες ευαισθητοποίησης της κοινής γνώμης για τον αποστιγματισμό. Μένουν ακόμα πολλά να γίνουν. Ιδίως σ’ αυτές τις εποχές που αναζωπυρώνεται η δυσανεξία μας απέναντι στον διαφορετικό άλλο.

 

— Πέρα από τον Κεντρωτά και τον αυτόχειρα δισέγγονό του, το βιβλίο αγγίζει -όπως τα περισσότερά σας- και πάλι την ελληνική οικογένεια και την παθογένειά της. Ενώ στους κόλπους της αναπτύσσονται και τρέφονται ζωτικά ψεύδη και αρρώστιες σοβαρές, γιατί παρ’ όλα αυτά -ειδικά οι Έλληνες- δυσκολευόμαστε να απομακρυνθούμε, να βάλουμε όρια, αποστάσεις;

Ας είμαστε ειλικρινείς, η ελληνική οικογένεια, όπως και κάθε οικογένεια, τα πάει πάρα πολύ καλά με τη διαχείριση των ψεμάτων και των αυταπατών. Ωστόσο, την ίδια στιγμή, αξίζει να πούμε ότι σύμφωνα και με πρόσφατη -του 2018- έρευνα, ενώ στη χώρα μας όλοι οι θεσμοί είναι στα Τάρταρα, στην πλήρη απαξίωση, η οικογένεια  αντιστέκεται. Η συντριπτική πλειοψηφία των ερωτωμένων, ένα 85% πιστεύει στο θεσμό της οικογένειας.

 

Η οικογένεια αποτελεί ένα θεσμό κραταιό στο φαντασιακό του σημερινού Έλληνα. Μια προστατευτική δομή, ένας τόπος που επιμένει να υπάρχει, που μας προφυλάσσει από την ψυχική προσφυγιά.

 

Βέβαια, από την άλλη μεριά, ελλοχεύει η φοβερά προστασία της οικογένειας.  Πως νιώθει για παράδειγμα ένας άνθρωπος 35-40 ετών, που καλείται να συμβιώσει με την οικογένειά του, ειδικά εν μέσω οικονομικής κρίσης; Από τη μία νιώθει καλυμμένος, προστατευμένος, από την άλλη υπονομεύεται η όποια αυτονομία του. Στις μέρες που ζούμε η σύγκρουση ανάμεσα σε αυτές τις δύο θεμελιακές ανάγκες, της ασφάλειας και της αυτονομίας, βρίσκεται στο απόγειο της.

 

 

 

— Είπατε «αυτό που ζούμε σήμερα» και δεν θα χάσω την ευκαιρία να σας ρωτήσω αν έχετε κάποιο ορισμό γι’ αυτό το κάπως παράλογο που φαίνεται να μας κατευθύνει στην καθημερινότητά μας, αυτή την αίσθηση ότι έχουμε χάσει τη συμπόνια, την ευγένεια, την ανθρωπιά μας ή είναι ιδέα μερικών από εμάς και όλα βαίνουν καλώς;

Φυσικά και όχι. Είναι μια εποχή που αναδεικνύει την απόλυτα ανθρωποφαγική πλευρά του είδους μας. Βλέπουμε να αναπτύσσονται καινούριες κανονικότητες, οι οποίες ανατροφοδοτούνται από αυτόν τον άγριο κανόνα της επιβίωσης που δεν καταλαβαίνει ούτε από δεσμούς αίματος ούτε από συγγενικούς δεσμούς ούτε τίποτα.

 

Αυτό που ζούμε και μας αγριεύει, καταλαγιάζει μόνο με συμπεριφορές από το άλλο άκρο. Αναπάντεχες συμπεριφορές ομορφιάς, αγάπης, συμπόνιας, καλοσύνης. Λάμπουνε μέσα στην σπανιότητα και την αληθινότητα τους. Κι εκεί κάπως καθησυχάζεσαι και λες «ok, ο άνθρωπος είναι μια ευρύχωρη έννοια, περιλαμβάνει και το μεν και το δε».

 

— Πιάνομαι από την κουβέντα και την ιδιότητά σας για να ρωτήσω το εξής δυσάρεστο: δυο μέρες μετά από τις φονικές πυρκαγιές στο Μάτι, εθεάθησαν λουόμενοι που απολάμβαναν στον ήλιο και τη θάλασσα. Στον τόπο της τραγωδίας; Έχουν εξήγηση αυτές οι συμπεριφορές; Για τι είδους ψυχοσυστασίες μιλάμε;

Στην ακρότητά του είναι κάτι που μας ανατριχιάζει, κάτι που δεν το χωράει το μυαλό μας. Από την άλλη μεριά, όμως, αν το σκεφτούμε, είναι μια κίνηση που έστω και ακραία εκφράζει κάτι που όλοι λίγο πολύ κάνουμε. Τι είναι αυτό; Αρνούμαστε αυτό που συνέβη, το μεταμφιέζουμε.

 

Οι αναιδείς λουόμενοι εκείνη τη στιγμή καμώθηκαν ότι δεν έγινε αυτό που έγινε. Είναι μια πρωτόγονη άμυνα άρνησης του πραγματικού. Κάνεις σα να μη συνέβη. Μας σοκάρει, μας θυμώνει, μας εξοργίζει αλλά σε άλλες διαστάσεις είναι κάτι που λίγο-πολύ κάνουμε. Αρνούμαστε, μεταμφιέζουμε αυτό που μας συνέβη.

 

Κάτι αντίστοιχο δεν είχε συμβεί και στην Ιταλία; Που δίπλα σε πτώματα μεταναστών έκαναν ηλιοθεραπεία; Είναι εξοργιστικό, όμως είναι προϊόν μιας εκπαίδευσης στο μούδιασμα του συναισθήματος μας. Ένα κυρίαρχο ναρκωτικό που επιλέγουμε να μας τυλίγει. Είναι αυτή η κατάσταση που αντικρίζουμε όλο και συχνότερα πλέον, αλλού να είναι το συναίσθημά σου κι αλλού το σώμα σου.

 

Και κάτι ακόμα. Είναι ο Νάρκισσος. Είμαστε στην εποχή του Νάρκισσου. Ο Οιδίποδας με τις ενοχές του έχει πεθάνει. Κραταιός είναι τώρα ο Νάρκισσος με την μοναδική του επιδίωξη: Ικανοποίηση, άμεση ικανοποίηση του εγώ. Η πλασματική παντοδυναμία ενός αδύναμου, ευθραύστου και ταυτόχρονα κυρίαρχου εγώ. Οι άνθρωποι που πήγαν να κολυμπήσουν εκεί ζουν σε αυτή την εποχή.

 

— Κακώς εξοργιστήκαμε, δηλαδή…

Όχι, βέβαια. Αν χάσουμε την οργή και όλο αυτό το φυσικοποιήσουμε, χαθήκαμε. Ας διατηρούμε ως κόρη οφθαλμού και τον εκνευρισμό μας, και την αηδία μας, και την απαξίωσή μας. Αν πάψουμε να αντιδρούμε, σημαίνει ότι ήρθε το τέλος.

 

Αναδημοσίευση της εξαιρετικής συνέντευξης από LIFO.gr

Εκφοβισμός

Η εμπειρία από τη θεραπεία νεαρών ατόμων με ψυχικές διαταραχές δείχνει εμφατικά την αδυναμία μεγάλης μερίδας των γονέων να αποδεχτούν και να διαχειριστούν το πρόβλημα των παιδιών τους. Άρνηση, δυσπιστία, παρερμηνεία, απόκρυψη, υπερπροστατευτικότητα, έλλειψη οριοθέτησης και άλλα δυσχεραίνουν τις προσπάθειες των ειδικών για κάτι καλύτερο. Παρομοίως ανεπαρκής είναι και η αντιμετώπιση της πλειοψηφίας των γονέων στα φαινόμενα εκφοβισμού, είτε το παιδί τους είναι το θύμα είτε ο θύτης. Άγνοια, υποβάθμιση, απώθηση, στρουθοκαμηλισμός, ντροπή, μέχρι και θετική ενίσχυση(!) σε λίγες περιπτώσεις προστίθενται στα προηγούμενα και το φαινόμενο καλά κρατεί. Οι γονείς βλέπουν τα παιδιά ως προέκταση του εαυτού τους και ως εκ τούτου αν κάτι δεν πάει καλά, συνήθως ενεργοποιούνται μηχανισμοί άμυνας όπως θα συνέβαινε και με δικά τους θέματα.

Έχουν ειπωθεί και γραφτεί πολλά για τον εκφοβισμό και υπάρχει μια αύξηση στην ενημέρωση του κόσμου γύρω από το πρόβλημα. Εκείνο που ποτέ δεν αλλάζει ως τώρα και αποτελεί πυρηνικό αίτιο της διαιώνισης του εκφοβισμού, όπως και άλλων κοινωνικών προβλημάτων, είναι η παραδοσιακά ανώριμη και οπισθοδρομική στάση της αποφυγής και της απόκρυψης που διέπει την πλειοψηφία του κόσμου. Πολλοί νομίζουν ότι πρέπει να απευθυνθούν σε παρελθούσες συμπεριφορές και ριζωμένες πεποιθήσεις για να βρουν λύσεις. Αυτό είναι πλάνη και απλά διαιωνίζει το πρόβλημα. Η επίγνωση του παρελθόντος έχει νόημα για να αλλάξει κανείς αυτό που τα γεγονότα έχουν δείξει ως εσφαλμένο.

Κατά τα άλλα θα συνεχίσουμε προσωρινά να σοκαριζόμαστε και μετά να «καταδικάζουμε τη βία απ’ όπου και αν προέρχεται».

Σπύρος Καλημέρης

Το κριτήριο είναι το τι κάνουν οι άλλοι

Δημοσιεύτηκε σειρά 5 σχετικών μεταξύ τους ερευνών που εξέτασαν τι επηρεάζει την ανθρώπινη συμπεριφορά όσον αφορά αποφάσεις ηθικού χαρακτήρα. Τα αποτελέσματα επιβεβαιώνουν αυθόρμητες παρατηρήσεις από την κλινική, αλλά και καθημερινή εμπειρία. Τα κριτήρια δε βασίζονται τόσο σε αντικειμενικούς κανόνες ηθικής, αλλά στο τι εμφανίζεται ως σύνηθες στους περισσότερους.

Τι σημασία έχει το εύρημα οτι αν το κάνουν οι πολλοί, νομίζουμε οτι είναι σωστό και αξιόπιστο? Μεγάλη, τεράστια. Η ανάλυση μπορεί να είναι επίσης μεγάλη, αλλά ίσως αρκεί μια ματιά στα καθημερινά διεθνή και τοπικά νέα για να αποδεικνύεται το αναληθές της πεποίθησης αυτής.

Ένα λάθος δεν γίνεται αλήθεια επειδή είναι ευρέως

Σύνδεσμος : It’s not what you do, but what everyone else does: On the role of descriptive norms and subjectivism in moral judgment

The Pressing Need for Everyone to Quiet Their Egos

We live in some times. On the one hand, things are better than they’ve ever been. Overall rates of violence, poverty, and disease are down. There have been substantial increases in education, longevity, leisure time, and safety. On the other hand… We are more divided than ever as a species. Tribalism and identity politics are rampant on all sides of everything.

Steven Pinker and other intellectuals think that the answer is a return to Enlightenment values— things like reason, individualism, and the free expression of as many ideas as possible and an effective method for evaluating the truth of them. I agree that this is part of the solution, but I think an often underdiscussed part of the problem is much more fundamental: all of our egos are just too damn loud.*

Watching debates in the media (and especially on YouTube) lately has been making my head explode. There seems to be this growing belief that the goal is always to win. Not have a dialectical, well-intentioned, mutual search for overarching principles and productive ways forward that will improve humanity– but to just win and destroy.

Now, don’t get me wrong– I find a good intellectual domination just as thrilling as the next person. But cheap thrills aside, I also care deeply about there actually being a positive outcome. Arriving at the truth and improving society may not be explicit goals of a WWE match, but surely these are worthy goals of public discourse?

There is also an interesting paradox at play here in that the more the ego is quieted, the higher the likelihood of actually reaching one’s goals. I think we tend to grossly underestimate the extent to which the drive for self-enhancement actually gets in the way of reaching one’s goals– even if one’s goals are primarily agentic.

Since psychologists use of the term ego is very different ways, let me be clear how I am defining it here. I define the ego as that aspect of the self that has the incessant need to see itself in a positive light. Make no doubt: the self can be our greatest resource, but it can also be our darkest enemy. On the one hand, the fundamentally human capacities for self-awareness, self-reflection, and self-control are essential for reaching our goals. On the other hand, the self will do anything to disavow itself of responsibility for any negative outcome it may have played a role. As one researcher put it, the self engenders “a self-zoo of self-defense mechanisms.” I believe we can refer to these defensive strategies to see the self in a positive light as the “ego”. A noisy ego spends so much time defending the self as if it were a real thing, and then doing whatever it takes to assert itself, that it often inhibits the very goals it is most striving for.

In recent years, Heidi Wayment and her colleagues have been developing a “quiet ego” research program grounded in Buddhist philosophy and humanistic psychology ideals, and backed by empirical research in the field of positive psychology. Paradoxically, it turns out that quieting the ego is so much more effective in cultivating well-being, growth, health, productivity, and a healthy, productive self-esteem, than focusing so loudly on self-enhancement.

To be clear, a quiet ego is not the same thing as a silent ego. Squashing the ego so much that it loses its identity entirely does not do yourself or the world any favors. Instead, the quiet ego perspective emphasizes balance and integration. As Wayment and colleagues put it, “The volume of the ego is turned down so that it might listen to others as well as the self in an effort to approach life more humanely and compassionately.” The quiet ego approach focuses on balancing the interests of the self and others, and cultivating growth of the self and others over time based on self-awareness, interdependent identity, and compassionate experience.

The goal of the quiet ego approach is to arrive at a less defensive, and more integrative stance toward the self and others, not lose your sense of self or deny your need for the esteem from others. You can very much cultivate an authentic identity that incorporates others without losing the self, or feeling the need for narcissistic displays of winning. A quiet ego is an indication of a healthy self-esteem, one that acknowledges one’s own limitations, doesn’t need to constantly resort to defensiveness whenever the ego is threatened, and yet has a firm sense of self-worth and competence.

According to Bauer and Wayment, the quiet ego consists of four deeply interconnected facets that can be cultivated: detached awareness, inclusive identity, perspective-taking, and growth-mindedness. These four qualities of the quiet ego contribute to having a general stance of balance and growth toward the self and others:

  • Detached Awareness. Those with a quiet ego have an engaged, nondefensive form of attention to the present moment. They are aware of both the positive and negatives of a situation, and their attention is detached from more ego-driven evaluations of the present moment. Rather, they attempt to see reality as clearly as possible. This requires openness and acceptance to whatever one might discover about the self or others in the present moment, and letting the moment unfold as naturally as possibly. It also involves the ability to revisit thoughts and feelings that have already occurred, examine them more objectively than perhaps one was able to in the moment, and make the appropriate adjustments that will lead to further growth.
  • Inclusive Identity. People whose egos are turned down in volume have a balanced or more integrative interpretation of the self and others. They understand other perspectives in a way that allows them to identify with the experience of others, break down barriers, and come to a deeper understanding of common humanity. An ability to be mindful, and the detached awareness that comes with it, can help facilitate an inclusive identity, especially under moments of conflict, such as having one’s identity or core values challenged. If your identity is inclusive, you’re likely to be cooperative and compassionate toward others rather than only working to help yourself.
  • Perspective-Taking. By reflecting on other viewpoints, the quiet ego brings attention outside the self, increasing empathy and compassion. Perspective taking and inclusive identity are intimately intertwined, as either one can trigger the other. For instance, the realization of one’s interdependence with others can lead to a greater understanding of the perspective of others.
  • Growth-Mindedness. A concern for prosocial development and change for self and others over time causes those with a quiet ego to question the long-term impact of their actions in the moment, and to view the present moment as part of an ongoing life journey instead of a threat to one’s self and existence. Growth-mindedness and perspective taking complement each other nicely, as a growth stance toward the moment clears a space for understanding multiple perspectives. Growth-mindedness is also complementary to detached awareness, as both are focused on dynamic processes rather than evaluation of the final product.

These qualities should not be viewed in isolation from each other, but as part of a whole system of ego functioning. Curious where you lie on the quiet ego continuum? Here are 14 items that will give you a rough estimation. If you find yourself nodding in strong agreement to most of these items, you probably have a quiet ego:

Quiet Ego Scale (QES)

  1. I often pay attention when I am doing things.
  2. I don’t do jobs or tasks automatically, I am aware of what I’m doing.
  3. I don’t rush through activities without being really attentive to them.
  4. I feel a connection to all living things.
  5. I feel a connection with strangers.
  6. I feel a connection to people of other races.
  7. Before criticizing somebody, I try to imagine how I would feel if I were in their place.
  8. When I’m upset at someone, I usually try to put myself in his or her shoes for a while.
  9. I try to look at everybody’s side of a disagreement before I make a decision.
  10. I find it easy to see things from another person’s point of view.
  11. For me, life has been a continuous process of learning, changing, and growth.
  12. I think it is important to have new experiences that challenge how you think about yourself and the world.
  13. I have the sense that I have developed a lot as a person over time.
  14. When I think about it, I have really improved a lot as a person over the years.

Those scoring higher on the Quiet Ego Scale tend to be more interested in personal growth and balance and are more likely to seek growth through authenticity, mastery, and positive social relationships. While a quiet ego is positively related to having a healthy self-esteem, resilience, and healthy coping strategies for dealing with life’s stressors, it is also related to humanitarian attitudes and behaviors. This is consistent with the idea that a quiet ego balances compassion with self-protection and growth goals. Indeed, a good indication that one is growing is that the ego is quieting. A quiet ego is also associated with humility, spiritual growth, flexible thinking, open-minded thinking, the ability to savor everyday experiences, life satisfaction, risk-taking, and the feeling that life is meaningful. It’s clear that a quiet ego is very conducive to living a full existence.

In my own research, I found a zero relationship between having a quiet ego and scores on a measure of «self-sacrificing self-enhancement», which is a actually facet of narcissism. Self-sacrificing self-enhancement is measured by items such as:

  • Sacrificing for others makes me the better person.
  • I try to show what a good person I am through my sacrifices.
  • I like to have friends who rely on me because it makes me feel important.
  • I feel important when others rely on me.

This suggests that quieting the ego is not about just any sort of other-concern (such as the ego-driven need to appear compassionate). It seems that the quiet ego is related to a genuine concern for the growth and development of self and others. In line with this, I found that the quiet ego was positively related to measures of compassion and empathy that were negatively correlated with self-sacrificing self-enhancement. Consistent with prior research, I also found a positive relationship between a quiet ego and self-compassion. It appears then that those with a quiet ego tend be loving, giving people, but also take care of themselves just as compassionately as they tend to take care of others.

Another recent study conducted by Heidi Wayment and Jack Bauer further supports the notion that the quiet ego really does balance the needs of self and others. They found that having a quiet ego was associated with self-transcendent values– such as universalism and benevolence– as well as self-direction and achievement. Also, the quiet ego was unrelated to conformity.

These results underscore the centrality of growth and balance values to the quiet ego construct, and make clear that quieting the ego does not quiet the self. In fact, I would like to put forward the following equation:

The quieter the ego = The stronger one’s best self emerges

I think it’s time for our society to realize (and put into practice) the fact that you don’t have to choose either concern for the self or concern for others. In fact, intentionally practicing to maintain a healthy balance between these fundamental concerns is most conducive to health, growth, well-being, high performance, creativity, and actually arriving at the truth.

Imagine if in addition to learning math, reading, and sex education in school, we also learned how to cultivate the four characteristics of the quiet ego? Or imagine if before any potentially heated public debate, the ground rules included at least an attempt for all participants to practice these characteristics? Better yet, how about instead of the goal of the debate being «who won?», the debate concludes by having each participant state the things they learned from the other person as a result of the discussion? Would that really be so boring? If so, then I think the problem cuts even deeper than I thought.

I don’t think it’s an overstatement to say that the cultivation of these skills in our society would lead to greater mental health, useful reality-based information, as well as peace and unity among humans. Instead of destroying each other how about we learn from each other?

© 2018 Scott Barry Kaufman, All Rights Reserved

* I say «all of us» because I really do believe that all of us (including me!) can benefit from cultivating a quieter ego. This is a lifelong practice, and one that each of us are capable of committing to and moving toward in our daily lives. Recent research (see Discussion section of this paper) suggests that there are activities that do in fact enhance people’s quiet ego functioning.

 

Από : The Pressing Need for Everyone to Quiet Their Egos

Γιατροί : μια πλευρά

I love my doctors.

I have an undiagnosable autoimmune disease. It’s mostly manageable, my lab work is perfect, and I rarely get sick. I get allergy shots and take blood pressure medication. I always have at least low level, mostly familiar, physical symptoms. Occasionally a new one appears. Sometimes it is scary.

I could have sued any or all of my doctors over the last decade-plus. I could be “livin’ large.” They haven’t figured out what is wrong with me. They made mistakes, which sometimes caused symptoms and certainly did not resolve my issues. It took several years to get me stabilized.

So why do I love my doctors? Why wouldn’t I sue them?

I could see that they were trying to help me. They told me that they were trying to help me. They coordinated with each other. They comforted me when I was distraught. They looked at my issues, flexibly, from all different angles. They consulted with other colleagues. They persisted. They never gave up. They cared. They have made my life livable.

I needed them, and I still do. I am so grateful to them.

This point of view is missing from the national conversation about health care. I interviewed 50 doctors for my book, and they told me all about it. Their compassion and dedication flow out of the pages. Yet, that doesn’t seem to matter or be heard. As one of them said, “No one cares about the doctors.”

Those of us who went to college remember the pre-med students. They were the ones who studied all the time. They took multiple difficult science courses, some of which were “make or break,” requiring an “A” to stay competitive. As one of my interviewees said, “Most people aren’t committed at such a young age.” It’s not like this magically changes after they complete medical school and residency. One telling interview item from my book was, “Please tell me about a typical day or week for you.” This produced astounding responses. The typical day for one doctor involved rounds at the hospital, seeing patients in the office, doing chores, making phone calls, checking messages and lab results, family calls, other doctor calls, then back to the hospital. One doctor told me “It’s 24/7.” Another one stated, “It’s not really a job. It’s your life.” And another said, “You give up and miss out on a lot.”

The pressure to perform and to be correct 100 percent of the time is beyond belief. I know that I couldn’t withstand it. “This society accepts no mistakes. It’s the only job where you cannot make a mistake”, said one doctor. “You are responsible for things that you cannot control.”, said another. And when I inquired about lawsuits, those of my interviewees who had them stated that although they emerged unscathed professionally, the “stress was horrible” or one felt “violated.” As a result, “Younger doctors are experts in defensive medicine, rather than the real issues.” While many of us are still under the impression that all doctors are rich, my interviewees reported declining salaries, trouble keeping their doors open, and of course, the overbearing presence of massive debt accrued from attending medical school.

How is any of this right? Does this make sense? It’s some combination of the “terrible twos” and adolescence. We are supposed to be a society of adults, who know that we are not the center of the universe, that sometimes we have to wait and be patient, and that we need see the perspectives of others. This is all part of normal development. Instead, we want what we want, and we want it now. And we want it to be perfect. When we don’t get it, we rebel and lash out. Sound familiar? This attitude applies to health care. So, look at it this way: one of the most important aspects of the health care crisis is that we have an ever-increasing doctor shortage. They are being driven out of practice. This is partially due to our developmental immaturity.

Is this what we want? I know that I don’t want it. How can we expect people to sacrifice and then work under the pressure that our doctors are working? And to top it off, to be ever caring and competent. Research shows that emotions, stress, pressure, mistreatment, disappointment, futility–call it what you will–all impact problem solving, critical thinking and performance. Should our doctors be expected to be superhuman in this regard as well? What do my doctors need besides training and clinical competence to help with my uncharted disease? In fact, what do doctors need to help any of us with anything? Well, they need to be able to think. Who could think under current circumstances? But we expect that, and in my opinion, we typically get it.

We all need to stop pretending that it doesn’t matter how we treat our doctors. As one of my interviewees said, “We are used as pawns in the system. No one cares about the doctors.” We, the patients, are the ones who pay the price for this callousness.” There was a social pact in place,” said one interviewee. “We provided care, and we had a comfortable life. That pact was broken. The deal was broken. So now there is a new generation with a new attitude: We will provide care when we want to provide care. 9 to 5 and no weekends.” If this isn’t what we want, we need to rethink how we treat our doctors and start caring about them again. We need to think and behave like adults and do what is best for all of us, including our doctors. This needs to be part of the national conversation about health care. Our lives depend on it.

Peggy A. Rothbaum is a psychologist and can be reached at her self-titled site, Dr. Peggy Rothbaum.  She is the author of I Have Been Talking with Your Doctor: Fifty doctors talk about the healthcare crisis and the doctor-patient relationship.

Πηγή : No one cares about the doctors

Ανακοίνωση Πανελληνίου Σωματείου Ατόμων με ΔΕΠΥ

Αναδημοσίευση της ανακοίνωσης του Πανελληνίου Σωματείου Ατόμων με ΔΕΠΥ για παραπλανητικό άρθρο στον τύπο περί της διαταραχής. Οι μεγάλες στιγμές της ελληνικής δημοσιογραφίας συνεχίζονται…

 

Με λύπη και αγανάκτηση διαβάσαμε το πρόσφατο άρθρο: “Η «κατασκευασμένη» ασθένεια και το φάρμακο της Novartis!” στην Εφημερίδα των Συντακτών, όπου ουσιαστικά αναφέρεται ότι η ΔΕΠ-Υ (Διαταραχή Ελλειμματικής Προσοχής – Υπερκινητικότητα) είναι μια ψεύτο-ασθένεια, και ότι η «κατασκευή» της είχε αποκλειστικό στόχο την πώληση φαρμάκων σε παιδιά. Για επικύρωση του σκεπτικού του άρθρου, μεταξύ άλλων επιχειρημάτων αναφέρονται και αποσπάσματα από συνεντεύξεις έγκριτων ψυχιάτρων.

Η παρούσα ανακοίνωση του Πανελλήνιου Σωματείου Ατόμων με ΔΕΠ-Υ ADHD Hellas, δεν έχει στόχο να αποδείξει το αν η ΔΕΠ-Υ υφίσταται ή όχι ως νοσολογική οντότητα. Το ερώτημα αυτό είναι απαντημένο με τον πλέον καταφατικό τρόπο εδώ και πολλά χρόνια (αν όχι αιώνες). Η ΔΕΠ-Υ είναι μια νευροβιολογική διαταραχή αναγνωρισμένη από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας.

Η συντάκτρια του άρθρου, βέβαια θα μπορούσε να είχε κάνει η ίδια μια πιο συστηματική μελέτη της βιβλιογραφίας και να αναγνώσει πιο προσεχτικά ολόκληρες τις συνεντεύξεις και το σκεπτικό των αμερικανών ψυχιατρών, που φιλοξενεί στη σελίδα της. Τότε θα καταλάβαινε…

Chlildren Mental-Health

Επίσης, θα μπορούσε να είχε απευθυνθεί στο σωματείο ατόμων με ΔΕΠ-Υ ADHD Hellas και να καταγράψει τις εμπειρίες ενός ενήλικα που έχει διαγνωστεί με ΔΕΠ-Υ ή των γονέων που μεγαλώνουν ένα τέτοιο παιδί και αγωνίζονται καθημερινά να του συμπαρασταθούν στο σχολείο, στην παιδική χαρά, στις κοινωνικές συναναστροφές. Τότε θα καταλάβαινε…

Θα καταλάβαινε ότι οι δυσκολίες αυτές και οι άνθρωποι αυτοί δεν είναι «κατασκευασμένοι», αλλά υπαρκτοί.

Κάποιοι μπορεί να έχουν βοηθηθεί από τα φάρμακα και κάποιοι, από άλλου είδους θεραπεία. Οι περισσότεροι όμως χρειάζονται κάποια βοήθεια και σίγουρα όλοι χρειάζονται την κατανόηση και την αποδοχή των γύρω τους.

Δυστυχώς άρθρα σαν αυτό, δεν βοηθούν τους ευάλωτους πληθυσμούς ούτε να βρουν τη σωστή βοήθεια αλλά ούτε να λάβουν την κατανόηση του περιβάλλοντος. Απλά τους λένε ότι «ψεύδονται» ή ότι έχουν πέσει θύματα.

AdultADHDwoman

Αν στις ΗΠΑ υπάρχει ένα πρόβλημα υπερδιάγνωσης της ΔΕΠ-Υ και υπερβολικής χρήσης των φαρμάκων της, στην Ελλάδα υπάρχει πρόβλημα υποδιάγνωσης.

Ευτυχώς, στη χώρα μας έχει γίνει ένας τεράστιος αγώνας τα τελευταία 15 χρόνια, ώστε η ΔΕΠ-Υ να αναγνωριστεί ως κάτι το πραγματικό και ο κόσμος να ενημερωθεί. Επιτέλους, δάσκαλοι το αναγνωρίζουν, παιδιά λαμβάνουν υποστήριξη και ενήλικες που πάντα τους χαρακτήριζαν ως τεμπέληδες, τσαπατσούληδες και ανοργάνωτους, απενοχοποιούνται και ζητούν βοήθεια.

Μέχρι σήμερα, το μεγαλύτερο μέρος των ΜΜΕ της χώρας μας έχει λειτουργήσει ως αρωγός και υποστηρικτής των παιδιών και των ενηλίκων με ΔΕΠΥ. Ελπίζουμε αυτό, να επεκταθεί στο σύνολο του.

Πηγή : Ανακοίνωση για παραπλανητικό άρθρο της Εφημερίδας Συντακτών

Μεταπτυχιακό και διδακτορικό «επηρεάζουν» την ψυχική υγεία

Προφανώς η επιβάρυνση δεν έρχεται απο το ίδιο το μεταπτυχιακό ή διδακτορικό, αλλά από τον τρόπο που αυτό αντιμετωπίζεται από τον φοιτητή και από τις προσδοκίες που υπάρχουν και ο ίδιος εσωτερικεύει περί αυτού.

Παρακάτω το άρθρο :

Τα ποσοστά του άγχους και της κατάθλιψης μεταξύ των μεταπτυχιακών (master’s) και των διδακτορικών φοιτητών (PhD) διεθνώς είναι τουλάχιστον έξι φορές μεγαλύτερα από ό,τι στο γενικό πληθυσμό. Τέσσερις στους δέκα αισθάνονται μικρότερη ή μεγαλύτερη ψυχική πίεση, σύμφωνα με μια νέα διεθνή έρευνα.
Οι δειγματοληπτικές απαντήσεις 2.279 φοιτητών 234 πανεπιστημιακών και ερευνητικών ιδρυμάτων σε 26 χώρες (90% υποψήφιοι για PhD και 10% για master’s) αποκαλύπτουν ότι το 41% αισθάνονται μέτριο έως σοβαρό άγχος, ενώ το 39% έχουν συμπτώματα μέτριας έως σοβαρής κατάθλιψης, έναντι ποσοστού περίπου 6% στο γενικό πληθυσμό. Τα ποσοστά άγχους και κατάθλιψης είναι μεγαλύτερα στις νέες από ό,τι στους νέους: 43% και 41% αντίστοιχα έναντι 34% και 35%. Οι ερευνητές, με επικεφαλής τη νευροεπιστήμονα Τερέζα Έβανς του Κέντρου Επιστημών Υγείας του Πανεπιστημίου του Τέξας στο Σαν Αντόνιο, που έκαναν τη σχετική δημοσίευση στο περιοδικό βιοτεχνολογίας «Nature Biotechnology», σύμφωνα με το «Nature», έκαναν λόγο για ανησυχητικά ευρήματα που αναδεικνύουν τη σοβαρότητα του προβλήματος και την παγκόσμια διάστασή του. Όπως είπε η Έβανς, τα πανεπιστήμια σε όλο τον κόσμο πρέπει να πάρουν πιο σοβαρά το ζήτημα και να παρέχουν στους μεταπτυχιακούς και διδακτορικούς φοιτητές εκπαίδευση και υποστήριξη που θα τους βοηθήσει να διαχειρισθούν το στρες τους, το οποίο σε ένα βαθμό οφείλεται στη δυσκολία τους να ανταποκριθούν στις απαιτήσεις των σπουδών τους, λόγω περιορισμένου διαθέσιμου χρόνου. Οι περισσότεροι μεταπτυχιακοί φοιτητές (το 55%) δήλωσαν ότι δεν μπορούν να πετύχουν μια καλή ισορροπία ανάμεσα στην εργασία τους (σπουδές) και στην προσωπική ζωή τους. Μια παλαιότερη μελέτη του Πανεπιστημίου της Καλιφόρνια-Μπέρκλεϊ το 2014 είχε επίσης βρει ότι το 43% έως 46% των μεταπτυχιακών φοιτητών ειδικότερα στις βιοεπιστήμες νιώθουν κατάθλιψη.
Πηγή: ΑΠΕ- ΜΠΕ Πηγή: www.lifo.gr

Ψυχική Διαταραχή και Εγκληματικότητα

Στο παρακάτω άρθρο καταρρίπτεται ξανά ένας ακόμη μύθος για τους ανθρώπους με ψυχική διαταραχή : Οτι είναι πιο πιθανό να προβούν σε επικίνδυνες/εγκληματικές πράξεις κατά τρίτων σε σχέση με το μέσο όρο. Τα στοιχεία είναι πρόσφατα και αφορούν τις Η.Π.Α. όπου όπως είναι γνωστό υπάρχει μεγάλη αύξηση της βίας με χρήση όπλων (gun violence). Συγκράτησα ενδεικτικά το εξής στοιχείο : Αν ως δια μαγείας θεραπεύονταν οι σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, το ποσοστό των βίαιων εγκλημάτων θα έπεφτε μόνο κατά 4%!

Σύνδεσμος : Gun Violence and Mental Illness: What You Need to Know

Επιστήμη & Εκκλησία (Ανακοίνωση Ε.Ψ.Ε. & σχόλιο)

Αθήνα 26/3/2018

Ανακοίνωση

Με αφορμή κοινωνικές απορίες και έντονες αντιδράσεις που έχουν προκύψει εξαιτίας δηλώσεων ορισμένων λειτουργών της εκκλησίας ως προς τις παραλλαγές σεξουαλικού προσανατολισμού, θέλουμε να επισημάνουμε τις τεράστιες προσπάθειες που καταβλήθηκαν στην διάρκεια του 20ου αιώνα για να υιοθετηθούν οι θέσεις ενός κλυδωνιζόμενου, δοκιμαζόμενου, αλλά και εντούτοις προωθούμενου κοινωνικού διαφωτισμού οι οποίες αφορούσαν τρεις θεμελιακούς άξονες: την υπέρβαση του ρατσισμού στην οποία συμπεριλαμβάνεται ο αντισημιτισμός και η ξενοφοβία, την κατανόηση και αποδοχή της ομοφυλοφιλίας ως μία παραλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς και την απελευθέρωση των ψυχικά πασχόντων από τη διαιωνιζόμενη συμφορά του αποκλεισμού τους.
Η αποδοχή της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας ανταποκρίνεται σε συμπεράσματα της θεωρητικής και κλινικής έρευνας της επιστημονικής μας κατεύθυνσης, στην συνδιαμόρφωση των οποίων έχουν συμβάλλει και θεολόγοι ή ιερείς ψυχοθεραπευτές, στη βάση της κλινικής ή ψυχοθεραπευτικής τους εμπειρίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία είναι στη διάθεση της Αρχιεπισκοπής για τη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου διαλόγου, με ενημερωτικό χαρακτήρα, για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ανάλογες προσπάθειες για διάφορες θεματικές ενότητες συνεχίζονται άλλωστε από δεκαετίες σε συνεργασία με την εταιρεία μας.

Το Δ.Σ. της ΕΨΕ

 

 

Σχόλιο :

Νομίζω ότι ένα πρόβλημα που ενδεχομένως υφέρπει είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας. Εκκλησία ή Επιστήμη, Επιστήμη ή Εκκλησία ποιος έχει τον πιο έγκυρο λόγο πάνω στο θέμα? Από μια οπτική γωνία οι ισορροπίες είναι πολυσύνθετες κι ευαίσθητες, όμως κάποτε πρέπει να αποχωρήσουμε από τη θέση της τυφλής πίστης σε αβάσιμες δογματικές γραμμές. Η Εκκλησία πρέπει να έχει το ρόλο της, όμως αυτός κάπου έχει λοξοδρομήσει στο πέρασμα των αιώνων και σίγουρα πάντως δεν είναι να εκφέρει άποψη επί παντός επιστητού. Αποτελεί δε αντικείμενο σύγχυσης για ορισμένους και απορίας για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο η (τουλάχιστον πρόσφατη) απουσία πνευματικής και αγαθοποιού διάστασης στα μηνύματα που μεταδίδονται από την επίσημη Εκκλησία και μάλιστα σε αντιπαραβολή με το πρωταρχικό μήνυμα του Ιδρυτή της.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Η εργασία σκοτώνει ανθρώπους και κανείς δε νοιάζεται

Είναι από τις φορές που ένας πηχαίος τίτλος εκ πρώτης όψεως τραβηγμένος, όντως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενό του.

Περίληψη :

Η εργασία και ο τρόπος που σκεφτόμαστε την εργασία σήμερα (work culture) προκαλεί μεγάλες ποσότητες στρες.

Το στρες είναι εν μέρει υπεύθυνο βάσει υψηλού όγκου της σύγχρονης έρευνας για χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης, καρδιαγγειακής νόσου και μεταβολικού συνδρόμου (και άλλες θα προσέθετα εγώ).

Άρα επαγωγικά ο τρόπος που δουλεύουμε, στις συνθήκες που δουλεύουμε έχει υποτιμημένη αρνητική επίδραση στην υγεία μας και «χαρτογραφεί μια σειρά δεινών» που ξεκινούν από το ανθρωπιστικό-ψυχολογικό επίπεδο και φτάνει ως το υψηλό κόστος για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.

Αυτά τα λέει ο κύριος Pfeffer, a professor of organizational behavior at Stanford Graduate School of Business στο νέο βιβλίο του και στην παρακάτω συνέντευξη

“The Workplace Is Killing People and Nobody Cares”

Απώλεια συναισθήματος

Αρνούμαστε να δούμε τα γεγονότα συχνά λόγω άμυνας απέναντι στην επίφοβη απώλεια ενός επιθυμητού συνδετικού συναισθήματος με το αντικείμενο. Όμως η συνέχιση της ύπαρξης του συναισθήματος είναι εφικτή, αν επιτραπεί να υπάρξει πένθος για την απώλεια της εξιδανικευμένης εσωτερικής αναπαράστασης του αντικειμένου.

Εργασία, αναπηρία και ψυχική διαταραχή

Στο παρακάτω δημοσιογραφικό διαμάντι ανακύπτουν ανακρίβειες σχετικά με την αναπηρία και τις ψυχικές διαταραχές που προφανώς απηχούν ευρύτερα διαδεδομένες στρεβλώσεις και κατά τη γνώμη μου θα άξιζαν την προσοχή των θεσμικών οργάνων της ψυχιατρικής κοινότητας, καθώς ποίος πιο αρμόδιος να δίνει την πρέπουσα γραμμή σε τέτοια ζητήματα. Το άρθρο τελειώνει με το εξής βαρύγδουπο : «Και το ερώτημα που τίθεται προς την ηγεσία του υπουργείου Υγείας είναι: Πώς μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του ο Νο2 ενός νοσοκομείου και μάλιστα του μεγαλύτερου της χώρας, όταν ο ίδιος είναι ανάπηρος σε ποσοστό 92% και μάλιστα λόγω άγχους και κατάθλιψης;»

Η απάντηση είναι οτι δε συνιστά λόγο αποκλεισμού από την εργασία γενικά η ψυχική διαταραχή, παρά μόνο αν η βαρύτητά της είναι τέτοια που καθιστά ανέφικτη την εργασιακή λειτουργικότητα. Βεβαίως το ίδιο ισχύει και γενικότερα για ΟΠΟΙΑΔΗΠΟΤΕ ιατρική νόσο.

Προφανώς στη συγκεκριμένη περίπτωση η αναπηρία και το ποσοστό 92% δεν προκύπτει από το άγχος και την κατάθλιψη (καθώς αυτά λαμβάνουν ποσοστό 15-20% στα ΚΕΠΑ),  αλλά από κάποιες συνυπάρχουσες παθήσεις.

Το θέμα δεν είναι αυτό. Το θέμα είναι οτι υπονοείται οτι ο έχων άγχος και κατάθλιψη καθίσταται αυτονόητα ανίκανος για εργασία ή/και ανάπηρος. Υπάρχει άγνοια ή αδιαφορία για το γεγονός οτι οι συγκεκριμένες διαταραχές είναι μη συνεχείς και μόνιμες, αναστρέψιμες, στην πλειοψηφία τους μη βαριές και δε χαρακτηρίζουν το σύνολο της προσωπικότητας του ατόμου. Με την ίδια έννοια που μια σωματική νόσος όπως π.χ. ο Σακχαρώδης Διαβήτης δεν αποτελεί κριτήριο μη αποδοχής ενός ατόμου.

Τίθονται και πολλά άλλα θέματα μέσω του συγκεκριμένου δημοσιεύματος που όμως δεν χρήζουν επέκτασης στο μικρό αυτό άρθρο.

Σπύρος Καλημέρης

 

 

Διόρισαν αναπληρωτή διοικητή στον «Ευαγγελισμό» 69χρονο βαριά καταθλιπτικό

Ο γιατρός Γιώργος Μπαρτζιώτας διαγνώστηκε με διαταραχή άγχους, κατάθλιψη και άλλες παθήσεις από επιτροπή του Κέντρου Πιστοποίησης Αναπηρίας

Μετά το νοσοκομείο Σαντορίνης και το διορισμό ενός ιδιοκτήτη συνεργείου μοτοσικλετών, ενός γευσιγνώστη ελαιολάδου και ενός πωλητή λαμπτήρων στη διοίκηση, η ηγεσία του υπουργείου Υγείας το «τερμάτισε» διορίζοντας αυτή τη φορά στη διοίκηση του μεγαλύτερου νοσοκομείου της χώρας έναν συνταξιούχο γιατρό με ποσοστό αναπηρίας 92%!

Ο 69χρονος Γιώργος Μπαρτζιώτας, συνταξιούχος γιατρός με σπουδές στο Βουκουρέστι της Ρουμανίας, είναι ο νέος αναπληρωτής διοικητής του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός». Η απόφαση υπεγράφη από τον υπουργό Υγείας Ανδρέα Ξανθό και τον αναπληρωτή Υπουργό ΥγείαςΠαύλο Πολάκη στις 23 Ιανουαρίου 2018 και δημοσιεύθηκε στο ΦΕΚ της 1ης Φεβρουαρίου. Ο κ.Μπαρτζιώτας φαίνεται ότι είχε και συνδικαλιστική δράση, καθώς υποψήφιος με το ίδιο ονοματεπώνυμο αλλά και πατρώνυμο ήταν το 2016 στο ψηφοδέλτιο του «Μετώπου», της παράταξης των γιατρών που στήριξε τότε ο ΣΥΡΙΖΑ.

Ωστόσο τρεις μήνες πριν το διορισμό του στη θέση του αναπληρωτή διοικητή του νοσοκομείου «Ευαγγελισμός», ο κ.Μπαρτζιώτας κρίθηκε ανάπηρος και μάλιστα με πολύ υψηλό ποσοστό από Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή του ΚΕΠΑ. Σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες του Πρώτου Θέματος, ο 69χρονος συνταξιούχος γιατρός κρίθηκε ανάπηρος με συνολικό ποσοστό 92% εξαιτίας διαταραχής άγχους, κατάθλιψης και άλλων παθήσεων. Την απόφαση υπογράφει ο προϊστάμενος της Διεύθυνσης Ιατρικής Αξιολόγησης, ενώ κοινοποιήθηκε στον ενδιαφερόμενο στις 9 Οκτωβρίου 2017. Μάλιστα όπως σημειώνεται στην απόφαση, η ιατρική πρόβλεψη ισχύει από 1/1/2017 έως 31/12/2018. Επομένως το 2019 θα πρέπει να επανεξεταστεί για να διαπιστωθεί αν το ποσοστό αναπηρίας παραμένει το ίδιο, αυξήθηκε ή μειώθηκε.

Αξίζει να σημειωθεί, ότι όσοι έχουν αναπηρία σε ποσοστό άνω του 80% έχουν σημαντικές φοροελαφρύνσεις και φοροαπαλλαγές. Ενδεικτικά η σύνταξή τους δεν υπόκειται σε μνημονιακές περικοπές, απαλλάσσονται από την πληρωμή ΕΝΦΙΑ, ενώ έχουν επίσπευση σε όλες τις ασφαλιστικές παροχές.  Αυτές τις παροχές έχει φυσικά και ο κ.Μπαρτζιώτας. Όμως αντί να τις «απολαμβάνει» από το σπίτι του, όσο του το επιτρέπει η αναπηρία του, διορίστηκε αναπληρωτής διοικητής στον «Ευαγγελισμό». Και το ερώτημα που τίθεται προς την ηγεσία του υπουργείου Υγείας είναι: Πώς μπορεί να ασκήσει τα καθήκοντά του ο Νο2 ενός νοσοκομείου και μάλιστα του μεγαλύτερου της χώρας, όταν ο ίδιος είναι ανάπηρος σε ποσοστό 92% και μάλιστα λόγω άγχους και κατάθλιψης;

Ισχύει? Απόδειξη

Acceptance without proof is the fundamental characteristic

science replaces private prejudice

People wrap themselves in their beliefs

In order to disprove the assertion that

Deviner avant de démontrer! Ai-je besoin

Το θέμα της επιστημονικής αποδειξιμότητας (provability) ή μη πεποιθήσεων, θεωριών, ερμηνειών, κλινικών παρατηρήσεων, γεγονότων αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο και υποψήφιο για το fallacy που ονομάζεται black or white thinking.

Από τη μια πλευρά είναι δεδομένο οτι η επιστημονική απόδειξη/επιβεβαίωση είναι μείζονος σημασίας και αναγκαία προυπόθεση για την ίδια την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Στην ιατρική για παράδειγμα το να βρεις οτι το Α προκαλεί το Β με επιστημονικά δεδομένα δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσεις στην ανεύρεση θεραπείας για το Α ώστε να μην προκαλεί το Β (βέβαια έχει εντοπιστεί και αναδειχθεί από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας διαβλητότητα στη μεθοδολογία ορισμένων ερευνών, με αποτέλεσμα την αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων και ενίοτε της αξιοπιστίας τους). Επιπλέον αποτελεί ανθρώπινη μάστιγα ανά τους αιώνες η άκριτη προσκόλληση σε αβάσιμες ερμηνείες, σε μαγικούς τρόπους σκέψης, σε αυθαίρετες δογματικές αντιλήψεις.

Από τη άλλη πιστεύω οτι χρειάζεται προσοχή από μερίδα επιστημόνων στο να μη γίνεται το κυνήγι αποδείξεων μια εμμονή τόσο εκτεταμένη που οτιδήποτε μη αποδείξιμο να καθίσταται μη αποδεκτό. Ο τρόπος σκέψης αυτός είναι από τη φύση του περιοριστικός διότι αφαιρεί από τον επιστημονικό ρεπερτόριο χρήσιμες και δημιουργικές ιδιότητες όπως η οξεία παρατηρητικότητα, η αξιωματική θεώρηση, η επαγωγική σκέψη, η διαισθητική αντίληψη. Το θέμα είναι βέβαια να μπορεί κανείς να διαθέτει τις ιδιότητες αυτές. Επιπλέον η μεγάλη έμφαση στη μη αποδειξιμότητα μιας παρατήρησης την ώρα που η παρατήρηση αυτή εμπειρικά δείχνει θετικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να δίνει πάτημα στην κακόβουλη αμφισβήτηση της εγκυρότητας αυτής από συγκεκριμένες οπισθοδρομικές ομάδες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ιδιαιτέρως στην ψυχιατρική.

Υποστηρίζω οτι ο επιστήμονας θα πρέπει να μπορεί να μετακινείται ευέλικτα ανάμεσα στα δύο αυτά state of mind για να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Υπουργός για τη Μοναξιά!

Δεν είναι πλάκα, δεν είναι επιστημονική φαντασία, συμβαίνει στο εδώ και τώρα στη Μεγάλη Βρεταννία. Η πρωθυπουργός Theresa May που έχει δείξει και στο παρελθόν την ευαισθητοποίησή της σε θέματα ψυχικής υγείας (βλέπε εδώ) έκανε την ακόλουθη δήλωση (μεταφρασμένη) :

«Για πάρα πολλούς ανθρώπους, η μοναξιά είναι η θλιβερή πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής», ανέφερε η κ. May.

«Θέλω να αντιμετωπίσω αυτήν την πρόκληση για την κοινωνία μας και όλοι μας να αναλάβουμε δράση για να αντιμετωπίσουμε τη μοναξιά που υφίστανται οι ηλικιωμένοι, οι φροντιστές, εκείνοι που έχουν χάσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα – άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν να μιλήσουν ή να μοιραστούν τις σκέψεις τους και τις εμπειρίες τους. »

Κατ’ εμένα αυτή η στάση είναι ό,τι πιο προχωρημένο έχω ακούσει από άτομο τόσο ψηλά στην αλυσίδα της εξουσίας. Στην Ελλάδα φυσικά αυτά τα πράγματα είναι εξωπραγματικά και υποψιάζομαι οτι δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που στο άκουσμα μιας τέτοιας πληροφορίας η πρώτη τους αντίδραση θα ήταν ειρωνική.

Η μοναξιά είναι μια υποτιμημένη κατάσταση ως προς την επίδρασή της στην ψυχική και εντέλει στη συνολική υγεία του ανθρώπου.

Παρακάτω όλο το άρθρο (πηγή : U.K. Appoints a Minister for Loneliness)

LONDON — Since Britain voted to leave the European Union more than a year ago, Europeans have mockingly said that the decision will result in an isolated, lonely island nation.

But Britain, in fact, already has a serious problem with loneliness, research has found. More than nine million people in the country often or always feel lonely, according to a 2017 report published by the Jo Cox Commission on Loneliness.

The issue prompted Prime Minister Theresa May on Wednesday to appoint a minister for loneliness.

“For far too many people, loneliness is the sad reality of modern life,” Mrs. May said in a statement.

“I want to confront this challenge for our society and for all of us to take action to address the loneliness endured by the elderly, by carers, by those who have lost loved ones — people who have no one to talk to or share their thoughts and experiences with.”

Mark Robinson, the chief officer of Age UK, Britain’s largest charity working with older people, warned that the problem could kill.

“It’s proven to be worse for health than smoking 15 cigarettes a day, but it can be overcome and needn’t be a factor in older people’s lives,” he said.

A former United States surgeon general, Dr. Vivek Murthy, wrote an article for the Harvard Business Review last year arguing that loneliness needed addressing in the workplace.

It can be associated, he wrote, “with a greater risk of cardiovascular disease, dementia, depression and anxiety.”

The British report was commissioned by the Red Cross in partnership with the Co-op, a cooperative supermarket chain, and published by the Cox commission in December.

The group operates in memory of Ms. Cox, 41, a Labour Party lawmaker who was shot dead by a right-wing extremist in 2016, and who had been a prominent voice in Parliament on the issue, setting up a cross-party commission that aimed to start a national conversation and establish the scale and impact of loneliness in Britain.

Photo

A 2016 event in London celebrating the life of Jo Cox, a Labour Party lawmaker, who was killed by a right-wing extremist. Ms. Cox had set up a cross-party commission on loneliness. Credit Justin Tallis/Agence France-Presse — Getty Images

The prime minister announced on Wednesday that Tracey Crouch, who is the under secretary for sport and civil society in the culture ministry, would lead a governmentwide group to build on Ms. Cox’s legacy and establish policies on the issue.

In parallel, the Office for National Statistics would help to establish a method of measuring loneliness, and a fund would be set up to help the government and charities to develop a wider strategy to identify opportunities to tackle the problem.

The Cox commission, led by the lawmakers Rachel Reeves and Seema Kennedy, said it welcomed the government’s “prompt response” to its report.

Quoting Ms. Cox, the lawmakers said in a joint statement, “Young or old, loneliness doesn’t discriminate.”

“Throughout 2017 we have heard from new parents, children, disabled people, carers, refugees and older people about their experience of loneliness,” they added.

Government research has found that about 200,000 older people in Britain had not had a conversation with a friend or relative in more than a month.

Carol Jenkins, 64, a retired nurse from Berkshire, in southwest England, said she started to feel lonely when her son moved abroad and she downsized to a smaller house in a different county.

“It was a financial decision to move, and I didn’t really have it in me to start making new friends,” Ms. Jenkins recalled on Wednesday in a phone interview. “Months would go by without seeing my friends or family, and I felt really depressed and alone.”

Ms. Jenkins has since joined a Facebook group for Britons affected by loneliness, which, she says, has helped her to get out of the house more.

“It’s not so much about meeting people on the internet and making new friends, but it’s more of a motivational support network that gives you direction on how to cope and fix the problem,” she said, adding that she was surprised by how many young people had joined the group.

“There are so many university students who just lock themselves in their rooms for days because they feel rejected or that they don’t fit in,” Ms. Jenkins said. “It’s only a matter of time before loneliness turns into depression. And that’s where it gets dangerous.”

Διαταραχή χωρίς θεραπεία

Αρκετά συχνό στοιχείο που προκύπτει κατά τη λήψη ιστορικού των νεοεισερχόμενων σε θεραπεία είναι τα μεγάλα χρονικά διαστήματα που μεσολαβούν από την έναρξη της διαταραχής ως την έναρξη μιας θεραπείας. Υπάρχει μεγάλη ποικιλία στο εύρος από λίγα χρόνια ως σε κάποιες ακραίες περιπτώσεις κάποιες δεκαετίες! Αυτό μπορεί να συμβεί σε όλο το φάσμα των ψυχιατρικών διαταραχών ανεξαρτήτως βαρύτητας. Η αιτιολογία του φαινομένου είναι πολυπαραγοντική και δυστυχώς έχει να κάνει κυρίως με την άγνοια και το στίγμα της ψυχικής νόσου. Δημιουργείται ένα προστατευτικό κέλυφος συνήθως από το στενό οικογενειακό περιβάλλον που αποσκοπεί στο να κρύψει το πρόβλημα του μέλους που ασθενεί. Η απόκρυψη αυτή αφορά και τον κοινωνικό περίγυρο, αλλά και την ίδια την οικογένεια που επιλέγει να αρνείται και να υποβαθμίζει τα γεγονότα. Διατηρείται μια υποτυπώδης λειτουργικότητα πάντα εντός της οικογένειας και με τη βοήθεια αυτής. Κάποια στιγμή βέβαια θα έρθουν έτσι οι συγκυρίες που η αναζήτηση βοήθειας θα καταστεί επιτακτική. Έτσι μπορεί να δούμε στην κλινική πράξη άτομα ηλικίας άνω των 50 να πρωτοεμφανίζονται για θεραπεία και να ανακαλύπτουμε συναισθηματικές, παραληρητικές και ψυχωτικές διαταραχές με έναρξη στα 20. Κοινή επωδός των συγγενών αποτελούν διατυπώσεις όπως : «Πάντα έτσι ήταν», «Είχε πολλά νεύρα όλη του τη ζωή», «Είχε κάποια προβλήματα, αλλά δεν ήταν ποτέ όπως τώρα», «Από παλιά κατηγορούσε τον πατέρα μου για εξωσυζυγικές σχέσεις», «Δεν την άφηνε ποτέ να βγει έξω μόνη της», «Μια ζωή ξυπνούσε στις 4 το πρωί», «Έχει να βγει από το σπίτι 3 χρόνια», «Πάντα ήθελε να κάνει το δικό του», «Πολύ αγχώδης γιατρέ, δεν μπορείς να φανταστείς τι έχω περάσει», «Ο πατέρας μου που έπινε κάθε μέρα σα να άλλαζε προσωπικότητα μετά» και άλλα παρεμφερή. Φαινομενικά οι φράσεις αυτές δεν υποδηλώνουν από μόνες τους κάποιο πρόβλημα. Σε συνδυασμό όμως με ένα σύνολο στοιχείων που συλλέγεται από το ιστορικό οδηγούν είτε σε χρονίως αδιάγνωστη διαταραχή είτε σε διαταραχή με εξάρσεις και υφέσεις, είτε σε υποκλινικές περιπτώσεις που σταδιακά επιδεινώνονται.

Το κυριότερο πρόβλημα σε αυτές τις περιπτώσεις είναι ότι η διάρκεια της νόσου χωρίς θεραπεία είναι συνήθως αντιστρόφως ανάλογη με την πιθανότητα αποτελεσματικής αντιμετώπισης. Με απλά λόγια όσο πιο πολλά χρόνια διάγει μια ψυχική διαταραχή, τόσο δυσκολότερο είναι να υπάρξει καλή φαρμακευτική ανταπόκριση. Το ίδιο ισχύει και για ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις. Υπάρχει μια σειρά από αιτίες που συντελούν στη μη επιτυχή έκβαση μιας ψυχιατρικής θεραπείας και η χρονιότητα είναι μια από τις βασικές που εντέλει μπορεί να οδηγήσει στην αναπηρία. Πρόκειται λοιπόν για κάποια από τα πιο δύσκολα περιστατικά με πολύ αρνητική πρόγνωση. Θα πρέπει να γίνει ευρύτερα αντιληπτό λοιπόν ότι ένας βασικός παράγοντας που επηρεάζει θετικά την αντιμετώπιση των ψυχικών διαταραχών είναι η όσο το δυνατόν πιο έγκαιρη προσέλευση σε ψυχίατρο από τη στιγμή που θα εντοπιστεί μια προβληματική/περίεργη συμπεριφορά. Το να περιμένει κανείς είναι μάταιο στη συντριπτική πλειοψηφία των περιπτώσεων. Το να πάει κανείς σε ψυχίατρο δεν πρέπει να αντιμετωπίζεται ως τιμωρία, εξευτελισμός, ύστατη λύση, πιστοποίηση μόνιμης ανισορροπίας. Φυσικά το θέμα είναι βαθύ και σέρνει πίσω του ακόμη βαθιές ρίζες διαστρεβλωμένων πεποιθήσεων σε κοινωνικό επίπεδο.

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών, της Ελληνικής Νευροψυχολογικής Εταιρείας & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχή - κατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Ο Εμφύλιος στον ψυχαναλυτή

Για να είμαι ειλικρινής, με τον Εμφύλιο δεν είχα ασχοληθεί μέχρι να καβατζώσω τα είκοσι και βάλε. Μέχρι τότε, δηλαδή μέχρι την κυβέρνηση Τζαννετάκη, στο νεανικό πολιτικό μου υποσυνείδητο ήταν κάτι σαν μία ουλή που, καμιά φορά, πονούσε, αλλά τώρα την κάλυπτε το καινούργιο και ακριβό μας ευρωπαϊκό πουκάμισο.

Εχω δε την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια συζητήσαμε για τον Εμφύλιο περισσότερο από όσο συζητούσαμε στα ’80ς. Και για τα ’80ς το καταλαβαίνω: οι γενιές που μάτωσαν ήταν εν ζωή, οι γείτονες μπορεί και να είχαν βρεθεί σε απέναντι χαρακώματα. Η σιωπή ήταν χρήσιμη. Τότε ο Εμφύλιος ήταν κάτι σαν ένα παλιό οικογενειακό δράμα που καλόν είναι να μη συζητείται στο σπίτι. Ε, μετά αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, ήρθε η περίφημη «συμφιλίωση» με τη συγκυβέρνηση δεξιών και κομμουνιστών, έπεσαν οι φάκελοι της Ασφάλειας στην υψικάμινο και επιτέλους ο σκελετός βολεύτηκε στη ντουλάπα.

Ομως τώρα; Τι συνέβη τα τελευταία χρόνια και ο Εμφύλιος επανήλθε στο πολιτικό λεξιλόγιο και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων; Λίγο ως πολύ το ξέρουμε. Η είσοδος του Εμφυλίου στην πολιτική καθημερινότητα εκδηλώθηκε σχεδόν αντανακλαστικά από το συλλογικό θυμικό όταν η Αριστερά βρέθηκε πάλι μπροστά στην εξουσία. Ηταν άλλωστε και απαραίτητη προκειμένου να χαραχτούν διαχωριστικές γραμμές και να γίνουν σαφή τα σημεία της σύγκρουσης.

Δεν είναι, τελικά, μόνο αυτό. Είναι και η θέση του Εμφυλίου ως τραύμα στο εθνικό μας θυμικό. «Πέρα από τις θεσμικές και ιστορικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του Ανδρέα Παπανδρέου με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, το κοινωνικό σώμα μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί σε βάθος μια πραγματική διαδικασία πένθους τόσο ατομικού, όσο και συλλογικού γι αυτό που πραγματικά συνέβη» λέει ο Στέλιος Στυλιανίδης, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο.

Στις 20 και στις 27 Ιανουαρίου θα πραγματοποιηθούν δύο ημερίδες με θέμα τη ψυχαναλυτική προσέγγιση του Εμφυλίου. Ο κ. Στυλιανίδης θα είναι ένας εκ των εισηγητών και θα αναφερθεί στα αποτελέσματα κλινικών μελετών σε ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία και το τραύμα. Ναι, όμως εκείνη η γενιά έχει πια φύγει, ελάχιστοι έμειναν με ζωντανή μνήμη. Γιατί η αναφορά παραμένει; Κατά τον κ. Στυλιανίδη «σύμφωνα με το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο, η ιστορική μνήμη, η ανίχνευση του παρελθόντος, ενώ θα έπρεπε να στηρίζεται περισσότερο στη λογική επεξεργασία, δηλαδή την ιστορικοποίηση, διολισθαίνει εύκολα σε όρους τραυματικής μνήμης. Οπως ορθά υποστηρίζει ο Αντώνης Λιάκος , “θυμόμαστε πράγματα που δεν τα βιώσαμε εμείς οι ίδιοι αλλά τα μάθαμε από τους γονείς μας, επομένως έχουμε μια συναισθηματική σχέση με αυτά, σαν να τα έχουμε ζήσει οι ίδιοι”».

Στην προσέγγιση που κάνει ο κ. Στυλιανίδης, το πρόβλημα βρίσκεται στον ανεπαρκή μεταβολισμό του γεγονότος από τη συλλογική μας συνείδηση. «Σε ξένες εμπειρίες χωρών που έχουν ζήσει βαθύτατα εμφυλιοπολεμικά τραύματα ακολουθήθηκαν διαφορετικές διαδικασίες για την επούλωσή τους μέσα από θεσμοποιημένες πρακτικές συμφιλίωσης και συγχώρεσης. Τα παραδείγματα της Ρουάντα, της Νότιας Αφρικής, της Αργεντινής, της Ισπανίας, της πρώην Γιουγκοσλαβίας είναι διαφορετικά μεταξύ τους αλλά πρέπει να μελετηθούν σε βάθος προκειμένου να καταλάβουμε γιατί μια τέτοια διαδικασία (όπως στην Ρουάντα και στη Νότια Αφρική) δεν στάθηκε δυνατή στη χώρα μας. Πέρα από τις θεσμικές και ιστορικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του Ανδρέα Παπανδρέου με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, το κοινωνικό σώμα μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί σε βάθος μια πραγματική διαδικασία πένθους τόσο ατομικού, όσο και συλλογικού γι αυτό που πραγματικά συνέβη.»

Ο Γιάννης Βαρτζόπουλος, ψυχίατρος και εκδότης του περιοδικού «Οιδίπους», αναζητεί στον χαρακτήρα της κρίσης τα αίτια της υποτροπής του τραύματος: «Στη διάρκεια της κρίσης ζήσαμε την αναβίωση εκφραστικών τρόπων και όρων αντίληψης της πραγματικότητας που έδειξε ότι ο τρόπος που ο εμφύλιος είναι εγγεγραμμένος στην ενδοψυχική πραγματικότητα δεν λειτουργεί θετικά ούτε στην αντίληψη αυτού που συμβαίνει ούτε στην επεξεργασία εποικοδομητικών λύσεων. Είναι μια κοινή αίσθηση ότι η κρίση, έτσι όπως βιώθηκε από τους Έλληνες, τους στέρησε τόσο ένα προσωπικό όσο και ένα κοινωνικό αφήγημα. Η κρίση οδήγησε τελικά την κοινωνία να εκφράζεται με όρους θυμικής εκτόνωσης, με την αίσθηση ότι η λύση του προβλήματος είναι η εξολόθρευση κάποιου άλλου, του όποιου εχθρού, εσωτερικού ή εξωτερικού, γνωρίζοντας συγχρόνως ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό είναι προσωπικό και κοινωνικό αδιέξοδο.»

Σύμφωνοι, όμως έχει η ψυχαναλυτική προσέγγιση του Εμφυλίου πραγματικό αντίκρυσμα στην κοινωνία; Ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει σήμερα; Απαντά ο Στέλιος Στυλιανίδης: «Οφείλουμε να συμβάλουμε στην κατασκευή εκ των υστέρων ενός πλαισίου κοινωνικού διαλόγου που να περιέχει τις κρύπτες, το ανείπωτο την ατομική ενοχή και την κοινωνική ντροπή όπως εκπηγάζουν από το τραύμα του Εμφυλίου, να φτιάξουμε δεν ξέρω με ποιον τρόπο ένα νέο κοινωνικό δίχτυ, ένα πλέγμα, ικανό να συγκρατεί, να επεξεργάζεται και να μετασχηματίζει αυτό που μεταφέρεται μέχρι τώρα και στη νέα γενιά ως ακατέργαστο διαγενεακό τραύμα. Είναι σημαντικό η αρχή ενός τέτοιου διαλόγου, που ξεκινά από τις βιογραφίες ανθρώπων, να εξελίσσεται σε έναν χώρο μακριά από την πόλωση και την δεξιά πατριδοκαπηλεία ή την αναβίωση του κομμουνιστικού προτάγματος, χωρίς την απαραίτητη διεργασία πένθους και την ουσιαστική αυτοκριτική που θα έπρεπε να έχει γίνει.»

Ναι, αυτό πρέπει να γίνει, αλλά και ο γιατρός δεν ξέρει με ποιον τρόπο. Και αν η περίπτωση μας είναι ανίατη;

Αν θέλετε να παρακολουθήσετε τις ημερίδες, δείτε εδώ πώς μπορείτε (αν έχουν μείνει θέσεις) να δηλώσετε συμμετοχή

Πηγή : Ο Εμφύλιος στον ψυχαναλυτή

Μαθήματα ψυχικής υγείας για να σταματήσουν τη νοοτροπία του στίγματος στα σχολεία

Κάπου αλλού όπου οι διαφορές νοοτροπίας από το α ως το ω είναι διαστημικές, ένα Υπουργείο Παιδείας μιας προηγμένης πολιτιστικά χώρας λαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία. Εδώ ακόμα φοβόμαστε να ψελλίσουμε λέξεις όπως εκφοβισμός και διαταραχή, ενώ όταν υπάρχουν κάποιες μεμονωμένες φωτεινές εξαιρέσεις ανοιχτόμυαλων διδασκόντων, αυτοί καταλήγουν να απομονώνονται.

Παρακάτω το άρθρο.

CHILDREN as young as five will be taught how to handle stress and depression in sweeping changes to the school syllabus designed to remove the “culture of shame” around mental health and tackle the scourge of youth suicide.

The Sunday Telegraph has obtained plans to overhaul the Personal Development, Health and Physical Education curriculum from kindergarten to Year 10, which could take effect as early as next year.

The school syllabus is designed to remove the “culture of shame” around mental health.

The move is designed to break the taboo surrounding youth suicide and mental ill-health.

Education Minister Rob Stokes said: “We have traditionally treated mental health problems as they’ve presented … what we are now trying to achieve is to arm young people with the tools to identify any potential issues before they arise.

“This new syllabus will teach students about important issues in life that for too many generations have been overlooked by large sections of the community, and that has been a major problem.

“We are removing the culture of shame that has needlessly been attached to issues like mental health. By removing this stigma, we have the potential to prevent a great deal of suffering.”

The new syllabus includes games to subtly teach kindergarten kids the importance of increased self-esteem and how to manage stress, conflict and relationships in later life.

Katie Briance with her 7 year-old son Hugo. Katie supports changes to school health programs including mental health awareness. Picture: Richard Dobson

Students in Years 3 and 4 will be taught about life’s successes and failures and how to overcome adversity using the power of self-belief and optimistic thinking.

Frank classroom discussions about their feelings toward bullying and discrimination will also be encouraged.

Teenagers in Years 7 and 8 will be taught how to cope with the loss of loved ones, as well as strategies to dismiss “misconceptions” older generations may harbour about mental health.

Fifteen and sixteen-year-olds in Years 9 and 10 will be warned about domestic violence and drug abuse.

Former Australian of The Year and youth mental health expert Professor Patrick McGorry described the planned changes as a “much needed step” with impressive depth compared to “vacuous” and “superficial” attempts by other states.

However, Prof McGorry said it needed to be backed up by better access to treatment for teens suffering from anxiety and depression.

“This a tick for the government — it’s another vital brick in the wall,” Professor McGorry said.

Children as young as five will be taught how to handle stress and depression.

Coogee mum Katie Briance, who said she worries kids today are powerless to escape the sinister side of social media, was “hugely in favour of more mental health education”.

“We need to normalise sadness, anger, frustration and shame, so our kids have the tools to acknowledge and deal with it before it becomes a problem,” Ms Briance said.

According to Ms Briance, many parents still felt uncomfortable or embarrassed to discuss mental health in any meaningful way with their children and were just as likely to “sweep it under the carpet”.

 

Πηγή : Mental health lessons to stop culture of shame in schools

Το διαφορετικό και η αποδοχή

Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης κάθε ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει μια εσωτερίκευση στην αντίληψη ότι το οτιδήποτε διαφορετικό είναι προβληματικό (ή δεν είναι καλό, είναι κακό). Το διαφορετικό είναι μη αποδεκτό και το προβληματικό είναι μη αποδεκτό. Έτσι δημιουργείται μια στάση μη αποδοχής και προς άλλους και προς τον εαυτό μας, όταν ερμηνεύεται το οτιδήποτε ως διαφορετικό. Η εσωτερίκευση αυτή μετατρέπεται σε  μηχανισμό καταπίεσης γιατί η θεώρηση του διαφορετικού δεν έχει να κάνει μόνο με το φύλο, το χρώμα, τη ράτσα, τη θρησκεία, τη σεξουαλική κατεύθυνση. Με πόσους μικρούς τρόπους μπορεί να διαφέρει κανείς από τους άλλους? Σχετίζεται και με κάθε σκέψη, άποψη, πεποίθηση, αντίληψη, συναίσθημα, συμπεριφορά, στοιχείο χαρακτήρα που δεν εντοπίζουμε ότι το έχουν οι γύρω μας. Κάθε τι non correct, που δε ταιριάζει με το υφιστάμενο status quo. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (savoir vivre) διογκώνονται, διευρύνονται και μετατρέπονται σε ασφυκτικά δεσμά που εγκλωβίζουν. «Πρέπει να νιώθω έτσι?», «Τι θα πουν οι άλλοι?», «Μήπως είμαι προβληματικός?» είναι βασανιστικά ερωτήματα στον εσωτερικό διάλογο. Και ακολουθούν έντονα αισθήματα ντροπής και ενοχής και μια σύγκρουση, ένας εσωτερικός διχασμός μεταξύ του πρέπει και του είμαι.

Ο φόβος της απομόνωσης/μοναξιάς παραμονεύει πίσω από τη γνωστοποίηση της διαφορετικότητας. Εξίσου απειλητικός είναι και ο φόβος της αποτυχίας. Πρόκειται για ακόμη μια εσωτερικευμένη τάση στη σημερινή κοινωνία, η οπτική των πραγμάτων βάσει ενός φίλτρου προσωπικής επιτυχίας ή αποτυχίας, αφού το άτομο μέσα στην «παντοδυναμία» του μπορεί ή δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Το διαφορετικό λοιπόν δεν είναι εγγυημένο, προϋποθέτει ρίσκο και άρα ανασφάλεια. Ενώ το «ίδιο» είναι ασφαλές. Πόσοι από μας ανάμεσα σε δύο διπλανά εστιατόρια δε θα επιλέξουμε αυτό που έχει περισσότερο κόσμο («για να έχει πιο πολύ κόσμο, θα είναι καλύτερο»).

Κάποιοι δεν ξέρουν καν ότι βιώνουν αυτή τη σύγκρουση, δηλαδή μεταξύ σε αυτό που ο αληθινός εαυτός τους θα ήθελε να κάνει και μεταξύ αυτό που «πρέπει» να κάνουν. Άλλοι απωθούν και αμύνονται απέναντι στη δύσκολη αυτή κατάσταση ποικιλοτρόπως. Ο διχασμός μπορεί να δημιουργήσει δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού, μία δημόσια και μία ιδιωτική. Η συντήρηση και των δύο είναι κοπιαστική, προκαλεί σύγχυση και συνεχή αρνητικά συναισθήματα που και αυτά χρειάζονται επιπλέον κόπο στη διαχείρισή τους.

Η εντύπωση ότι ο πραγματικός μας εαυτός δεν είναι αρκετά καλός ώστε να είναι αποδεκτός και ελεύθερος να εκφράζεται είναι μια διαρκής ανοιχτή πληγή.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής