Γιατροί : μια πλευρά

I love my doctors.

I have an undiagnosable autoimmune disease. It’s mostly manageable, my lab work is perfect, and I rarely get sick. I get allergy shots and take blood pressure medication. I always have at least low level, mostly familiar, physical symptoms. Occasionally a new one appears. Sometimes it is scary.

I could have sued any or all of my doctors over the last decade-plus. I could be “livin’ large.” They haven’t figured out what is wrong with me. They made mistakes, which sometimes caused symptoms and certainly did not resolve my issues. It took several years to get me stabilized.

So why do I love my doctors? Why wouldn’t I sue them?

I could see that they were trying to help me. They told me that they were trying to help me. They coordinated with each other. They comforted me when I was distraught. They looked at my issues, flexibly, from all different angles. They consulted with other colleagues. They persisted. They never gave up. They cared. They have made my life livable.

I needed them, and I still do. I am so grateful to them.

This point of view is missing from the national conversation about health care. I interviewed 50 doctors for my book, and they told me all about it. Their compassion and dedication flow out of the pages. Yet, that doesn’t seem to matter or be heard. As one of them said, “No one cares about the doctors.”

Those of us who went to college remember the pre-med students. They were the ones who studied all the time. They took multiple difficult science courses, some of which were “make or break,” requiring an “A” to stay competitive. As one of my interviewees said, “Most people aren’t committed at such a young age.” It’s not like this magically changes after they complete medical school and residency. One telling interview item from my book was, “Please tell me about a typical day or week for you.” This produced astounding responses. The typical day for one doctor involved rounds at the hospital, seeing patients in the office, doing chores, making phone calls, checking messages and lab results, family calls, other doctor calls, then back to the hospital. One doctor told me “It’s 24/7.” Another one stated, “It’s not really a job. It’s your life.” And another said, “You give up and miss out on a lot.”

The pressure to perform and to be correct 100 percent of the time is beyond belief. I know that I couldn’t withstand it. “This society accepts no mistakes. It’s the only job where you cannot make a mistake”, said one doctor. “You are responsible for things that you cannot control.”, said another. And when I inquired about lawsuits, those of my interviewees who had them stated that although they emerged unscathed professionally, the “stress was horrible” or one felt “violated.” As a result, “Younger doctors are experts in defensive medicine, rather than the real issues.” While many of us are still under the impression that all doctors are rich, my interviewees reported declining salaries, trouble keeping their doors open, and of course, the overbearing presence of massive debt accrued from attending medical school.

How is any of this right? Does this make sense? It’s some combination of the “terrible twos” and adolescence. We are supposed to be a society of adults, who know that we are not the center of the universe, that sometimes we have to wait and be patient, and that we need see the perspectives of others. This is all part of normal development. Instead, we want what we want, and we want it now. And we want it to be perfect. When we don’t get it, we rebel and lash out. Sound familiar? This attitude applies to health care. So, look at it this way: one of the most important aspects of the health care crisis is that we have an ever-increasing doctor shortage. They are being driven out of practice. This is partially due to our developmental immaturity.

Is this what we want? I know that I don’t want it. How can we expect people to sacrifice and then work under the pressure that our doctors are working? And to top it off, to be ever caring and competent. Research shows that emotions, stress, pressure, mistreatment, disappointment, futility–call it what you will–all impact problem solving, critical thinking and performance. Should our doctors be expected to be superhuman in this regard as well? What do my doctors need besides training and clinical competence to help with my uncharted disease? In fact, what do doctors need to help any of us with anything? Well, they need to be able to think. Who could think under current circumstances? But we expect that, and in my opinion, we typically get it.

We all need to stop pretending that it doesn’t matter how we treat our doctors. As one of my interviewees said, “We are used as pawns in the system. No one cares about the doctors.” We, the patients, are the ones who pay the price for this callousness.” There was a social pact in place,” said one interviewee. “We provided care, and we had a comfortable life. That pact was broken. The deal was broken. So now there is a new generation with a new attitude: We will provide care when we want to provide care. 9 to 5 and no weekends.” If this isn’t what we want, we need to rethink how we treat our doctors and start caring about them again. We need to think and behave like adults and do what is best for all of us, including our doctors. This needs to be part of the national conversation about health care. Our lives depend on it.

Peggy A. Rothbaum is a psychologist and can be reached at her self-titled site, Dr. Peggy Rothbaum.  She is the author of I Have Been Talking with Your Doctor: Fifty doctors talk about the healthcare crisis and the doctor-patient relationship.

Πηγή : No one cares about the doctors

Ψυχική Διαταραχή και Εγκληματικότητα

Στο παρακάτω άρθρο καταρρίπτεται ξανά ένας ακόμη μύθος για τους ανθρώπους με ψυχική διαταραχή : Οτι είναι πιο πιθανό να προβούν σε επικίνδυνες/εγκληματικές πράξεις κατά τρίτων σε σχέση με το μέσο όρο. Τα στοιχεία είναι πρόσφατα και αφορούν τις Η.Π.Α. όπου όπως είναι γνωστό υπάρχει μεγάλη αύξηση της βίας με χρήση όπλων (gun violence). Συγκράτησα ενδεικτικά το εξής στοιχείο : Αν ως δια μαγείας θεραπεύονταν οι σοβαρές ψυχικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια, το ποσοστό των βίαιων εγκλημάτων θα έπεφτε μόνο κατά 4%!

Σύνδεσμος : Gun Violence and Mental Illness: What You Need to Know

Επιστήμη & Εκκλησία (Ανακοίνωση Ε.Ψ.Ε. & σχόλιο)

Αθήνα 26/3/2018


Με αφορμή κοινωνικές απορίες και έντονες αντιδράσεις που έχουν προκύψει εξαιτίας δηλώσεων ορισμένων λειτουργών της εκκλησίας ως προς τις παραλλαγές σεξουαλικού προσανατολισμού, θέλουμε να επισημάνουμε τις τεράστιες προσπάθειες που καταβλήθηκαν στην διάρκεια του 20ου αιώνα για να υιοθετηθούν οι θέσεις ενός κλυδωνιζόμενου, δοκιμαζόμενου, αλλά και εντούτοις προωθούμενου κοινωνικού διαφωτισμού οι οποίες αφορούσαν τρεις θεμελιακούς άξονες: την υπέρβαση του ρατσισμού στην οποία συμπεριλαμβάνεται ο αντισημιτισμός και η ξενοφοβία, την κατανόηση και αποδοχή της ομοφυλοφιλίας ως μία παραλλαγή της σεξουαλικής συμπεριφοράς και την απελευθέρωση των ψυχικά πασχόντων από τη διαιωνιζόμενη συμφορά του αποκλεισμού τους.
Η αποδοχή της ομοφυλοφιλικής ταυτότητας ανταποκρίνεται σε συμπεράσματα της θεωρητικής και κλινικής έρευνας της επιστημονικής μας κατεύθυνσης, στην συνδιαμόρφωση των οποίων έχουν συμβάλλει και θεολόγοι ή ιερείς ψυχοθεραπευτές, στη βάση της κλινικής ή ψυχοθεραπευτικής τους εμπειρίας.

Για όλους αυτούς τους λόγους η Ελληνική Ψυχιατρική Εταιρεία είναι στη διάθεση της Αρχιεπισκοπής για τη διαμόρφωση ενός ιδιαίτερου διαλόγου, με ενημερωτικό χαρακτήρα, για την ανθρώπινη σεξουαλικότητα. Ανάλογες προσπάθειες για διάφορες θεματικές ενότητες συνεχίζονται άλλωστε από δεκαετίες σε συνεργασία με την εταιρεία μας.

Το Δ.Σ. της ΕΨΕ



Σχόλιο :

Νομίζω ότι ένα πρόβλημα που ενδεχομένως υφέρπει είναι το ζήτημα της αρμοδιότητας. Εκκλησία ή Επιστήμη, Επιστήμη ή Εκκλησία ποιος έχει τον πιο έγκυρο λόγο πάνω στο θέμα? Από μια οπτική γωνία οι ισορροπίες είναι πολυσύνθετες κι ευαίσθητες, όμως κάποτε πρέπει να αποχωρήσουμε από τη θέση της τυφλής πίστης σε αβάσιμες δογματικές γραμμές. Η Εκκλησία πρέπει να έχει το ρόλο της, όμως αυτός κάπου έχει λοξοδρομήσει στο πέρασμα των αιώνων και σίγουρα πάντως δεν είναι να εκφέρει άποψη επί παντός επιστητού. Αποτελεί δε αντικείμενο σύγχυσης για ορισμένους και απορίας για κάθε σκεπτόμενο άνθρωπο η (τουλάχιστον πρόσφατη) απουσία πνευματικής και αγαθοποιού διάστασης στα μηνύματα που μεταδίδονται από την επίσημη Εκκλησία και μάλιστα σε αντιπαραβολή με το πρωταρχικό μήνυμα του Ιδρυτή της.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Η εργασία σκοτώνει ανθρώπους και κανείς δε νοιάζεται

Είναι από τις φορές που ένας πηχαίος τίτλος εκ πρώτης όψεως τραβηγμένος, όντως ανταποκρίνεται στο περιεχόμενό του.

Περίληψη :

Η εργασία και ο τρόπος που σκεφτόμαστε την εργασία σήμερα (work culture) προκαλεί μεγάλες ποσότητες στρες.

Το στρες είναι εν μέρει υπεύθυνο βάσει υψηλού όγκου της σύγχρονης έρευνας για χρόνιες παθήσεις όπως ο διαβήτης, καρδιαγγειακής νόσου και μεταβολικού συνδρόμου (και άλλες θα προσέθετα εγώ).

Άρα επαγωγικά ο τρόπος που δουλεύουμε, στις συνθήκες που δουλεύουμε έχει υποτιμημένη αρνητική επίδραση στην υγεία μας και «χαρτογραφεί μια σειρά δεινών» που ξεκινούν από το ανθρωπιστικό-ψυχολογικό επίπεδο και φτάνει ως το υψηλό κόστος για τα συστήματα υγείας παγκοσμίως.

Αυτά τα λέει ο κύριος Pfeffer, a professor of organizational behavior at Stanford Graduate School of Business στο νέο βιβλίο του και στην παρακάτω συνέντευξη

“The Workplace Is Killing People and Nobody Cares”

Υπουργός για τη Μοναξιά!

Δεν είναι πλάκα, δεν είναι επιστημονική φαντασία, συμβαίνει στο εδώ και τώρα στη Μεγάλη Βρεταννία. Η πρωθυπουργός Theresa May που έχει δείξει και στο παρελθόν την ευαισθητοποίησή της σε θέματα ψυχικής υγείας (βλέπε εδώ) έκανε την ακόλουθη δήλωση (μεταφρασμένη) :

«Για πάρα πολλούς ανθρώπους, η μοναξιά είναι η θλιβερή πραγματικότητα της σύγχρονης ζωής», ανέφερε η κ. May.

«Θέλω να αντιμετωπίσω αυτήν την πρόκληση για την κοινωνία μας και όλοι μας να αναλάβουμε δράση για να αντιμετωπίσουμε τη μοναξιά που υφίστανται οι ηλικιωμένοι, οι φροντιστές, εκείνοι που έχουν χάσει τα αγαπημένα τους πρόσωπα – άνθρωποι που δεν έχουν κανέναν να μιλήσουν ή να μοιραστούν τις σκέψεις τους και τις εμπειρίες τους. »

Κατ’ εμένα αυτή η στάση είναι ό,τι πιο προχωρημένο έχω ακούσει από άτομο τόσο ψηλά στην αλυσίδα της εξουσίας. Στην Ελλάδα φυσικά αυτά τα πράγματα είναι εξωπραγματικά και υποψιάζομαι οτι δεν είναι λίγοι οι συμπολίτες μας που στο άκουσμα μιας τέτοιας πληροφορίας η πρώτη τους αντίδραση θα ήταν ειρωνική.

Η μοναξιά είναι μια υποτιμημένη κατάσταση ως προς την επίδρασή της στην ψυχική και εντέλει στη συνολική υγεία του ανθρώπου.

Παρακάτω όλο το άρθρο (πηγή : U.K. Appoints a Minister for Loneliness)

LONDON — Since Britain voted to leave the European Union more than a year ago, Europeans have mockingly said that the decision will result in an isolated, lonely island nation.

But Britain, in fact, already has a serious problem with loneliness, research has found. More than nine million people in the country often or always feel lonely, according to a 2017 report published by the Jo Cox Commission on Loneliness.

The issue prompted Prime Minister Theresa May on Wednesday to appoint a minister for loneliness.

“For far too many people, loneliness is the sad reality of modern life,” Mrs. May said in a statement.

“I want to confront this challenge for our society and for all of us to take action to address the loneliness endured by the elderly, by carers, by those who have lost loved ones — people who have no one to talk to or share their thoughts and experiences with.”

Mark Robinson, the chief officer of Age UK, Britain’s largest charity working with older people, warned that the problem could kill.

“It’s proven to be worse for health than smoking 15 cigarettes a day, but it can be overcome and needn’t be a factor in older people’s lives,” he said.

A former United States surgeon general, Dr. Vivek Murthy, wrote an article for the Harvard Business Review last year arguing that loneliness needed addressing in the workplace.

It can be associated, he wrote, “with a greater risk of cardiovascular disease, dementia, depression and anxiety.”

The British report was commissioned by the Red Cross in partnership with the Co-op, a cooperative supermarket chain, and published by the Cox commission in December.

The group operates in memory of Ms. Cox, 41, a Labour Party lawmaker who was shot dead by a right-wing extremist in 2016, and who had been a prominent voice in Parliament on the issue, setting up a cross-party commission that aimed to start a national conversation and establish the scale and impact of loneliness in Britain.


A 2016 event in London celebrating the life of Jo Cox, a Labour Party lawmaker, who was killed by a right-wing extremist. Ms. Cox had set up a cross-party commission on loneliness. Credit Justin Tallis/Agence France-Presse — Getty Images

The prime minister announced on Wednesday that Tracey Crouch, who is the under secretary for sport and civil society in the culture ministry, would lead a governmentwide group to build on Ms. Cox’s legacy and establish policies on the issue.

In parallel, the Office for National Statistics would help to establish a method of measuring loneliness, and a fund would be set up to help the government and charities to develop a wider strategy to identify opportunities to tackle the problem.

The Cox commission, led by the lawmakers Rachel Reeves and Seema Kennedy, said it welcomed the government’s “prompt response” to its report.

Quoting Ms. Cox, the lawmakers said in a joint statement, “Young or old, loneliness doesn’t discriminate.”

“Throughout 2017 we have heard from new parents, children, disabled people, carers, refugees and older people about their experience of loneliness,” they added.

Government research has found that about 200,000 older people in Britain had not had a conversation with a friend or relative in more than a month.

Carol Jenkins, 64, a retired nurse from Berkshire, in southwest England, said she started to feel lonely when her son moved abroad and she downsized to a smaller house in a different county.

“It was a financial decision to move, and I didn’t really have it in me to start making new friends,” Ms. Jenkins recalled on Wednesday in a phone interview. “Months would go by without seeing my friends or family, and I felt really depressed and alone.”

Ms. Jenkins has since joined a Facebook group for Britons affected by loneliness, which, she says, has helped her to get out of the house more.

“It’s not so much about meeting people on the internet and making new friends, but it’s more of a motivational support network that gives you direction on how to cope and fix the problem,” she said, adding that she was surprised by how many young people had joined the group.

“There are so many university students who just lock themselves in their rooms for days because they feel rejected or that they don’t fit in,” Ms. Jenkins said. “It’s only a matter of time before loneliness turns into depression. And that’s where it gets dangerous.”

Ο Εμφύλιος στον ψυχαναλυτή

Για να είμαι ειλικρινής, με τον Εμφύλιο δεν είχα ασχοληθεί μέχρι να καβατζώσω τα είκοσι και βάλε. Μέχρι τότε, δηλαδή μέχρι την κυβέρνηση Τζαννετάκη, στο νεανικό πολιτικό μου υποσυνείδητο ήταν κάτι σαν μία ουλή που, καμιά φορά, πονούσε, αλλά τώρα την κάλυπτε το καινούργιο και ακριβό μας ευρωπαϊκό πουκάμισο.

Εχω δε την αίσθηση ότι τα τελευταία χρόνια συζητήσαμε για τον Εμφύλιο περισσότερο από όσο συζητούσαμε στα ’80ς. Και για τα ’80ς το καταλαβαίνω: οι γενιές που μάτωσαν ήταν εν ζωή, οι γείτονες μπορεί και να είχαν βρεθεί σε απέναντι χαρακώματα. Η σιωπή ήταν χρήσιμη. Τότε ο Εμφύλιος ήταν κάτι σαν ένα παλιό οικογενειακό δράμα που καλόν είναι να μη συζητείται στο σπίτι. Ε, μετά αναγνωρίστηκε η Εθνική Αντίσταση, ήρθε η περίφημη «συμφιλίωση» με τη συγκυβέρνηση δεξιών και κομμουνιστών, έπεσαν οι φάκελοι της Ασφάλειας στην υψικάμινο και επιτέλους ο σκελετός βολεύτηκε στη ντουλάπα.

Ομως τώρα; Τι συνέβη τα τελευταία χρόνια και ο Εμφύλιος επανήλθε στο πολιτικό λεξιλόγιο και στις προθήκες των βιβλιοπωλείων; Λίγο ως πολύ το ξέρουμε. Η είσοδος του Εμφυλίου στην πολιτική καθημερινότητα εκδηλώθηκε σχεδόν αντανακλαστικά από το συλλογικό θυμικό όταν η Αριστερά βρέθηκε πάλι μπροστά στην εξουσία. Ηταν άλλωστε και απαραίτητη προκειμένου να χαραχτούν διαχωριστικές γραμμές και να γίνουν σαφή τα σημεία της σύγκρουσης.

Δεν είναι, τελικά, μόνο αυτό. Είναι και η θέση του Εμφυλίου ως τραύμα στο εθνικό μας θυμικό. «Πέρα από τις θεσμικές και ιστορικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του Ανδρέα Παπανδρέου με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, το κοινωνικό σώμα μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί σε βάθος μια πραγματική διαδικασία πένθους τόσο ατομικού, όσο και συλλογικού γι αυτό που πραγματικά συνέβη» λέει ο Στέλιος Στυλιανίδης, καθηγητής Κοινωνικής Ψυχιατρικής στο Πάντειο.

Στις 20 και στις 27 Ιανουαρίου θα πραγματοποιηθούν δύο ημερίδες με θέμα τη ψυχαναλυτική προσέγγιση του Εμφυλίου. Ο κ. Στυλιανίδης θα είναι ένας εκ των εισηγητών και θα αναφερθεί στα αποτελέσματα κλινικών μελετών σε ανθρώπους που έζησαν την εμπειρία και το τραύμα. Ναι, όμως εκείνη η γενιά έχει πια φύγει, ελάχιστοι έμειναν με ζωντανή μνήμη. Γιατί η αναφορά παραμένει; Κατά τον κ. Στυλιανίδη «σύμφωνα με το ελληνικό πολιτισμικό πρότυπο, η ιστορική μνήμη, η ανίχνευση του παρελθόντος, ενώ θα έπρεπε να στηρίζεται περισσότερο στη λογική επεξεργασία, δηλαδή την ιστορικοποίηση, διολισθαίνει εύκολα σε όρους τραυματικής μνήμης. Οπως ορθά υποστηρίζει ο Αντώνης Λιάκος , “θυμόμαστε πράγματα που δεν τα βιώσαμε εμείς οι ίδιοι αλλά τα μάθαμε από τους γονείς μας, επομένως έχουμε μια συναισθηματική σχέση με αυτά, σαν να τα έχουμε ζήσει οι ίδιοι”».

Στην προσέγγιση που κάνει ο κ. Στυλιανίδης, το πρόβλημα βρίσκεται στον ανεπαρκή μεταβολισμό του γεγονότος από τη συλλογική μας συνείδηση. «Σε ξένες εμπειρίες χωρών που έχουν ζήσει βαθύτατα εμφυλιοπολεμικά τραύματα ακολουθήθηκαν διαφορετικές διαδικασίες για την επούλωσή τους μέσα από θεσμοποιημένες πρακτικές συμφιλίωσης και συγχώρεσης. Τα παραδείγματα της Ρουάντα, της Νότιας Αφρικής, της Αργεντινής, της Ισπανίας, της πρώην Γιουγκοσλαβίας είναι διαφορετικά μεταξύ τους αλλά πρέπει να μελετηθούν σε βάθος προκειμένου να καταλάβουμε γιατί μια τέτοια διαδικασία (όπως στην Ρουάντα και στη Νότια Αφρική) δεν στάθηκε δυνατή στη χώρα μας. Πέρα από τις θεσμικές και ιστορικές πρωτοβουλίες του Κωνσταντίνου Καραμανλή με τη νομιμοποίηση του ΚΚΕ και του Ανδρέα Παπανδρέου με την αναγνώριση της εθνικής αντίστασης, το κοινωνικό σώμα μέχρι σήμερα δεν είναι σε θέση να επεξεργαστεί σε βάθος μια πραγματική διαδικασία πένθους τόσο ατομικού, όσο και συλλογικού γι αυτό που πραγματικά συνέβη.»

Ο Γιάννης Βαρτζόπουλος, ψυχίατρος και εκδότης του περιοδικού «Οιδίπους», αναζητεί στον χαρακτήρα της κρίσης τα αίτια της υποτροπής του τραύματος: «Στη διάρκεια της κρίσης ζήσαμε την αναβίωση εκφραστικών τρόπων και όρων αντίληψης της πραγματικότητας που έδειξε ότι ο τρόπος που ο εμφύλιος είναι εγγεγραμμένος στην ενδοψυχική πραγματικότητα δεν λειτουργεί θετικά ούτε στην αντίληψη αυτού που συμβαίνει ούτε στην επεξεργασία εποικοδομητικών λύσεων. Είναι μια κοινή αίσθηση ότι η κρίση, έτσι όπως βιώθηκε από τους Έλληνες, τους στέρησε τόσο ένα προσωπικό όσο και ένα κοινωνικό αφήγημα. Η κρίση οδήγησε τελικά την κοινωνία να εκφράζεται με όρους θυμικής εκτόνωσης, με την αίσθηση ότι η λύση του προβλήματος είναι η εξολόθρευση κάποιου άλλου, του όποιου εχθρού, εσωτερικού ή εξωτερικού, γνωρίζοντας συγχρόνως ότι αυτό δεν μπορεί να γίνει. Και αυτό είναι προσωπικό και κοινωνικό αδιέξοδο.»

Σύμφωνοι, όμως έχει η ψυχαναλυτική προσέγγιση του Εμφυλίου πραγματικό αντίκρυσμα στην κοινωνία; Ποιον θα μπορούσε να ενδιαφέρει σήμερα; Απαντά ο Στέλιος Στυλιανίδης: «Οφείλουμε να συμβάλουμε στην κατασκευή εκ των υστέρων ενός πλαισίου κοινωνικού διαλόγου που να περιέχει τις κρύπτες, το ανείπωτο την ατομική ενοχή και την κοινωνική ντροπή όπως εκπηγάζουν από το τραύμα του Εμφυλίου, να φτιάξουμε δεν ξέρω με ποιον τρόπο ένα νέο κοινωνικό δίχτυ, ένα πλέγμα, ικανό να συγκρατεί, να επεξεργάζεται και να μετασχηματίζει αυτό που μεταφέρεται μέχρι τώρα και στη νέα γενιά ως ακατέργαστο διαγενεακό τραύμα. Είναι σημαντικό η αρχή ενός τέτοιου διαλόγου, που ξεκινά από τις βιογραφίες ανθρώπων, να εξελίσσεται σε έναν χώρο μακριά από την πόλωση και την δεξιά πατριδοκαπηλεία ή την αναβίωση του κομμουνιστικού προτάγματος, χωρίς την απαραίτητη διεργασία πένθους και την ουσιαστική αυτοκριτική που θα έπρεπε να έχει γίνει.»

Ναι, αυτό πρέπει να γίνει, αλλά και ο γιατρός δεν ξέρει με ποιον τρόπο. Και αν η περίπτωση μας είναι ανίατη;

Αν θέλετε να παρακολουθήσετε τις ημερίδες, δείτε εδώ πώς μπορείτε (αν έχουν μείνει θέσεις) να δηλώσετε συμμετοχή

Πηγή : Ο Εμφύλιος στον ψυχαναλυτή

Μαθήματα ψυχικής υγείας για να σταματήσουν τη νοοτροπία του στίγματος στα σχολεία

Κάπου αλλού όπου οι διαφορές νοοτροπίας από το α ως το ω είναι διαστημικές, ένα Υπουργείο Παιδείας μιας προηγμένης πολιτιστικά χώρας λαμβάνει αυτή την πρωτοβουλία. Εδώ ακόμα φοβόμαστε να ψελλίσουμε λέξεις όπως εκφοβισμός και διαταραχή, ενώ όταν υπάρχουν κάποιες μεμονωμένες φωτεινές εξαιρέσεις ανοιχτόμυαλων διδασκόντων, αυτοί καταλήγουν να απομονώνονται.

Παρακάτω το άρθρο.

CHILDREN as young as five will be taught how to handle stress and depression in sweeping changes to the school syllabus designed to remove the “culture of shame” around mental health and tackle the scourge of youth suicide.

The Sunday Telegraph has obtained plans to overhaul the Personal Development, Health and Physical Education curriculum from kindergarten to Year 10, which could take effect as early as next year.

The school syllabus is designed to remove the “culture of shame” around mental health.

The move is designed to break the taboo surrounding youth suicide and mental ill-health.

Education Minister Rob Stokes said: “We have traditionally treated mental health problems as they’ve presented … what we are now trying to achieve is to arm young people with the tools to identify any potential issues before they arise.

“This new syllabus will teach students about important issues in life that for too many generations have been overlooked by large sections of the community, and that has been a major problem.

“We are removing the culture of shame that has needlessly been attached to issues like mental health. By removing this stigma, we have the potential to prevent a great deal of suffering.”

The new syllabus includes games to subtly teach kindergarten kids the importance of increased self-esteem and how to manage stress, conflict and relationships in later life.

Katie Briance with her 7 year-old son Hugo. Katie supports changes to school health programs including mental health awareness. Picture: Richard Dobson

Students in Years 3 and 4 will be taught about life’s successes and failures and how to overcome adversity using the power of self-belief and optimistic thinking.

Frank classroom discussions about their feelings toward bullying and discrimination will also be encouraged.

Teenagers in Years 7 and 8 will be taught how to cope with the loss of loved ones, as well as strategies to dismiss “misconceptions” older generations may harbour about mental health.

Fifteen and sixteen-year-olds in Years 9 and 10 will be warned about domestic violence and drug abuse.

Former Australian of The Year and youth mental health expert Professor Patrick McGorry described the planned changes as a “much needed step” with impressive depth compared to “vacuous” and “superficial” attempts by other states.

However, Prof McGorry said it needed to be backed up by better access to treatment for teens suffering from anxiety and depression.

“This a tick for the government — it’s another vital brick in the wall,” Professor McGorry said.

Children as young as five will be taught how to handle stress and depression.

Coogee mum Katie Briance, who said she worries kids today are powerless to escape the sinister side of social media, was “hugely in favour of more mental health education”.

“We need to normalise sadness, anger, frustration and shame, so our kids have the tools to acknowledge and deal with it before it becomes a problem,” Ms Briance said.

According to Ms Briance, many parents still felt uncomfortable or embarrassed to discuss mental health in any meaningful way with their children and were just as likely to “sweep it under the carpet”.


Πηγή : Mental health lessons to stop culture of shame in schools

Το διαφορετικό και η αποδοχή

Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης κάθε ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει μια εσωτερίκευση στην αντίληψη ότι το οτιδήποτε διαφορετικό είναι προβληματικό (ή δεν είναι καλό, είναι κακό). Το διαφορετικό είναι μη αποδεκτό και το προβληματικό είναι μη αποδεκτό. Έτσι δημιουργείται μια στάση μη αποδοχής και προς άλλους και προς τον εαυτό μας, όταν ερμηνεύεται το οτιδήποτε ως διαφορετικό. Η εσωτερίκευση αυτή μετατρέπεται σε  μηχανισμό καταπίεσης γιατί η θεώρηση του διαφορετικού δεν έχει να κάνει μόνο με το φύλο, το χρώμα, τη ράτσα, τη θρησκεία, τη σεξουαλική κατεύθυνση. Με πόσους μικρούς τρόπους μπορεί να διαφέρει κανείς από τους άλλους? Σχετίζεται και με κάθε σκέψη, άποψη, πεποίθηση, αντίληψη, συναίσθημα, συμπεριφορά, στοιχείο χαρακτήρα που δεν εντοπίζουμε ότι το έχουν οι γύρω μας. Κάθε τι non correct, που δε ταιριάζει με το υφιστάμενο status quo. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (savoir vivre) διογκώνονται, διευρύνονται και μετατρέπονται σε ασφυκτικά δεσμά που εγκλωβίζουν. «Πρέπει να νιώθω έτσι?», «Τι θα πουν οι άλλοι?», «Μήπως είμαι προβληματικός?» είναι βασανιστικά ερωτήματα στον εσωτερικό διάλογο. Και ακολουθούν έντονα αισθήματα ντροπής και ενοχής και μια σύγκρουση, ένας εσωτερικός διχασμός μεταξύ του πρέπει και του είμαι.

Ο φόβος της απομόνωσης/μοναξιάς παραμονεύει πίσω από τη γνωστοποίηση της διαφορετικότητας. Εξίσου απειλητικός είναι και ο φόβος της αποτυχίας. Πρόκειται για ακόμη μια εσωτερικευμένη τάση στη σημερινή κοινωνία, η οπτική των πραγμάτων βάσει ενός φίλτρου προσωπικής επιτυχίας ή αποτυχίας, αφού το άτομο μέσα στην «παντοδυναμία» του μπορεί ή δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Το διαφορετικό λοιπόν δεν είναι εγγυημένο, προϋποθέτει ρίσκο και άρα ανασφάλεια. Ενώ το «ίδιο» είναι ασφαλές. Πόσοι από μας ανάμεσα σε δύο διπλανά εστιατόρια δε θα επιλέξουμε αυτό που έχει περισσότερο κόσμο («για να έχει πιο πολύ κόσμο, θα είναι καλύτερο»).

Κάποιοι δεν ξέρουν καν ότι βιώνουν αυτή τη σύγκρουση, δηλαδή μεταξύ σε αυτό που ο αληθινός εαυτός τους θα ήθελε να κάνει και μεταξύ αυτό που «πρέπει» να κάνουν. Άλλοι απωθούν και αμύνονται απέναντι στη δύσκολη αυτή κατάσταση ποικιλοτρόπως. Ο διχασμός μπορεί να δημιουργήσει δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού, μία δημόσια και μία ιδιωτική. Η συντήρηση και των δύο είναι κοπιαστική, προκαλεί σύγχυση και συνεχή αρνητικά συναισθήματα που και αυτά χρειάζονται επιπλέον κόπο στη διαχείρισή τους.

Η εντύπωση ότι ο πραγματικός μας εαυτός δεν είναι αρκετά καλός ώστε να είναι αποδεκτός και ελεύθερος να εκφράζεται είναι μια διαρκής ανοιχτή πληγή.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Το Θάρρος

..Είναι άκρως ενδεικτικό, σχεδόν κανόνας, ότι το ηθικό θάρρος κάπου πηγάζει από την τέτοιου είδους ταύτιση, δια της ευαισθησίας, με όσα υφίστανται και υπομένουν οι συνάνθρωποί του. Μπαίνω στον πειρασμό να ονομάσω αντιληπτικό αυτό το είδος θάρρους, καθώς εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται, να αφήνει τον εαυτό του να βλέπει τα πάθη των άλλων. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώσει το κακό, θα αναγκαστούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Είναι παγκοίνως αναγνωρίσιμη αλήθεια ότι, όσο δε θέλουμε να μπλέξουμε, όσο δε θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα και το θεωρητικό ερώτημα αν θα προστρέξουμε σε βοήθεια κάποιου που υφίσταται άδικη μεταχείριση ή όχι, κλείνουμε τις πόρτες της αντίληψής μας, γινόμαστε τυφλοί στον πόνο του άλλου, απομονώνουμε την ενσυναίσθησή μας από το πρόσωπο που χρειάζεται βοήθεια. Γι’ αυτό και η πιο έκδηλη μορφή δειλίας στις μέρες μας κρύβεται πίσω από τη φράση «δεν ήθελα να μπλέξω»..

Rollo May

Διαχρονικό απόσπασμα από “Το Θάρρος της Δημιουργίας” 1975

Το Θάρρος

Προέλευση ψυχικής διαταραχής και στίγμα

Κατά μεγάλο ποσοστό το νέο άτομο θα αναπτύξει ψυχική διαταραχή εξαιτίας μεμονωμένων γεγονότων ή διαρκών ψυχοπιεστικών αλληλεπιδράσεων με την οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Το ίδιο ισχύει και για το ενήλικο άτομο αναλόγως και με την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει. Η άλλη συνιστώσα είναι η βιολογική-γενετική που έχει να κάνει σε ποικίλο ποσοστό ανάλογα με το είδος του προβλήματος. Είναι γνωστό πλέον οτι οι δύο αυτές συνιστώσες επιδρούν η μία στην άλλη αμφίδρομα και δεν είναι ανεξάρτητες.

Ο ίδιος ο ευρύτερος περίγυρος αργότερα θα είναι αυτός που θα χαρακτηρίσει «τρελό», αδύναμο, ανίκανο, άρρωστο, παράξενο, καθυστερημένο κ.α. στιγματίζοντας και περιθωριοποιώντας το άτομο αυτό. Ουσιαστικά αν υπάρχουν άτομα που κατορθώνουν να διέλθουν αλώβητα τις πιθανές βιολογικές ή περιβαλλοντικές πιέσεις που θα υποστούν μεγαλώνοντας, αυτά μάλλον συγκροτούν τη μειοψηφία και όχι το αντίθετο.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει πλέον και από τελευταίες μεγάλες ερευνες που επανατοποθετούν πολύ ψηλότερα τα ποσοστά των ανθρώπων που κάποια στιγμή στη ζωή τους θα εμφανίσουν οποιαδήποτε κλινικά διαγνώσιμη ψυχική διαταραχή μικρής είτε μεγάλης βαρύτητας. Με αντίστοιχο τρόπο μπορούμε να θεωρήσουμε την ύπαρξη μεμονωμένων ή «υποουδικών» ψυχολογικών δυσκολιών ως ένα γενικευμένο φαινόμενο που αφορά τους πάντες. Πρόκειται για την επιβεβαίωση μιας εμπειρικά διαμορφωμένης εκτίμησης που προυπήρχε.

Η επανατοποθέτηση της ψυχικής διαταραχής σε αυτό το πλαίσιο υπογραμμίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο οτι ο ψυχισμός και η φροντίδα του δεν μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή απρόσιτη «ταμπού» παράμετρο που αφορά μια μικρή μειοψηφία «προβληματικών».  Όπως το σώμα χρειάζεται την ιατρική του φροντίδα, έτσι και το ψυχικό όργανο χρήζει ισότιμης φροντίδας. Εξάλλου αν το ψυχικό όργανο δεν είναι καλά, τότε δυνητικά επηρεάζεται και το σώμα. Αντίστοιχα σοβαρές σωματικές παθήσεις μπορεί να επιβαρύνουν το ψυχικό όργανο. Αυτά αφορούν υπό συνθήκες τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων.

Ο ίδιος ο στιγματισμός από μόνος του επιδεινώνει ή και προκαλεί ψυχική διαταραχή. Η πλειοψηφία του κόσμου, είτε ως άτομα είτε ως σύνολο και παρά τις όποιες προόδους σε σχέση με το παρελθόν, είναι τυφλή απέναντι στη συμβολή της στην πρόκληση ψυχικής δ/χής ταυτόχρονα ως αιτία και ως διαχείριση του αποτελέσματος.

Άρα αποτελεί διαρκής ανάγκη η προσπάθεια ανάδειξης και αναστροφής του φαινομένου από την πλευρά των ειδικών ψυχικής υγείας και ατομικά και θεσμικά. Το τελευταίο σημαίνει οτι ίσως χρειάζεται μια ανανεωμένη ματιά στην προσβασιμότητα της ψυχιατρικής και ψυχολογίας ως επιστήμες σε διάφορους τομείς της κοινωνίας.


Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχή - κατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Νεύρωση & Κοινωνία

Erich Fromm neurosis society
“A person who has not been completely alienated, who has remained sensitive and able to feel, who has not lost the sense of dignity, who is not yet «for sale», who can still suffer over the suffering of others, who has not acquired fully the having mode of existence – briefly, a person who has remained a person and not become a thing – cannot help feeling lonely, powerless, isolated in present-day society. He cannot help doubting himself and his own convictions, if not his sanity. He cannot help suffering, even though he can experience moments of joy and clarity that are absent in the life of his «normal» contemporaries. Not rarely will he suffer from neurosis that results from the situation of a sane man living in an insane society, rather than that of the more conventional neurosis of a sick man trying to adapt himself to a sick society. In the process of going further in his analysis, i.e. of growing to greater independence and productivity,his neurotic symptoms will cure themselves. ” Erich Fromm

Η ενηλικίωση των εφήβων όλο και πιο αργά (?)

Τα σημερινά δεκαοκτάχρονα αγόρια ή κορίτσια είναι εξίσου «ανώριμα» με τους δεκαπεντάχρονους εφήβους το 1976. Σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα κατέληξε πολυετής έρευνα στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο ειδικό περιοδικό «Child Development».

Οι ερευνητές που την υπογράφουν ανέλυσαν στις ΗΠΑ τις τυπικές αντιδράσεις ενηλικίωσης 8,4 εκατομμυρίων εφήβων (ηλικίας από 13 έως 19 ετών) τα τελευταία 40 χρόνια. Συγκεκριμένα, μελέτησαν εκείνη την εφηβική συμπεριφορά που σηματοδοτεί το πέρασμα στην ενηλικίωση: πρώτες ερωτικές εμπειρίες, κατανάλωση αλκοόλ, οδήγηση αυτοκινήτων κ.ά.

Το σύνδρομο του Πίτερ Παν

«Από το 2000 και μετά γίναμε μάρτυρες μιας συνεχούς μείωσης του αριθμού των εφήβων που στη ζωή τους κάνουν πράγματα που θεωρούνται προγύμναση για την είσοδό τους στην ενηλικίωση. Γύρω στο 2010, οι περισσότεροι έφηβοι ηλικίας 17-18 χρόνων έβγαιναν για ερωτικά ραντεβού λιγότερο απ’ ό,τι έκαναν οι 15-16 χρόνων τη δεκαετία του 1990. Επίσης, ενώ το 1991 το 54% των 17χρονων είχε κάποια ερωτική εμπειρία, το 2015 το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε στο 41%. Οι σημερινοί 18χρονοι είναι σαν τους 15χρονους του χθες και οι σημερινοί 25χρονοι είναι σαν τους 18χρονους του χθες», όπως είπε η Jean Twenge, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο San Diego, η οποία διηύθυνε αυτή την εκτενή έρευνα.

Αυτή η τάση επιβράδυνσης της ενηλικίωσης δεν αφορά μόνο τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες αλλά σχεδόν όλες τις αντιδράσεις και, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ανεξάρτητη από το φύλο. «Εξετάσαμε διάφορες υποθέσεις, όπως π.χ. την επιρροή του Διαδικτύου, όπως το γεγονός ότι σήμερα οι έφηβοι βρίσκονται στο Ιντερνετ περισσότερο χρόνο από το παρελθόν, συνεπώς δεν έχουν ώρες για να βγουν και να κάνουν πράγματα εκτός σπιτιού. Ομως, το Web δεν μπορεί να είναι η μοναδική εξήγηση, γιατί αυτή η τάση εκδηλώθηκε πριν από την απαρχή της μαζικής χρήσης του Διαδικτύου», υποστηρίζει η δρ J. Twenge. Πιο πειστική ερμηνεία, σύμφωνα με του ειδικούς που συμμετείχαν σε αυτή την έρευνα, είναι η θεωρία «Ζωή-Ιστορία» (Life History) της εξελικτικής Ψυχολογίας, η οποία διατείνεται ότι όσοι έφηβοι μεγαλώνουν σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον δεν βιάζονται να μεγαλώσουν σε σχέση με όσους περνούν εφηβική ζωή με στερήσεις και στενοχώριες.

Οταν το μέλλον είναι αβέβαιο και τα οικογενειακά μέσα πενιχρά, οι νέοι άνθρωποι έχουν ένα ισχυρό κίνητρο για να επιταχύνουν το πέρασμα στην ενηλικίωση, να φύγουν από το σπίτι και παρά τις δυσκολίες να αναζητήσουν καλύτερη ζωή. Ενα άτομο που ήδη από την εφηβική ηλικία υποχρεώνεται να αναλάβει ευθύνες και έγνοιες ενηλίκου είναι πολύ πιο πιθανό να έχει ταχύτερη ανάπτυξη.

Αντίθετα, τα παιδιά των πιο εύπορων οικογενειών τείνουν να αναβάλλουν, επ’ αόριστον, την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή. Μια σαφής επιβεβαίωση της καθοριστικής σημασίας των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών στην επαναρρύθμιση του ανθρώπινου βιολογικού ρολογιού.

Πηγή από αμερικανικό σαιτ : Teens are growing up more slowly — and they seem OK with it
Το πλήρες επιστημονικό άρθρο : The Decline in Adult Activities Among U.S. Adolescents, 1976–2016

Ο Πάπας έκανε ψυχανάλυση κάποια στιγμή στη ζωή του

Francis says he visited psychoanalyst for six months ‘to clarify a few things’ and that now nothing frightens him

Pope Francis
Pope Francis: ‘The psychoanalysis helped me a lot.’ Photograph: Giuseppe C/PacificPress/Barcroft

Pope Francis has revealed that he sought the help of a psychoanalyst for six months when he was 42 and the leader of the Jesuit order in Argentina during the country’s military dictatorship.

The pope’s disclosure was made in a book based on 12 in-depth interviews with the French sociologist Dominique Wolton, to be published next week.

Francis said the weekly sessions with the psychoanalyst helped him a lot. “For six months, I went to her home once a week to clarify a few things. She was a doctor and psychoanalyst. She was always there,” he told Wolton for the 432-page book Pope Francis: Politics and Society.

“Then one day, before she died, she called me. Not to receive the sacraments – because she was Jewish – but for a spiritual dialogue. She was a good person.”

Francis told Wolton he now felt free. “Of course, I’m in a cage at the Vatican, but not spiritually. Nothing frightens me,” he said.

The pope also took aim at priests who were “rigid and afraid to communicate”.

The disclosure came when Francis was discussing the role and influence of the “courageous” women in his life, including his mother, his two grandmothers and Esther Ballestrino de Careaga, the communist founder of the Mothers of the Plaza de Mayo movement in Buenos Aires, who was killed during the dictatorship.

He also spoke of childhood sweethearts and adolescent girlfriends, saying his relationships with women had enriched his life. “I thank God for having known these true women in my life,” the pope told Wolton. “[Women see things differently from men] and it is important to listen to both.”

The Jesuit tradition is known to value psychoanalysis, with many regarding self-awareness and introspection as being complementary to spirituality.

Robert Mickens, the Rome-based editor of the English-language edition of Catholic daily newspaper La Croix, said Francis had previously acknowledged that social sciences could benefit human development.

“There has been a gradual shift in attitudes within the Catholic church towards psychotherapy since the 1970s,” Mickens said. “It’s very common in priest formation programmes, especially in the western world, for them to undergo a psychological evaluation before admission to a seminary or diocese. There’s a recognition that social sciences can help unearth issues that need to be dealt with.”

The pope’s “eye-popping” disclosures could challenge the perception among some people that those who sought treatment were weak, he said.

In 2008, the Vatican issued guidelines on the use of psychology in the training of priests. “In some cases, recourse to experts in the psychological sciences can be useful,” the paper said.

Among candidates for the priesthood “can be found some who come from particular experiences – human, family, professional, intellectual or affective – which, in various ways, have left psychological wounds that are not yet healed and that cause disturbances,” the guidelines said.

“These wounds, unknown to the candidate in their real effects, are often erroneously attributed by him to causes outside himself, thus depriving him of the possibility of facing them adequately.”

At the time of his sessions in 1978 or 1979, tensions over the leadership of Jorge Bergoglio, as Pope Francis was then known, were high among Argentina’s Jesuits.

He had earlier been accused of effectively delivering two fellow priests to the military authorities in 1976, when he refused to publicly endorse their controversial social work in the slums of Buenos Aires.

Argentina’s “dirty war” was over by the time of Bergoglio’s psychotherapy, but the military dictatorship was still in place.

However, there was continuing controversy over his divisive leadership. During his six years as provincial superior from 1973 to 1979, he upset some people with his determination to impose a fresh direction and purpose.

“It’s hard to know exactly what took him to seek psychotherapy – perhaps issues which had come to the fore as leader of the Jesuits,” said Austen Ivereigh, the author of The Great Reformer: Francis and the Making of a Radical Pope.

“It was certainly a tense time both nationally and internationally [for Jesuits], adding to what had been a difficult, although very successful, period for Bergoglio. He had gallstones soon after, which suggests a level of stress.

“But maybe he just wanted to take the time to take stock. Jesuits are not afraid of seeking professional help when they need it and see psychotherapy as complementary to spirituality. I think this revelation only adds to our already very human picture of a remarkable man.”

There are more psychologists per capita in Argentina than any other country in the world, according to researcher Modesto Alonso. In 2011, there were 196 psychologists for every 100,000 people compared with about 27 per 100,000 in the US.

In his conversations with Wolton, Francis said European countries exploited Africa in the colonial era, and although Europe had “important Christian roots … they are not the only ones. There are others that cannot be denied.”

Abortion, he said, was a “grave sin, it’s the murder of an innocent”. And while he insisted marriage was between a man and a woman, saying “we cannot change it, this is the nature of things,” the pope acknowledged the existence of same-sex civil unions.

Wolton’s book is published next Wednesday as Francis begins a six-day visit to Colombia, the first visit by a pope in more than 30 years. The South American country is bitterly divided over a peace deal ending a 50-year war between the government and rebel guerrilla forces, Farc, which has claimed an estimated 220,000 lives and displaced millions.

Source : https://www.theguardian.com/world/2017/sep/01/pope-francis-psychoanalysis

13 Reasons Why

Το «13 Reasons Why» είναι μια φετινή ξένη σειρά που πραγματεύεται με εξαιρετικό τρόπο το δύσκολο θέμα του σχολικού εκφοβισμού. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους ενδιαφέρονται να καταλάβουν «εκ των έσω» ποιές συμπεριφορές μπορεί να συνιστούν εκφοβισμό, αλλά κυρίως πόσο βαρύ συναισθηματικό αντίκτυπο έχει στον έφηβο.

Το «13 Reasons Why» δεν είναι μια καθόλου βαρετή σειρά. Εκτυλίσσεται με επίκεντρο το σχολείο μιας μικρής σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας και πρωταγωνιστές έφηβους νέους με διάφορα προβλήματα. Ο τρόπος αφήγησης είναι πρωτότυπος και οι απαντήσεις προκύπτουν επεισόδιο ανά επεισόδιο. Νεαροί «bullies», νεαροί «θύματα», νεαροί που που διαφέρουν και πληρώνουν τίμημα γι’ αυτό, αλκοόλ και ναρκωτικά, παραπλανημένοι γονείς, αδιάφοροι γονείς, προβληματικοί γονείς, σχολείο που νοιάζεται πιο πολύ να συγκαλύψει, αποτυγχάνοντας να βοηθήσει τα ίδια τα παιδιά, είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που διαπλέκονται αριστοτεχνικά σε μια πλοκή που δεν μπορεί παρά να συγκινήσει το θεατή.

Το μήνυμα της σειράς είναι οτι ο σχολικός εκφοβισμός αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα που μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, κάποιοι από τους οποίους είναι ύπουλοι και κάποιοι όχι και δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται. Σήμερα άτομα και κοινωνίες κάνουν τα αδύνατα δυνατά να εμφανίσουν μια «άσπιλη» εικόνα, ενώ η «κρυμμένη» πραγματικότητα μπορεί να καταστρέφει κυριολεκτικά ζωές νέων ανθρώπων. Απαιτείται στροφή στη στάση όλων μας ώστε να περιορίζεται το φαινόμενο όσο περισσότερο γίνεται.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

13 Reasons Why

Η Γκαστρωμένη Χύτρα

«ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΣ με τους γονείς σου;»

«Μια έτσι μια αλλιώς» αποκρίθηκα. «Είναι στιγμές που συνεννοούμαστε περίφημα κι ο καθένας μπορεί να μπει στη θέση του άλλου. Άλλες φορές, όμως, δεν γίνεται τίποτα. Αδύνατον.»

«Κοίταξε, Ντεμιάν, υποθέτω ότι αυτό θα σου συμβαίνει με

όλον τον κόσμο για όλη την υπόλοιπη ζωή σου.»

«Ναι, αλλά με τους γονείς σου είναι διαφορετικά. Είναι γονείς…»

«Ναι, είναι γονείς, όμως, τι εννοείς όταν λες ότι είναι διαφορετικά;»

«Επειδή είναι οι γονείς μου έχουν ορισμένη εξουσία.»

«Τι εξουσία;»

«Εξουσία επάνω μου.»

«Εσύ πια είσαι ενήλικος, Ντεμιάν, και κανένας δεν έχει πια εξουσία επάνω σου. Κανένας. Τουλάχιστον, κανένας δεν έχει περισσότερη εξουσία απ όση του παραχωρείς εσύ ο ίδιος.»

«Εγώ δεν τους παραχωρώ τίποτα.»

«Δεν φαίνεται να είναι έτσι.»

«Ναι, αλλά το σπίτι είναι δικό τους, με ταΐζουν, μου αγοράζουν ρούχα, πληρώνουν έξοδα για τις σπουδές μου, η μητέρα μου με πλένει, σιδερώνει, στρώνει το κρεβάτι μου… Όλα αυτά τους δίνουν δικαιώματα.»

«Κι εσύ δεν δουλεύεις;»

« Ναι, φυσικά και δουλεύω.»

«Ε, τότε; Καταλαβαίνω ότι μένεις στο σπίτι των γονιών σου εφόσον δεν έχεις την οικονομική δυνατότητα να πληρώσεις δικό σου. Όμως, σε όλα τα υπόλοιπα μπορείς να δώσεις μάχη για τη ανεξαρτησία σου. Ορισμένα πράγματα θα μπορούσες να τα κάνεις μόνος σου.»

«Μα πού το πας; Με θεωρείς άχρηστο, όπως η μάνα μου; Λες και το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο είναι να μάθεις να στρώνεις το κρεβάτι σου και να παρατήσεις όλα τ’ άλλα!»

«Όχι, δεν νομίζω. Όμως, εσύ απαιτείς ελευθερία και ανεξαρτησία.»

«Εγώ δεν θέλω ελευθερία και ανεξαρτησία για να μαγειρεύω το φαγητό μου, να στρώνω το κρεβάτι μου και να πλένω τα ρούχα μου. Εγώ θέλω να μην είμαι αναγκασμένος να ζητάω άδεια και να έχω το δικαίωμα να πω ό,τι θέλω και να κρατήσω για τον εαυτό μου τα υπόλοιπα.»

«Ίσως, Ντεμιάν, αυτές οι δύο ομάδες «ελευθεριών» να είναι αλληλοεξαρτώμενες.»

«Δε θέλω να πάψω να βλέπω τους γονείς μου.»

«Όχι, και βέβαια όχι. Όμως, εσύ διεκδικείς ορισμένα αποσπασματικά δικαιώματα από τη σημερινή σου κατάσταση και αποφεύγεις τις ευθύνες που προκύπτουν από αυτά τα δικαιώματα.»

«Μα θέλω εγώ να διαλέξω σε ποια ζητήματα θα ανεξαρτητοποιηθώ πρώτα και για ποια μπορώ να περιμένω λίγο.»

«Για να δούμε αν η ιστορία θα σε βοηθήσει να το ξεκαθαρίσεις.»

Ένας άνθρωπος ζήτησε μια φορά από το γείτονα του μια χύτρα δανεική. Ο ιδιοκτήτης της χύτρας δεν ήταν και πολύ φιλότιμος, αλλά ένιωσε υποχρεωμένος να του τη δώσει.

Ύστερα από τέσσερις μέρες, ο γείτονας δεν του είχε επιστρέψει τη χύτρα. Με πρόφαση ότι τη χρειαζόταν, πήγε να τη ζητήσει.

«Τώρα μόλις ετοιμαζόμουν να σου τη φέρω… Ήταν δύσκολη η γέννα!»

«Μα ποια γέννα;»

«Της χύτρας.»


«Α, δεν το ήξερες; Η χύτρα ήταν γκαστρωμένη.»


«Ναι. Απόψε το βράδυ απόκτησε οικογένεια. Γι’ αυτό ήθελε ανάπαυση. Τώρα, όμως, έχει σχεδόν συνέλθει.»

«Έχει συνέλθει;»

«Ναι. Ένα λεπτό παρακαλώ.»

Και μπήκε στο σπίτι. Βγήκε κρατώντας τη χύτρα, ένα κανατάκι κι ένα τηγάνι.

«Αυτά δεν είναι δικά μου. Μόνο η χύτρα.»

«Όχι, δικά σου είναι. Αφού η χύτρα είναι δική σου, είναι δικά σου και τα παιδιά της.»

Ο άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο γείτονας του ήταν θεότρελος. «Καλύτερα να πάω με τα νερά του», συλλογίστηκε. «Εντάξει, ευχαριστώ.»

«Παρακαλώ. Γεια.»

«Γεια χαρά.»

Και πήγε στο σπίτι του με τη χύτρα, το κανατάκι και το τηγάνι.

Το ίδιο απόγευμα, ο γείτονας του ξαναχτύπησε την πόρτα. «Γείτονα, μου δανείζεις ένα κατσαβίδι και μία πένσα;» 0 άνθρωπος τώρα ένιωθε περισσότερο υποχρεωμένος. «Ναι, φυσικά.»

Μπήκε στο σπίτι και βγήκε με την πένσα και το κατσαβίδι. Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και ήταν έτοιμος να πάει να πάρει πίσω τα πράγματα του, όταν ο γείτονας του χτύπησε την


«Α γείτονα. Εσύ το ήξερες;»

«Τι πράγμα;»

«Ότι το κατσαβίδι και η πένσα είναι ζευγάρι;»

«Μη μου το λες!» είπε ο άνθρωπος γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν το ήξερα.»

«Κοίταξε, ήταν δική μου απροσεξία. Τους άφησα μόνους για λίγο και η πένσα έμεινε έγκυος.»

«Η πένσα;»

«Η πένσα! Σου έφερα τα παιδιά της.»

Και ανοίγοντας ένα καλαθάκι, του έδωσε μερικές βίδες, παξιμάδια και καρφιά, που έλεγε ότι τα είχε γεννήσει η πένσα.

«Είναι παλαβός» σκέφτηκε ο άνθρωπος. Όμως, μερικές βίδες και καρφιά πάντα είναι χρήσιμα.

Πέρασαν δύο μέρες. Ο γείτονας που όλο ζητούσε ήρθε πάλι.

«Τις προάλλες» του είπε, «όταν σου έφερα την πένσα, είδα ότι έχεις πάνω στο τραπέζι σου μία ωραία χρυσή ανθοδόχη. Έχεις την καλοσύνη να μου τη δανείσεις γι’ απόψε το βράδυ;»

Άστραψαν τα μάτια του ιδιοκτήτη της ανθοδόχης.

«Φυσικά» είπε, με αδιαμφισβήτητη γενναιοδωρία. Και πήγε να φέρει την ανθοδόχη.

«Ευχαριστώ, γείτονα.»



Πέρασε η νύχτα εκείνη, πέρασε και η επόμενη και ο ιδιοκτήτης της ανθοδόχης δεν τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα για να τη ζητήσει. Ωστόσο, όταν πέρασε μια εβδομάδα δεν άντεξε άλλο και πήγε να ζητήσει το βάζο του.

«Η ανθοδόχη;» είπε ο γείτονας.

«Α! Δεν το έμαθες;»

«Όχι, τι πράγμα;»

«Πέθανε στη γέννα.»

«Τι θα πει πέθανε στη γέννα;»

«Ναι, η ανθοδόχη ήταν γκαστρωμένη, και πάνω στη γέννα πέθανε.»

«Άκουσε, για βλάκα με περνάς; Πώς είναι δυνατό να είναι γκαστρωμένο ένα χρυσό βάζο;»

«Κοίταξε, γείτονα. Δέχτηκες την εγκυμοσύνη και τη γέννα της χύτρας. Δέχτηκες επίσης το γάμο και τους απογόνους του κατσαβιδιού και της πένσας. Τώρα, γιατί δεν δέχεσαι την εγκυμοσύνη και το θάνατο της ανθοδόχης;»

«Κι εσύ, Ντεμιάν, μπορείς να διαλέξεις ό,τι θέλεις, όμως, δεν γίνεται να είσαι ανεξάρτητος σε ό,τι σε βολεύει και σε διευκολύνει, και να μην είσαι όταν σου κοστίζει.

»Οι απόψεις σου, η ελευθερία σου, η ανεξαρτησία σου και το αίσθημα ευθύνης πάνε μαζί στην πορεία της ανάπτυξης σου. Εσύ αποφασίζεις αν θα ενηλικιωθείς ή θα παραμείνεις παιδί.»

Χόρχε Μπουκάι


Ατεκνία: Γιατί η κοινωνία φοβάται τόσο τις γυναίκες που δεν έχουν παιδιά;

Μέσα στα τόσα αφιερώματα για την παγκόσμια ημέρα της γυναίκας, από τα οποία άλλα ήταν γεμάτα ευχές για εκείνη που είναι μάνα, αδερφή, σύντροφος, σύζυγος αλλά όχι μόνο γυναίκα, γιατί η αξία της άλλωστε έγκειται στον ποιο ρόλο έχει κι άλλα που υπήρξαν πράγματι ουσιώδη δίνοντας αφορμή για συζήτηση και προβληματισμό, έτυχε να πέσω πάνω στο παρακάτω βίντεο.
Επέλεξα να το υποτιτλίσω και να το μοιραστώ γιατί αγγίζει μια ιδιαίτερα ευαίσθητη χορδή της υποκριτικής κοινωνίας μέσα στην οποία ζούμε.

Αν και η ίδια έχω παιδιά και θα μπορούσε κάποιος /α να σκεφτεί ότι μιλάω εκ του ασφαλούς, όπως έχω άλλωστε ακούσει αρκετές φορές αγγίζοντας το συγκεκριμένο θέμα, θυμάμαι ακόμη εκεί γύρω στα 30 τις αγωνιώδεις ερωτήσεις του οικογενειακού αλλά και κοινωνικού μου περιγύρου, για το πότε σκοπεύω να κάνω παιδιά, θυμάμαι ακόμη το ενδόμυχο και απροσδιόριστο άγχος, όταν μάθαινα ότι γνωστές συνομιλήκες μου είχαν ήδη αποκτήσει παιδί. Κι ενώ κάθε μου λογική σκέψη απείχε και αντιδρούσε σε αυτά τα στερεότυπα, προσπαθώντας να αποτινάξει την επί έτη γαλούχηση ότι ο τελικός σκοπός μιας γυναίκας είναι μόνο η μητρότητα, μια αυθόρμητη εσωτερική ανησυχία συχνά πυκνά έβρισκε έδαφος επιβεβαιώνοντας πόσο ριζωμένες μέσα μας είναι οι στερεοτυπικές προσταγές της κοινωνίας ως προς το φύλο μας.

Βλέποντας το βίντεο σκέφτηκα αρκετές φίλες και γνωστές που δεν έχουν παιδιά, άλλες που προσπαθούν απεγνωσμένα να αποκτήσουν χωρίς να ξέρουν οι ίδιες, αν όντως το επιθυμούν, αλλά προσαρμόζονται και θεωρούν δικό τους θέλω, τα θέλω μιας κοινωνίας  που μας διαμορφώνει με τέτοιο τρόπο, ώστε να θεωρούμαστε μη ολοκληρωμένες γυναίκες, μισοί άνθρωποι, αν τυχόν επιλέξουμε ή δεν μπορεσουμε ν’αποκτήσουμε παιδιά. Μέσα στο άγχος και την ανασφάλεια, τη ντροπή πολλές φορές, να ξεστομίσεις όταν είσαι 40 χρονών την απλή φράση «όχι δεν έχω παιδιά».

Με το βιολογικό ρολόι να χτυπαει πάνω από το κεφάλι μας όταν πατήσουμε τα 30, με γονείς, γνωστούς, συντρόφους, φίλους, να επιμένουν άλλοι απροκάλυπτα και προσβλητικά, άλλοι ψιθυρίζοντας με συνωμοτικό ύφος, ότι δεν έχουμε πολύ χρόνο ακόμη να βιώσουμε την ολοκλήρωση ως γυναίκες. «Βρες κάποιον να κάνεις παιδιά, μη ζητάς πολλά».

Έχω δει γυναίκες να πέφτουν σε κατάθλιψη, επειδή δεν κατάφεραν να κάνουν παιδί, έχω δει γυναίκες να κάνουν απίστευτους συμβιβασμούς και εκπτώσεις στην προσωπική τους ζωή μόνο και μόνο για να αποκτήσουν ταίρι, ώστε να μπορέσουν να κάνουν παιδιά. Έχω συναντήσει γυναίκες που ενώ επιλέγουν συνειδητά ότι δεν θελουν να γίνουν μητέρες να αντιμετωπίζουν τις πιο σκληρές κριτικές, τα πιο ευτελή σχόλια.

Το παρακάτω βίντεο αφιερωμένο στις γυναίκες που πέρασαν ένα μεγάλο κομμάτι της ζωής τους σε κρεβάτια νοσοκομείων προσπαθώντας με εξωσωματικές να κάνουν παιδιά νιώθοντας τη σπάθα της κοινωνίας πάνω από τα κεφάλια τους. Βλέποντας το σώμα τους ν’αλλάζει έχοντας υποστεί κάθε πιθανή ιατρική παρέμβαση, ορμόνες επί ορμόνων να μπαίνουν στο σώμα τους και να θεωρείται όλη αυτή η διαδικασία απολύτως φυσιολογική.

Σ’εκείνες που πέρασαν βράδια κλαίγοντας προσπαθώντας να συνταιριάξουν τα πρέπει μιας κοινωνίας με τα θέλω τους, σ’εκείνες που τελικά στάθηκαν όρθιες και είπαν όχι στην κοινωνική αυτή προσταγή εφόσον δεν την επιθυμούσαν, αλλά και σ’εκείνες που πιθανόν υπέκυψαν για να ικανοποιήσουν συντρόφους και γονείς.

Σε εκείνες που επέλεξαν ελεύθερα να κάνουν παιδιά χωρίς να τα θεωρούν συμπλήρωμά τους, αποφεύγοντας να τα κάνουν δεκανίκια τους, μα κυρίως σε εκείνες που δεν έχουν παιδιά και παλεύουν καθημερινά για να μην θεωρούνται κατώτερες, άκληρες, ανολοκλήρωτες, μισές.

Σύλβια Βαρνάβα

Πατήστε στο σύνδεσμο : Ατεκνία: Γιατί η κοινωνία φοβάται τόσο τις γυναίκες που δεν έχουν παιδιά; να μπείτε στο αρχικό άρθρο όπου ο σχολιασμός από πολλές γυναίκες παρουσιάζει τεράστιο ενδιαφέρον!

Η ζωή που δεν έζησαν

Τίποτα δεν ασκεί ισχυρότερο ψυχικό φορτίο στο περιβάλλον και ειδικά στα παιδιά, από τη ζωή που δεν έζησαν οι γονείς του.

Η κοινωνία μας πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ψυχικής υγείας σαν πρόβλημα όλων

Η πρωθυπουργός της ΒρεταννίαςTheresa May ανέβασε το παρακάτω άρθρο για την προτεραιότητα της ψυχικής υγείας! Πρόκειται για αξιοσημείωτο γεγονός απλά και μόνο λόγω της θέσης της! Αξίζει να διαβαστεί με προσοχή και να αποτελέσει παράδειγμα για τους πολιτικούς παγκοσμίως!

Είναι τραγικό το γεγονός ότι ένα στα δέκα παιδιά σε αυτή τη χώρα πάσχει από ένα πρόβλημα ψυχικής υγείας που δύναται να διαγνωσθεί.

Οι μακροπρόθεσμες συνέπειες μπορεί να είναι καίριες: παιδιά με συμπεριφορικές διαταραχές έχουν τέσσερις φορές περισσότερες πιθανότητες να αποκτήσει εξάρτηση από τα ναρκωτικά, έξι φορές περισσότερες πιθανότητες να πεθάνουν πριν τα 30 τους και 20 φορές περισσότερες πιθανότητες να καταλήξουν στη φυλακή.

Παρότι αυτή η κυβέρνηση νομοθέτησε υπέρ της ισότητας στην υγεία -ώστε αν πάσχεις είτε από φυσική, είτε ψυχική ασθένεια, να έχεις την ίδια μεταχείριση- πολύ συχνά η αντιμετώπιση για τα άτομα με ψυχική ασθένεια είναι ανεπαρκής.

Για χρόνια το μεγάλο βάρος είχε αναλάβει η κοινωνία, οι φιλανθρωπικές οργανώσεις και τα ΜΜΕ -και επικροτώ όλη τη δουλειά που έχει κάνει η Huffington Post για να ενημερώσει την κοινή γνώμη μέσα από την ενότητα Young Minds Matter.

Είναι όμως η ώρα να κάνει περισσότερα και η κυβέρνηση – να ενώσει τις δυνάμεις με τη Huffington Post και άλλες εκστρατείες στην καταπολέμηση ενός φαινομένου που διαλύει τις ζωές τόσων πολλών νέων ανθρώπων.

Η ανάγκη είναι επείγουσα: για παράδειγμα, ο αριθμός των κοριτσιών που λένε πως αυτοτραυματίζονται έχει τουλάχιστον τριπλασιαστεί τα τελευταία χρόνια.

Για αυτό τόνισα το θέμα της ψυχικής υγείας στη διάρκεια της ομιλίας μου στη Downing Street, την πρώτη μου φορά ως Πρωθυπουργός.

Για αυτό και σήμερα ανακοινώνω μια αλλαγή στρατηγικής στον τρόπο που αντιμετωπίζουμε αυτά τα θέματα.

Θέλω να δω να γίνεται πράξη η αντιμετώπιση της ψυχικής υγείας όχι μόνο στα νοσοκομεία μας, αλλά στις τάξεις των σχολείων μας και τις κοινότητές μας. Θέλω να φτάσουμε στο σημείο να εξαφανίσουμε το στίγμα, ώστε κανείς σε αυτή τη χώρα να μη νιώθει ότι δεν έχει τη βοήθεια να μιλήσει για το τι περνάει ή να ζητήσει βοήθεια.

Θέλω να δω μια στόχευση τόσο στην πρόληψη όσο και στη θεραπεία, κυρίως αφού τόσα πολλά θέματα ψυχικής υγείας που αντιμετωπίζουμε ως ενήλικες -και που ένας στους τέσσερις από εμάς θα αντιμετωπίσει ούτως ή άλλως στο μέλλον – ξεκινούν από την παιδική ηλικία.

Είναι θέμα ευρύτερης προσέγγισης το να το αντιμετωπίσουμε τις τρομερές αδικίες που αντιμετωπίζουμε σαν κοινωνία και να χτίσουμε μια πιο ισχυρή και πιο δίκαιη Βρετανία, που θα τους ικανοποιεί όλους.

Διότι κανένας γονέας δε θα πρέπει να νιώθει αβοήθητος όταν βλέπει το παιδί του να υποφέρει. Κανένας εκπαιδευτικός δε θα πρέπει να νιώθει ότι δεν έχει τα μέσα να αντιμετωπίσει ένα μαθητή που αντιμετωπίζει προβλήματα. Κανένας έφηβος δε θα πρέπει να αφήνει την περιοχή του προς αναζήτηση της κατάλληλης αντιμετώπισης. Δεν πρέπει να αφήουμε κανένα παιδί να νιώθει πως η ζωή του δεν έχει κανένα νόημα.

Τα προβλήματα ψυχικής υγείας είναι προβλήματα όλων. Σαν κοινωνία πρέπει να το καταλάβουμε. Και οι ανακοινώσεις που κάνω σήμερα, θα διασφαλίσουν ότι θα το πετύχουμε.

*Το άρθρο δημοσιεύθηκε στη Huffington Post UK και μεταφράστηκε στα ελληνικά.

Η κοινωνία μας πρέπει να αντιμετωπίσει το πρόβλημα ψυχικής υγείας σαν πρόβλημα όλων

Συναισθηματική Καταστολή

Ζούμε σε μια κοινωνία που όχι μόνο δυσκολεύεται να εκφράσει τα συναισθήματα, αλλά πολύ συχνά δεν τα εκφράζει καθόλου. Εντούτοις για πολλούς ανθρώπους αποτελεί κοινό πρότυπο συμπεριφοράς η “εκτός ελέγχου” εκδήλωση συναισθημάτων με συνήθως επιβλαβή τρόπο. Γενικά η μετάφραση και η διαχείριση των συναισθημάτων από το άτομο δεν έχει τύχει κατάλληλης προσοχής και εκπαίδευσης στην εποχή μας. Η συναισθηματική υγεία είναι εξίσου σημαντική με την σωματική μας υγεία, καθιστώντας τη συναισθηματική νοημοσύνη ζωτικής σημασίας. Μεσω αυτής κατανοούμε τον εαυτό μας, χτίζουμε αυτοπεποίθηση και σχετιζόμαστε με ενσυναίσθηση.