«Ημουν χαμένος σε εικονικό κόσμο»

Για να έρθει στη συνάντησή μας, χρειάστηκε να μπει στο μετρό. Μέσα στο βαγόνι έσκυψε το κεφάλι. Προσπάθησε να εστιάσει στο πάτωμα, σε κάποιο χρώμα, σε οτιδήποτε θα του αποσπούσε την προσοχή, γιατί δεν άντεχε τόσο κόσμο ολόγυρα. Βγαίνει από το σπίτι του δύο φορές την εβδομάδα. Δεν μπορεί παραπάνω. Λέει ότι αλλιώς νιώθει πίεση, ότι έχει ταχυπαλμίες. Επί χρόνια, του ήταν αφόρητο να απομακρυνθεί ακόμη και από το δωμάτιό του. Παρέμενε εκεί, άυπνος μπροστά στην οθόνη του υπολογιστή, βυθισμένος σε κάποιο διαδικτυακό παιχνίδι.

«Αν κάτσω ακίνητος, δεν νιώθω το πέρασμα του χρόνου. Εχει χαθεί αυτή η αίσθηση. Και ξεχνάω εύκολα. Ο,τι δεν έχει σχέση με το gaming δεν ενδιαφέρει το μυαλό μου, το διαγράφω», λέει ο Θανάσης. Είναι 28 ετών, έχει αραιό μούσι και φοράει γυαλιά μυωπίας με λεπτό μεταλλικό σκελετό. Συναντιόμαστε στα γραφεία του Τμήματος Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου της μονάδας απεξάρτησης «18 Ανω», όπου είναι θεραπευόμενος. Δέχεται να μιλήσει με μόνη παράκληση να μη δημοσιευθεί το πραγματικό όνομά του.

Η πρώτη επαφή του με τα ηλεκτρονικά παιχνίδια ήταν σε παιδική ηλικία με τις κονσόλες Amiga και Playstation. Τότε αφιέρωνε το πολύ τέσσερις ώρες την ημέρα σε αυτή την ασχολία. «Το Ιντερνετ με έβαλε περισσότερο στο τριπάκι», λέει. Τα μαζικά διαδικτυακά παιχνίδια πολλαπλών παικτών (MMORPG), όπως τα δημοφιλή World of Warcraft (WoW) και League of Legends (LoL), σταδιακά τον απορροφούσαν όλο και περισσότερο. «Είχα μπει σε “πρόγραμμα”», λέει και περιγράφει μια καθημερινότητα που περιελάμβανε έως και 20 ώρες σχεδόν αδιάλειπτου παιχνιδιού με μικρές παύσεις για ύπνο.

Φαύλος κύκλος

Στην πορεία, έμεινε χωρίς παρέες γιατί όποτε έβγαινε για καφέ μιλούσε για όσα γίνονταν στον εικονικό κόσμο – κάτι που δεν ενδιέφερε τους φίλους του. Διέκοψε τις σπουδές του και τα τελευταία έξι χρόνια δεν είχε σχέση, δεν έχει πάει στον κινηματογράφο, δεν έχει κάνει διακοπές. Ελειψε μόνο δύο φορές από την Αθήνα για δύο εβδομάδες συνολικά, όταν επισκέφθηκε σε άλλη πόλη παίκτες που είχε γνωρίσει στο διαδικτυακό παιχνίδι Lineage. Και τότε πάντως δεν έμεινε μακριά από υπολογιστή. «Επαιζα γιατί ήθελα την ευχαρίστηση, την έξοδο. Αλλά δεν έπαιρνα αυτό. Οταν τελείωνε το παιχνίδι, αισθανόμουν άσχημα. Το ένιωθα σαν ανάγκη ότι έπρεπε να ξαναπαίξω», λέει περιγράφοντας ουσιαστικά τον φαύλο κύκλο της εξάρτησης.

Πρόσφατα ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας αναγνώρισε τον εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια ως διαταραχή της διανοητικής υγείας. Ο δρ Πέτρος Λεβούνης, επικεφαλής του ψυχιατρικού τμήματος του Πανεπιστήμιου Rutgers στο Νιου Τζέρσεϊ και ειδικός σε θέματα εξαρτήσεων, εξηγεί στην «Κ» ότι αυτή η εξέλιξη θα βοηθήσει την ιατρική έρευνα, τα διαγνωστικά μοντέλα αλλά και τη θεραπεία των ασθενών. Πριν από δέκα χρόνια στη Νέα Υόρκη, κατά τη διάρκεια μιας επιδημίας χρήσης κρυσταλλικής μεθαμφεταμίνης, ο κ. Λεβούνης διαπίστωσε ότι αρκετοί ασθενείς εμφάνιζαν και καταναγκαστική σεξουαλική συμπεριφορά. Στράφηκε τότε στη μελέτη των συμπεριφορικών εξαρτήσεων και δέχθηκε έπειτα τους πρώτους ασθενείς με εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια. Τα σύνδρομα στέρησης που είχαν (άγχος, δυσφορία και διαταραχές ύπνου, μεταξύ άλλων) θύμιζαν αυτά των εξαρτημένων από ουσίες όπως η κοκαΐνη.


Η ψηφιακή επικοινωνία με παίκτες σε άλλες χώρες παρέχει στους εξαρτημένους μια ψευδαίσθηση κοινωνικότητας.

Και στην Ελλάδα οι ειδικοί αντιλήφθηκαν σταδιακά τις διαστάσεις του προβλήματος. Το 2008, το Κέντρο Θεραπείας Εξαρτημένων Ατόμων (ΚΕΘΕΑ) είχε μια ομάδα έγκαιρης παρέμβασης για εφήβους χρήστες κάνναβης. Διαπιστώθηκε όμως ότι οι ανήλικοι που συμμετείχαν τότε στο πρόγραμμα εμφάνιζαν κυρίως εξάρτηση από τα ηλεκτρονικά παιχνίδια. Την τελευταία εξαετία, 125 έφηβοι και περίπου 350 γονείς έχουν απευθυνθεί στη Μονάδα Εγκαιρης Παρέμβασης της Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου του ΚΕΘΕΑ. Αυτή την περίοδο οκτώ παιδιά και 35 γονείς δέχονται συμβουλευτική, ενώ άλλοι 22 γονείς αναμένουν τη σειρά τους για ραντεβού.

Πότε όμως κάποιος θεωρείται εθισμένος στα βιντεοπαιχνίδια; Η Αναστασία Βλαχογεωργάκη, σύμβουλος εξαρτήσεων και θεραπεύτρια οικογένειας στο ΚΕΘΕΑ, εξηγεί στην «Κ» ότι η χρήση θεωρείται υπερβολική όταν ο παίκτης δεν είναι πλέον λειτουργικός στην υπόλοιπη ζωή του, όταν υπάρχει μια μονοδιάστατη ενασχόληση.

«Δεν σημαίνει ότι όποιος παίζει κάποιο ηλεκτρονικό παιχνίδι θα εθιστεί. Πάρα πολύ κόσμος παίζει. Γι’ αυτό δίνουμε έμφαση και στα προβλήματα που μπορεί να υπάρχουν πίσω από τον εθισμό», λέει η ψυχίατρος Στέλλα Χρηστίδη, επιστημονική υπεύθυνος στο Τμήμα Προβληματικής Χρήσης Διαδικτύου του «18 Ανω», που ανήκει διοικητικά στο Ψυχιατρικό Νοσοκομείο Αττικής.

Το «18 Ανω» δέχεται ενηλίκους. Περιστατικά που έχουν χρονίσει και συχνά εμφανίζουν προϋπάρχουσα ή συνυπάρχουσα ψυχοπαθολογία. Το άγχος, η κατάθλιψη, σε κάποιες περιπτώσεις και οι μαθησιακές δυσκολίες, συναντώνται σε εξαρτημένους από βιντεοπαιχνίδια. Ακόμη και η διαταραχή ελλειμματικής προσοχής μπορεί να θεωρηθεί από κάποιους ειδικούς προδιαθεσικός παράγοντας. Η κ. Χρηστίδη αναφέρει ότι ορισμένοι θεραπευόμενοι διηγούνται και παλιές εμπειρίες σχολικού εκφοβισμού. «Δυσκολεύονται να ανταποκριθούν στην πραγματικότητα και απομονώνονται στο σπίτι», λέει.

Η ενημέρωση

Για τον 28χρονο Θανάση όλα μπορεί να είχαν εξελιχθεί διαφορετικά εάν, όπως λέει, υπήρχε σχετική ενημέρωση για την πιθανότητα εξάρτησης από τα βιντεοπαιχνίδια ή τους τρόπους αντιμετώπισης όσο ήταν ακόμη παιδί.

Η Αναστασία Βλαχογεωργάκη από τη μονάδα του ΚΕΘΕΑ που ειδικεύεται σε παιδιά και εφήβους λέει ότι οι γονείς δεν πρέπει να βάζουν ταμπέλες. Δεν ωφελεί να τους λένε: «Είσαι εξαρτημένος». Αυτή την περίοδο, λόγω καλοκαιριού και περισσότερου ελεύθερου χρόνου, αυξάνονται τα αιτήματα που δέχεται από γονείς καθώς ανησυχούν για υποτροπή των παιδιών στην υπερβολική χρήση διαδικτυακών παιχνιδιών. «Χρειάζεται ήρεμη και συνεπής αντιμετώπιση. Να τροφοδοτούν τα παιδιά με άλλες δραστηριότητες», λέει.

Στα δέκα χρόνια που παρακολουθεί στις ΗΠΑ το θέμα του εθισμού στο gaming, ο ψυχίατρος Πέτρος Λεβούνης δέχεται πιο συχνά ενηλίκους ασθενείς που υποστηρίζουν χωρίς δισταγμό ότι πάσχουν από αυτή την εξάρτηση. Μπορεί όμως να μην είναι αυτό το βασικό θέμα που τους βασανίζει. «Νιώθουν αγχωμένοι, δυστυχισμένοι και μπορεί να ψάχνουν για οτιδήποτε ενδέχεται να εξηγήσει καλύτερα την κατάστασή τους», λέει και φέρνει ως παράδειγμα την περίπτωση 18χρονου ασθενούς του. Οι γονείς του θεωρούσαν ότι πάσχει από εθισμό στα βιντεοπαιχνίδια λόγω της πολύωρης ενασχόλησής του με αυτά. Ο έφηβος όμως διαγνώστηκε με σχιζοφρενική διαταραχή και έλαβε ειδική αγωγή.

Τα δύσκολα βήματα επιστροφής στην πραγματικότητα…

Αυτή την περίοδο στο «18 Ανω» παρακολουθούνται 30 ενήλικες για την προβληματική χρήση του Διαδικτύου. Ολοι είναι άντρες, όπως συχνά συμβαίνει στην εξάρτηση από τα βιντεοπαιχνίδια. «Ο χρήστης έχει χάσει πια τον έλεγχο, παίζει περισσότερο από όσο έχει σχεδιάσει και αυτό γίνεται προτεραιότητα εις βάρος άλλων δραστηριοτήτων. Μπορεί να γνωρίζει ή να βλέπει τις αρνητικές συνέπειες αλλά δεν μπορεί να σταματήσει», λέει η ψυχίατρος Στέλλα Χρηστίδη.

Σε αυτή τη θέση είχε βρεθεί παλιότερα και ο 35χρονος σήμερα Επαμεινώνδας. Στα φοιτητικά του χρόνια είχε περάσει έξι μήνες κλεισμένος στο σπίτι. Είχε τυπική επικοινωνία με τους γονείς του, συμπλήρωνε δύο ή τρεις ημέρες άυπνος, έτρωγε μόνο πρόχειρο φαγητό. Για τον ίδιο αφετηρία της κατάχρησης ήταν οι νέες δυνατότητες που παρείχε το Διαδίκτυο. «Οσο και να έπαιζες Super Mario κάποτε θα τελείωνε. Πόσες φορές να το τερματίσεις; Το βάζεις στο ράφι και περιμένεις να βγει το επόμενο», λέει αναφερόμενος στο δημοφιλές παιχνίδι της Nintendo. «Ολα τα παιχνίδια παλιά είχαν αρχή και τέλος. Τίτλοι όμως όπως το World of Warcraft δεν τελειώνουν ποτέ», επισημαίνει.


Τα μαζικά διαδικτυακά παιχνίδια πολλαπλών παικτών (MMORPG), όπως αυτό στη φωτογραφία, είναι ιδιαίτερα δημοφιλή μεταξύ των εθισμένων στο gaming.

Επιβαρυντικά μπορεί να λειτουργεί πλέον και το γεγονός ότι με την εξάπλωση της χρήσης των smartphones όλα βρίσκονται «ένα κλικ μακριά». Ο ψυχίατρος Πέτρος Λεβούνης εξηγεί ότι για κάποιους ειδικούς παίζει ρόλο στον εθισμό και η δομή των βιντεοπαιχνιδιών. Σύμφωνα με αυτή τη θεωρία τα παιχνίδια έχουν γίνει πιο δύσκολα. Η επιβράβευση του χρήστη δεν είναι δεδομένη, ούτε προκύπτει άμεσα μόλις ανοίξει μια εφαρμογή, προκαλώντας αδημονία στον παίκτη.

Με τον καιρό ο Επαμεινώνδας κατάφερε έως έναν βαθμό να οριοθετήσει τον χρόνο που δαπανά στα διαδικτυακά παιχνίδια. Τελείωσε τις σπουδές του με αντικείμενο την Πληροφορική, βρήκε εργασία και διατήρησε τις παρέες του παρότι καθημερινά περνούσε οκτώ ώρες καθηλωμένος σε μια οθόνη, παίζοντας. Οταν όμως απέκτησε δική του οικογένεια διαπίστωσε ότι και αυτός ο χρόνος ήταν υπερβολικός. «Για εμένα υπήρχαν δύο κόσμοι. Τότε στα μάτια πολλών ήμουν φυσιολογικός, χωρίς να ξέρουν ότι τα βράδια συνήθως με απασχολούσε και αυτό το κομμάτι», αναφέρει ο Επαμεινώνδας. «Το gaming είναι κουραστικό. Οταν φτάσεις στα 30 και δεν κοιμηθείς δύο συνεχόμενα βράδια δύσκολα θα συνέλθεις την τρίτη μέρα. Ακόμα και η εγχείρηση που έκανα στη μέση οφείλεται στην έντονη καθιστική ζωή που είχα».

Πώς αντιμετωπίζεται όμως αυτή η εξάρτηση; Ολοι οι ειδικοί που μίλησαν στην «Κ» λένε ότι βασικό εργαλείο κατά του εθισμού είναι η ψυχοθεραπεία. Σε ορισμένες περιπτώσεις ανάλογα με συνυπάρχουσες ψυχικές ασθένειες μπορεί να γίνει και χρήση φαρμακευτικής αγωγής. Ο κ. Λεβούνης θυμάται την περίπτωση ενός ασθενούς του που εργαζόταν ως μάνατζερ εστιατορίου στη Νέα Υόρκη. «Δαπανούσε 25 με 30 ώρες την εβδομάδα στο gaming – πέρα από τις ώρες που αφιέρωνε στο να το σκέφτεται. Εκρυβε αυτή την ενασχόλησή του από συναδέλφους και συγγενείς. Αποφάσισε να μεταναστεύσει στο Λονδίνο – παρότι αυτά τα παιχνίδια είναι προσβάσιμα διεθνώς. Ηθελε να έρθει σε ρήξη με τον τρόπο ζωής του, με τη ρουτίνα που είχε διαμορφώσει», περιγράφει.

Η κ. Χρηστίδη εξηγεί ότι στόχος των προγραμμάτων απεξάρτησης δεν είναι να σταματήσει η χρήση του υπολογιστή από τον θεραπευόμενο. Αλλωστε, οι υπολογιστές είναι εργαλείο και μέρος της ζωής μας. Στόχος είναι να μη χρησιμοποιούνται για διαδικτυακά παιχνίδια.

Μάχη να κρατηθούν μακριά

Ο Επαμεινώνδας, θεραπευόμενος και αυτός στο 18 Ανω, δεν έχει αφιερώσει ούτε ένα λεπτό στο gaming από τον Ιανουάριο. «Είπαμε να το δοκιμάσουμε για μία εβδομάδα και έχουν συμπληρωθεί μήνες», αναφέρει όταν συναντιόμαστε στα γραφεία της μονάδας. Είναι ψηλός, με ήρεμο λόγο και φοράει μια μπλούζα με το σήμα του Flash, του σούπερ ήρωα των κόμικς της DC. Αναζητά τώρα εναλλακτικές δραστηριότητες για να γεμίσει τον ελεύθερο χρόνο του.

Αντίστοιχα ο 28χρονος Θανάσης προσπαθεί να μετριάσει τη χρήση διαδικτυακών παιχνιδιών. Κοιμάται περισσότερο και μόλις ξυπνήσει δεν θα συνδεθεί αμέσως στον υπολογιστή, αλλά θα μιλήσει με τους γονείς του, θα βοηθήσει στις δουλειές του σπιτιού. Πλέον δεν τρώει στο δωμάτιό του, αλλά στην κουζίνα. Το μεσημέρι που συναντιόμαστε έχει ήδη κλείσει πέντε ώρες εκτός οποιουδήποτε διαδικτυακού παιχνιδιού.

«Εχω φτάσει 28 χρόνων και δεν έχω κάνει κάτι και με φοβίζει αυτό. Μέχρι πότε θα μπορούν να με συντηρήσουν οι γονείς μου;». Θυμάται ότι υπήρχαν ημέρες που μιλούσε μόνο αγγλικά. Αυτή η ψηφιακή επικοινωνία με άλλους χρήστες των ίδιων παιχνιδιών διεθνώς του παρείχε μια ψευδαίσθηση κοινωνικότητας. Παρέμενε όμως μόνος του, στο δωμάτιό του. «Δεν ζούσα στην Ελλάδα. Ημουν χαμένος σε έναν εικονικό κόσμο», λέει. «Αλλοι λένε ότι θέλουν να αποκτήσουν χρήματα, ή να κάνουν πολλά ταξίδια. Εγώ δεν είχα στόχο, γενικά. Ούτε να παίζω μέχρι να πεθάνω ήθελα, που λέει ο λόγος. Πρόσφατα άρχισα να σκέφτομαι για στόχους. Θέλω να τελειώσω τη θεραπεία, να πιάσω μια δουλειά, να αποκτήσω δική μου οικογένεια».

Από «Καθημερινή»

Βλέπε και Εθισμός στο διαδίκτυο (ίντερνετ)

Περιβάλλον, τραύμα, επιγενετική & ψυχοθεραπεία

Η θεωρία του Γάλλου φυσιοδίφη και εξελικτικού βιολόγου Λαμάρκ (1744-1829) (βλέπε εικόνα) περί κληρονομικότητας των επίκτητων χαρακτηριστικών φαίνεται ότι βαίνει προς επιβεβαίωση 3 αιώνες περίπου μετά με τη θεωρία της επιγενετικής.

Eπιγενετική είναι η μελέτη λειτουργικά σταθερών και κάποτε κληρονομικών αλλαγών στην έκφραση γονιδίων ή κυτταρικού φαινοτύπου (Μεθυλίωση DNA , τροποποίηση της ιστόνης, miRNA) που συμβαίνει χωρίς μεταβολές στα ζεύγη βάσεων του DNA. Με άλλα λόγια, η επιγενετική συνεπάγεται λειτουργικές αλλαγές στο γονίδιο χωρίς αλλαγές αλληλουχίας. Κάθε είδους περιβαλλοντική αλλαγή (θετική είτε αρνητική) επιδρώντας στο DNA και άρα στη σύνθεση πρωτεινών, μπορεί δυνητικά να συμβάλλει στην εκδήλωση φαινοτυπικών αλλαγών στο άτομο.

Μερικές επιγενετικές αλλαγές φαίνεται ότι κληρονομούνται στους απογόνους. Επιπλέον κάποιες φαίνεται ότι είναι αναστρέψιμες. Το πεδίο της έρευνας είναι τεράστιο, μακρύ και υποσχόμενο.

Προς απλοποίηση του νοήματος και προς εξειδίκευσή του στην ψυχική διαταραχή ας πούμε το εξής. Η επίδραση του περιβάλλοντος δύναται να εμφανιστεί με διάφορους τρόπους. Ενας από αυτούς είναι ο ψυχικός τραυματισμός, ο οποίος ξέρουμε οτι δεν εκδηλώνεται αποκλειστικά σε άτομα με κληρονομική προδιάθεση. Άρα αυτό μπορεί να οφείλεται σε επιγενετικές αλλαγές.

Με μια λέξη μπορούμε να συνοψίσουμε τι μπορεί να προκαλέσει ψυχικό τραύμα και αυτή είναι η βία. Κάθε είδους βία που θα δεχτεί το άτομο σε οποιαδήποτε ηλικία και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εντός της οικογένειας, του σχολείου, της εργασίας, του κοινωνικού περίγυρου, της χώρας του που θα εκφραστεί κυρίως με

  • Απώλεια
  • Εκφοβισμό
  • Γονεϊκή αδιαφορία – απόρριψη
  • Σωματική-σεξουαλική-λεκτική-συναισθηματική κακοποίηση
  • Στιγματισμό-ρατσισμό
  • Κοινωνικοοικονομική αποσάρθρωση (π.χ. φτωχοποίηση)
  • Πόλεμο

Η αντιμετώπιση των σχετιζόμενων με τραύμα διαταραχών όπως η μετατραυματική διαταραχή στρες, η αντιδραστική κατάθλιψη, κάποιες διαταραχές προσωπικότητας κ.α. βασίζεται σε μεγάλο βαθμό στην ψυχοθεραπεία. Πιο γενικά η ψυχοθεραπεία είναι καθιερωμένος τρόπος θεραπείας των ψυχικών διαταραχών με  αποτελεσματικότητα που ποικίλλει, αλλά πάντως υπαρκτή και αποδεδειγμένη. Η επιγενετική έρχεται να προσφέρει μια πολύ πιθανή εξήγηση στο πώς διαμεσολαβείται το θεραπευτικό αποτέλεσμα στην ψυχοθεραπεία.

Ενδεικτικά παρατίθενται κάποιες σχετικές έρευνες

The Effects of Trauma, with or without PTSD, on the Transgenerational DNA Methylation Alterations in Human Offsprings

Role of Epigenetics in Biology and Human Diseases

Epigenetic regulation of the BDNF gene: implications for psychiatric disorders

Response to psychotherapy in borderline personality disorder and methylation status of the BDNF gene

The Era of Epigenetics: Therapy Influencing Gene Expression

Epigenetic and Neural Circuitry Landscape of Psychotherapeutic Interventions

Σπύρος Καλημέρης

 

 

 

Ισχύει? Απόδειξη

Acceptance without proof is the fundamental characteristic

science replaces private prejudice

People wrap themselves in their beliefs

In order to disprove the assertion that

Deviner avant de démontrer! Ai-je besoin

Το θέμα της επιστημονικής αποδειξιμότητας (provability) ή μη πεποιθήσεων, θεωριών, ερμηνειών, κλινικών παρατηρήσεων, γεγονότων αποτελεί κατά τη γνώμη μου ένα πολύ ενδιαφέρον φαινόμενο και υποψήφιο για το fallacy που ονομάζεται black or white thinking.

Από τη μια πλευρά είναι δεδομένο οτι η επιστημονική απόδειξη/επιβεβαίωση είναι μείζονος σημασίας και αναγκαία προυπόθεση για την ίδια την εξέλιξη του ανθρώπινου είδους. Στην ιατρική για παράδειγμα το να βρεις οτι το Α προκαλεί το Β με επιστημονικά δεδομένα δίνει τη δυνατότητα να προχωρήσεις στην ανεύρεση θεραπείας για το Α ώστε να μην προκαλεί το Β (βέβαια έχει εντοπιστεί και αναδειχθεί από μερίδα της επιστημονικής κοινότητας διαβλητότητα στη μεθοδολογία ορισμένων ερευνών, με αποτέλεσμα την αμφισβήτηση των αποδεικτικών στοιχείων και ενίοτε της αξιοπιστίας τους). Επιπλέον αποτελεί ανθρώπινη μάστιγα ανά τους αιώνες η άκριτη προσκόλληση σε αβάσιμες ερμηνείες, σε μαγικούς τρόπους σκέψης, σε αυθαίρετες δογματικές αντιλήψεις.

Από τη άλλη πιστεύω οτι χρειάζεται προσοχή από μερίδα επιστημόνων στο να μη γίνεται το κυνήγι αποδείξεων μια εμμονή τόσο εκτεταμένη που οτιδήποτε μη αποδείξιμο να καθίσταται μη αποδεκτό. Ο τρόπος σκέψης αυτός είναι από τη φύση του περιοριστικός διότι αφαιρεί από τον επιστημονικό ρεπερτόριο χρήσιμες και δημιουργικές ιδιότητες όπως η οξεία παρατηρητικότητα, η αξιωματική θεώρηση, η επαγωγική σκέψη, η διαισθητική αντίληψη. Το θέμα είναι βέβαια να μπορεί κανείς να διαθέτει τις ιδιότητες αυτές. Επιπλέον η μεγάλη έμφαση στη μη αποδειξιμότητα μιας παρατήρησης την ώρα που η παρατήρηση αυτή εμπειρικά δείχνει θετικά αποτελέσματα, θα μπορούσε να δίνει πάτημα στην κακόβουλη αμφισβήτηση της εγκυρότητας αυτής από συγκεκριμένες οπισθοδρομικές ομάδες. Το φαινόμενο αυτό παρατηρείται ιδιαιτέρως στην ψυχιατρική.

Υποστηρίζω οτι ο επιστήμονας θα πρέπει να μπορεί να μετακινείται ευέλικτα ανάμεσα στα δύο αυτά state of mind για να είναι όσο το δυνατόν πιο αποτελεσματικός.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Η ψυχική διαταραχή είναι πολύ πιο συνηθισμένη απ’ότι ξέραμε

Πάνω από το 80% του πληθυσμού θα εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του ψυχική διαταραχή που θα εμπίπτει σε επίσημα διαγνωστικά κριτήρια και η οποία ως επί το πλείστον θα είναι παροδική!
Πληροφορίες που πρέπει να αλλάξουν και να αποκαταστροφοποιήσουν τον τρόπο σκέψης μας περί του τι σημαίνει πρόβλημα ψυχικής υγείας!

Credit: Gary Waters Getty Images

Most of us know at least one person who has struggled with a bout of debilitating mental illness. Despite their familiarity, however, these kinds of episodes are typically considered unusual, and even shameful.

New research, from our lab and from others around the world, however, suggests mental illnesses are so common that almost everyone will develop at least one diagnosable mental disorder at some point in their lives. Most of these people will never receive treatment, and their relationships, job performance and life satisfaction will likely suffer. Meanwhile the few individuals who never seem to develop a disorder may offer psychology a new avenue of study, allowing researchers to ask what it takes to be abnormally, enduringly, mentally well.

Epidemiologists have long known that, at any given point in time, roughly 20 to 25 percent of the population suffers from a mental illness, which means they experience psychological distress severe enough to impair functioning at work, school or in their relationships. Extensive national surveys, conducted from the mid-1990s through the early 2000s, suggested that a much higher percentage, close to half the population, would experience a mental illness at some point in their lives.

These surveys were large, involving thousands of participants representative of the U.S. in age, sex, social class and ethnicity. They were also, however, retrospective, which means they relied on survey respondents’ accurate recollection of feelings and behaviors months, years and even decades in the past. Human memory is fallible, and modern science has demonstrated that people are notoriously inconsistent reporters about their own mental health history, leaving the final accuracy of these studies up for debate. Of further concern, up to a third of the people contacted by the national surveys failed to enroll in the studies. Follow-up tests suggested that these “nonresponders” tended to have worse mental health.

Our new study, published earlier this year in the Journal of Abnormal Psychology (whose very name suggests an outdated understanding of the prevalence of mental illness), took a different approach to estimating disease burden. Rather than ask people to think back many years in the past, we instead closely followed one generation of New Zealanders, all born in the same town, from birth to midlife. We conducted in-depth check-ins every few years to assess for evidence of mental illness occurring during the preceding year.

We found that if you follow people over time, and screen them regularly using simple, evidence-based tools, the percentage of people who develop a diagnosable mental illness at any point in their lives jumps to well over 80 percent. In our cohort only 17 percent of study members did not develop a disorder, at least briefly, by middle age. Because we can’t be certain these individuals remained disorder-free in the years between assessments, the true proportion that never experienced a mental illness may be even smaller.

Put another way, our study shows that you are more likely to experience a bout of mental illness than you are to develop diabetes, heart disease or any kind of cancer whatsoever—combined. These findings have been corroborated by data from other similar cohorts in New Zealand, Switzerland and the U.S.

If you ever develop a psychological disorder, many assume you will have it for life. The newest research suggests, for the most common psychological complaints, this is simply not true. “A substantial component of what we describe as disorder is often short-lived, of lesser severity or self-limiting,” says John Horwood, a psychiatric epidemiologist and director of the longitudinal Christchurch Health and Development Study in New Zealand. (Horwood has found that close to 85 percent of the Christchurch study members develop a diagnosable mental illness by midlife).

This may be a useful message to spread. According to Jason Siegel, a professor of social psychology at Claremont Graduate University, people tend to be more sympathetic and helpful when they believe that a friend or co-worker’s health problems are temporary.

And individuals with mental illness need support. Even short-lived or self-limiting disorders can wreak havoc on a person’s life. To be classified as having a disorder, “an individual typically has to meet fairly stringent symptom criteria,” Horwood says. “There needs to be substantial impairment of functioning.”

To some, though, the new statistics on mental illness rates can sound a lot like the overmedicalization of “normal” human experience. Advocates for individuals with mental health concerns tend to disagree with this perspective. “I’m not at all surprised by these findings,” commented Paul Gionfriddo, president of Mental Health America, a national advocacy group. His organization views mental illnesses as common, “though not always enduring.” Three years ago Mental Health America launched a Web-based tool to allow individuals to discreetly screen themselves for possible psychological disorders. Since then over two million people have used the tool, with over 3,000 people a day now logging on to determine if they may have a condition that could benefit from treatment.

The widespread nature of mental illness unearthed by careful longitudinal research holds some implications for the way we study and treat disease in this country. To Gionfriddo, a former lawmaker who watched his son end up homeless and incarcerated following undiagnosed childhood schizophrenia, “one implication of these new studies is that we as a society will get tremendous benefit out of ubiquitous mental health screening.”

Although the U.S. Preventive Services Task Force currently recommends mental health screening on a regular basis for everyone over age 11, such screening is still far from routine. “At a time when we have recognized the importance of early intervention for cancer or for diabetes or heart disease, why would we say, ‘Okay, for mental illness we aren’t going to screen or do early intervention’?” Gionfriddo says. “This should be as common for adults as blood pressure screening. Putting our head in the sand and waiting for a catastrophe is not a health care plan.”

Another implication stems from the fact that individuals who never develop a mental illness—those who experience what we call “enduring mental health”—are actually quite remarkable. These people may be the mental health equivalents of healthy centenarians: individuals who somehow manage to beat the odds and enjoy good health for much longer than we’d expect. It’s possible that studying the mentally robust more closely could provide insight into how we can help more people to enjoy lives like theirs.

Who are these extraordinary people? In our New Zealand cohort we found that those with enduring mental health tended to have two things going for them: First, they had little to no family history of mental illness and, second, they tended to have what we called “advantageous” personalities. As early as age five, individuals who would make it to midlife without an episode of mental disorder tended to display fewer negative emotions, get along better with their peers, and have greater self-control. Perhaps just as striking, we found that these individuals were not any richer, smarter or physically healthy than their peers, at least in childhood.

Ultimately, the most important suggestion from the newest research is that mental health concerns may be nearly universal. As a result, society should begin to view mental illnesses like bone breaks, kidney stones or common colds—as part of the normal wear and tear of life. Acknowledging this universality may allow us to finally devote adequate resources to screening, treating and preventing mental illnesses. It may also help us go easier on ourselves and our loved ones when we, inevitably, hit our own rough patches in the road.

Πηγή : Mental Illness Is Far More Common Than We Knew

Νευρικά Κύτταρα που διαχωρίζουν πραγματικότητα από φαντασία

 

Ορισμένοι νευρώνες που διαπιστώθηκε ότι δυσλειτουργούν στην ψύχωση παίζουν σημαντικό ρόλο στην ικανότητά μας να διακρίνουμε μεταξύ του πραγματικού ερεθίσματος και του τι γίνεται αντιληπτό τελικά, λένε οι ερευνητές.

Source: University of Western Ontario.

New Western University research shows that neurons in the part of the brain found to be abnormal in psychosis are also important in helping people distinguish between reality and imagination.

The researchers, Dr. Julio Martinez-Trujillo, principal investigator and professor at Western University’s Schulich School of Medicine & Dentistry and Dr. Diego Mendoza-Halliday, postdoctoral researcher at M.I.T., investigated how the brain codes visual information in reality versus abstract information in our working memory and how those differences are distributed across neurons in the lateral prefrontal cortex region of the brain. The results were published today in Nature Communications.

“You can look at my shirt, and then if I move out of your vision, even with your eyes open you can still see the colour of my shirt in your mind,” explained Martinez-Trujillo, based at the Brain and Mind Institute and Robarts Research Institute at Western University. “That is what we call working memory representations or short-term memory representations – they are abstract, they are imaginary and they don’t exist in reality, but in our minds. Real objects in our visual field, we call perceptual representations. We are trying to determine whether there are neurons in the brain that can signal to a person whether a representation is real or imaginary.”

By having subjects perform two tasks – one where they had to report the direction of movement of a cloud of dots they could see on a computer screen, and one where they had to report the cloud direction a few seconds after it disappeared based on a memory of the image – they found that neurons in the Lateral Prefrontal Cortex encoded perceived and memorized information to various degrees and in different combinations of strength.

“We might have expected that the neurons that are active when we perceive a visual object are the same ones that memorize it; or, on the contrary, that one group of neurons perceives the object and a completely different group memorizes it; but instead, we found that all of the above are true to a certain extent,” said Mendoza-Halliday, first author on the study. “We have perception neurons, memory neurons, and also neurons that do both things.”

The Lateral Prefrontal Cortex has been shown to be dysfunctional in individuals with schizophrenia, who have hallucinations or delusions. However, so far, researchers have not been able to pinpoint the source of this dysfunction.

Using machine-learning, the researchers created a computer algorithm that could read out the pattern of neurons firing in the Prefrontal Cortex and reliably determine whether a subject was perceiving a cloud of dots or remembering one they had seen before. Martinez-Trujillo hopes that by pinpointing the specific neurons responsible for distinguishing between reality and imagination, they might be better able to treat disorders like schizophrenia that cause patients to confuse what’s real and what isn’t.

Image shows a woman's face.

“I would argue that schizophrenia is not a neurochemical disorder of the whole brain,” said Martinez-Trujillo. “It is only a neurochemical disorder in specific parts of the brain.”

Currently, pharmacological treatments for these disorders change the neurochemistry in the entire brain, often causing unintended side-effects. By targeting only the specific neurons responsible for these disturbances, Martinez-Trujillo hopes they may be able to minimize these side-effects.

Πηγή : Neurons That Distinguish Between Reality and Imagination Discovered

Ακόμη μαθαίνω

Psychiatry is a strange field
«Η Ψυχιατρική είναι ένα παράξενο πεδίο γιατί σε αντίθεση με κάθε άλλο ιατρικό πεδίο, ποτέ δεν τελειώνεις πραγματικά. Το μεγαλύτερο εργαλείο σου είσαι Εσύ, ο εαυτός σου και η δουλειά της κατανόησης του εαυτού σου είναι ατελείωτη. Ακόμη μαθαίνω». Ίρβιν Γιάλομ

 

Religious Beliefs Activate Neural Reward Circuits in Same Way As Sex and Drugs

Τα θρησκευτικά πιστεύω ενεργοποιούν το κέντρο ανταμοιβής του εγκεφάλου (επικλινής πυρήνας στα βασικά γάγγλια)! Χωρίς πολλά πολλά το παρακάτω άρθρο μιλάει από μόνο του.

 

Summary: Powerful spiritual feelings were associated with activation in the nucleus accumbens, an area of the brain associated with reward, a new study reports.

Source: University of Utah School of Medicine.

Religious and spiritual experiences activate the brain reward circuits in much the same way as love, sex, gambling, drugs and music, report researchers at the University of Utah School of Medicine. The findings will be published Nov. 29 in the journal Social Neuroscience.

“We’re just beginning to understand how the brain participates in experiences that believers interpret as spiritual, divine or transcendent,” says senior author and neuroradiologist Jeff Anderson. “In the last few years, brain imaging technologies have matured in ways that are letting us approach questions that have been around for millennia.”

Specifically, the investigators set out to determine which brain networks are involved in representing spiritual feelings in one group, devout Mormons, by creating an environment that triggered participants to “feel the Spirit.” Identifying this feeling of peace and closeness with God in oneself and others is a critically important part of Mormons’ lives — they make decisions based on these feelings; treat them as confirmation of doctrinal principles; and view them as a primary means of communication with the divine.

During fMRI scans, 19 young-adult church members — including seven females and 12 males — performed four tasks in response to content meant to evoke spiritual feelings. The hour-long exam included six minutes of rest; six minutes of audiovisual control (a video detailing their church’s membership statistics); eight minutes of quotations by Mormon and world religious leaders; eight minutes of reading familiar passages from the Book of Mormon; 12 minutes of audiovisual stimuli (church-produced video of family and Biblical scenes, and other religiously evocative content); and another eight minutes of quotations.

During the initial quotations portion of the exam, participants — each a former full-time missionary — were shown a series of quotes, each followed by the question “Are you feeling the spirit?” Participants responded with answers ranging from “not feeling” to “very strongly feeling.”

Researchers collected detailed assessments of the feelings of participants, who, almost universally, reported experiencing the kinds of feelings typical of an intense worship service. They described feelings of peace and physical sensations of warmth. Many were in tears by the end of the scan. In one experiment, participants pushed a button when they felt a peak spiritual feeling while watching church-produced stimuli.

Image shows a brain scan with the nac highlighted.

“When our study participants were instructed to think about a savior, about being with their families for eternity, about their heavenly rewards, their brains and bodies physically responded,” says lead author Michael Ferguson, who carried out the study as a bioengineering graduate student at the University of Utah.

Based on fMRI scans, the researchers found that powerful spiritual feelings were reproducibly associated with activation in the nucleus accumbens, a critical brain region for processing reward. Peak activity occurred about 1-3 seconds before participants pushed the button and was replicated in each of the four tasks. As participants were experiencing peak feelings, their hearts beat faster and their breathing deepened.

In addition to the brain’s reward circuits, the researchers found that spiritual feelings were associated with the medial prefrontal cortex, which is a complex brain region that is activated by tasks involving valuation, judgment and moral reasoning. Spiritual feelings also activated brain regions associated with focused attention.

“Religious experience is perhaps the most influential part of how people make decisions that affect all of us, for good and for ill. Understanding what happens in the brain to contribute to those decisions is really important,” says Anderson, noting that we don’t yet know if believers of other religions would respond the same way. Work by others suggests that the brain responds quite differently to meditative and contemplative practices characteristic of some eastern religions, but so far little is known about the neuroscience of western spiritual practices.

About this neuroscience research article

The study is the first initiative of the Religious Brain Project, launched by a group of University of Utah researchers in 2014, which aims to understand how the brain operates in people with deep spiritual and religious beliefs.

In addition to Anderson and Ferguson, co-authors include Jared Nielsen from Harvard University, and Jace King, Li Dai, Danielle Giangrasso, Rachel Holman, and Julie Korenberg from the University of Utah.

Funding: The study was funded by the Davis Endowed Chair in Radiology at the University of Utah, and the National Institute of Mental Health.

Source: Natalie Dicou – University of Utah School of Medicine
Image Source: NeuroscienceNews.com image is credited to Jeffrey Anderson.
Original Research: Full open access research for “Reward, Salience, and Attentional Networks are Activated by Religious Experience in Devout Mormons” by Michael A. Ferguson, Jared A. Nielsen, Jace B. King, Li Dai, Danielle M. Giangrasso, Rachel Holman, Julie R. Korenberg and Jeffrey S. Anderson in Social Neuroscience. Published online November 29 2016 doi:10.1080/17470919.2016.1257437

Religious Beliefs Activate Neural Reward Circuits in Same Way As Sex and Drugs

 

Reconditioning the brain to overcome fear

Πρωτοποριακή μέθοδος αντιμετώπισης διαταραχών σχετικών με το φόβο περιγράφεται στο παρακάτω άρθρο που βασίζεται σε πρόσφατη μελέτη Ιαπώνων επιστημόνων.

Συνοπτικά έχει να κάνει με την αντικατάσταση της φοβικής απάντησης σε ένα ερέθισμα προηγουμένως συνδεδεμένο με συναίσθημα φόβου. Η αντικατάσταση γίνεται με λήψη κάποιου είδους ανταμοιβής (στο συγκεκριμένο πείραμα χρηματικής) ακριβώς τη στιγμή που η μνήμη του φοβικού ερεθίσματος ενεργοποιείται συνειδητά ή υποσυνείδητα στον εγκέφαλο.

Το Decoded Neurofeedback ακούγεται πολύ ενδιαφέρον και να δούμε πως μπορεί να εφαρμοστεί στην πράξη.

Reconditioning the brain to overcome fear

 

Researchers have discovered a way to remove specific fears from the brain, using a combination of artificial intelligence and brain scanning technology. Their technique, published in the inaugural edition of Nature Human Behaviour, could lead to a new way of treating patients with conditions such as post-traumatic stress disorder (PTSD) and phobias.

The challenge then was to find a way to reduce or remove the fear memory, without ever consciously evoking it

Ben Seymour

Fear related disorders affect around one in 14 people and place considerable pressure on mental health services. Currently, a common approach is for patients to undergo some form of aversion therapy, in which they confront their fear by being exposed to it in the hope they will learn that the thing they fear isn’t harmful after all. However, this therapy is inherently unpleasant, and many choose not to pursue it. Now a team of neuroscientists from the University of Cambridge, Japan and the USA, has found a way of unconsciously removing a fear memory from the brain.

The team developed a method to read and identify a fear memory using a new technique called ‘Decoded Neurofeedback’. The technique used brain scanning to monitor activity in the brain, and identify complex patterns of activity that resembled a specific fear memory. In the experiment, a fear memory was created in 17 healthy volunteers by administering a brief electric shock when they saw a certain computer image. When the pattern was detected, the researchers over-wrote the fear memory by giving their experimental subjects a reward.

Dr. Ben Seymour, of the University of Cambridge’s Engineering Department, was one of the authors on the study. He explained the process:

«The way information is represented in the brain is very complicated, but the use of artificial intelligence (AI) image recognition methods now allow us to identify aspects of the content of that information. When we induced a mild fear memory in the brain, we were able to develop a fast and accurate method of reading it by using AI algorithms. The challenge then was to find a way to reduce or remove the fear memory, without ever consciously evoking it.

«We realised that even when the volunteers were simply resting, we could see brief moments when the pattern of fluctuating brain activity had partial features of the specific fear memory, even though the volunteers weren’t consciously aware of it. Because we could decode these brain patterns quickly, we decided to give subjects a reward – a small amount of money – every time we picked up these features of the memory.»

The team repeated the procedure over three days. Volunteers were told that the monetary reward they earned depended on their brain activity, but they didn’t know how. By continuously connecting subtle patterns of brain activity linked to the electric shock with a small reward, the scientists hoped to gradually and unconsciously override the fear memory.

Scan of brain showing information associated with a fear memory Credit Ai Koizumi

Dr Ai Koizumi, of the Advanced Telecommunicatons Research Institute International, Kyoto and Centre of Information and Neural Networks, Osaka, led the research:

«In effect, the features of the memory that were previously tuned to predict the painful shock, were now being re-programmed to predict something positive instead.»

The team then tested what happened when they showed the volunteers the pictures previously associated with the shocks.

«Remarkably, we could no longer see the typical fear skin-sweating response. Nor could we identify enhanced activity in the amygdala – the brain’s fear centre,” she continued. “This meant that we’d been able to reduce the fear memory without the volunteers ever consciously experiencing the fear memory in the process.»

Although the sample size in this initial study was relatively small, the team hopes the technique can be developed into a clinical treatment for patients with PTSD or phobias.

«To apply this to patients, we need to build a library of the brain information codes for the various things that people might have a pathological fear of, say, spiders” adds Dr Seymour. «Then, in principle, patients could have regular sessions of Decoded Neurofeedback to gradually remove the fear response these memories trigger.»

Such a treatment could have major benefits over traditional drug based approaches. Patients could also avoid the stress associated with exposure therapies, and any side-effects resulting from those drugs.

Koizumi et al. “Fear reduction without fear through reinforcement of neural activity that bypasses conscious exposure” Nature Human Behaviour: DOI:10.1038/S41562-016-0006

8 Ways Music Therapy Transforms the Brain

1. MUSIC ACTIVATES ALL AREAS OF THE BRAINcoloredbrainareas.png

The brain has the ability to reorganize itself by forming new neural connections throughout life, also known as neuroplasticity.  Because music activates all areas of the brain, music helps create new neural connections to improve language, cognitive, and motor deficits.  Music therapists use music to teach or rehabilitate non-musical skills.  For example, someone with brain damage may lose the ability to speak, but is still able to sing.  Music therapy can ‘re-wire’ the brain using singing to teach the brain how to speak again.

2. CONSTANT MELODY AND RHYTHM CALMS THE BRAIN

trebleclefThe brain likes structure and prediction.  Think about the pop music you enjoy.  It is repetitive, predictive, and structured; it has a clear beginning, middle and end.  The calming effect of music on the brain is particularly important to people who have difficulty interpreting sensory information (sight, sound, touch, smell, balance, muscle/joint information).   If the brain incorrectly interprets sensory information, also known as sensory processing disorder, the world appears to be a scary place.  Sounds could be painfully loud, it could be difficult to maintain balance, or to plan how to make basic motor movements such as walking.   These type of difficulties cause the brain to often be in panic and resort to fight-or-flight mode.  If the brain is in fight-or-flight mode, higher cognition thought cannot take place.  Constant melody and rhythm can help people integrate sensory information and create a safe environment.  For clients with ASD and ADHD,  music encourages relaxation, self-regulation, reduces hyperactivity, improves attention, and coping with change.

3. MUSIC ORGANIZES INFORMATION MAKING IT EASIER TO REMEMBER conceptchart

Learning lyrics in a song often comes naturally.  For example, most people can sing the alphabet song or even recall Jenny’s phone number, 867-5309.  The question is why do humans remember countless lyrics to songs years later, but remembering basic history or math facts from school is a struggle?  The answer is simple….

Music creates an experience that is optimal for the brain to learn!  

a) The brain more easily remembers patterns .  Think of phone numbers.  We separate information into groups: (123) 456 -7899. Music naturally creates grouping patterns.

 

b) The brain can more easily recall information that is emotional and memorable.  As information enters the brain, information is tagged as important or not as important.  Information that is emotional is automatically tagged as more important.  That is why it is easy to remember things that evoke happiness, fear, or anger.  Music makes us emotional.

 

c) The brain likes repetition.  Simply put, the more we hear information the more likely we will remember it.  Music therapists create simple songs that repeat the important information over and over in a fun way.

4. THE BRAIN AUTOMATICALLY ENTRAINS TO RHYTHM WHICH ORGANIZES AND COORDINATES MOVEMENT

dance

Rhythm and beats organize our life.  In fact, the brain anticipates the next beat and this pulse can be seen in brain scans.  Whenever a rhythm is heard, the motor systems naturally match the beat.  This is called entrainment.  For example, when listening to music while walking, people will naturally walk to the beat.  At a rock concert, the entire crowd will naturally clap to the same beat.

The coordination of movement is controlled by lower brain areas and then that information is sent to the spinal cord to complete motor movements.  When a person listens to music, some of that input is directly sent to motor nerves in the spinal cord that allows our muscles to move to the rhythm without even ‘thinking’ about it.  This is why music therapists use music to ‘re-teach’ the brain movements such as walking, finger movements, and coordination between each side of the body.  Music therapists work with people with stroke, traumatic brain injury, or autism spectrum disorder to improve movement.

5. SINGING AND SPEAKING SHARE singing girl.jpgPARALLEL BRAIN ACTIVATION

Listening and singing lyrical music shares neural circuits with listening and expressing speech. However, music is also processed in many other areas of the brain. A person with a traumatic brain injury may lose the ability to speak, but is still able to sing because of the many areas music is processed.  Music therapists use musical elements such as rhythm, meter, and melodic contour to teach or re-teach speech and language skills.

6. MUSIC STIMULATES REWARD CENTERS IN THE BRAIN

treasure-160004_1280Music stimulates reward centers in the brain releasing positive emotions and moods. Dopamine is released during music listening and acts as a reward and reinforcement for appropriate responses.  This type of reward is used to improve mood, behavior, and attention. Music therapists use preferred music to create music tasks that have emotional impact and is motivating for clients! When information has an emotional impact, the brain tags that information as important making it easier to learn and recall.

7. MUSIC CAPTURES ATTENTION

When listening to music, attention and predication systems are automatically activated in the brain. With the additional motivational and emotional factors of music, music encourages concentration and on-task behavior.  Singing instructions or information increases arousal and is easier to process than speech alone for individuals with dancejpgdisabilities.  Music grabs and holds attention, even for  those who cannot attend to much else.  This allows music therapists to target attention and impulse control goals.  For example, music therapists use musical attention control exercises to improve sustained, shifting, selective, and executive attention.

8. MUSIC EVOKES A PHYSIOLOGICAL RESPONSE

Music affects heart-rate, breathing, and blood-pressure.  Music therapists use music to increase or decrease arousal of clients or help someone relax.  A music therapist who works in the medical field may use music to increase/decrease heart-rate, breathing, and blood-pressure in premature infants or to decrease pain in medical procedures.

heartbeat.jpg

Use it or lose it!

Ο τίτλος του άρθρου αναφέρεται στο ρεζουμέ πρόσφατης έρευνας βάσει της οποίας η μνήμη του ανθρώπου ενισχύεται όταν νέα δεδομένα και μάλιστα απρόβλεπτα εισάγονται προς επεξεργασία στον εγκέφαλο. Τα νέα δεδομένα «αναγκάζουν» τον εγκέφαλο να αφιερώσει περισσότερη επεξεργαστική ισχύ (φαιά ουσία) κάτι που ενδυναμώνει την επεισοδιακή μνήμη, δηλαδή τη μνήμη που αφορά γεγονότα. Η εισαγωγή απροβλεπτων παραγόντων κινητοποιεί την ιδιότητα της εστίασης προσοχής στα πιο ουσιαστικά ερεθίσματα και στην υποβάθμιση των υπόλοιπων. Όμως η εξάσκηση σε αυτό θα πρέπει να γίνεται σχετικά συχνά αλλιώς η ενδυνάμωση αυτή χάνεται.

Πηγή : Unpredictability Improves Memory Recall

Υπεργενίκευση και άγχος

Νέα σημαντκή έρευνα έρχεται να επιβεβαιώσει κλινικά διαπιστωθέντα στοιχεία για το μηχανισμό του άγχους. Πρόκειται για το φαινόμενο της υπεργενίκευσης που συνοπτικά έχει να κάνει με τον εξής τρόπο σκέψης : «Είχα άγχος σε ένα θέμα, άρα θα έχω άγχος και σε άλλα άσχετα θέματα». Με άλλα λόγια μια επέκταση της συναισθηματικής ανταπόκρισης σε μια εμπειρία και σε άλλες ουδέτερες λόγω αντιληπτικής αδυναμίας /δυσκολίας διαχωρισμού των ερεθισμάτων.

Το φαινόμενο της υπεργενίκευσης έχει μελετηθεί και στο πλαίσιο της γνωσιακής επιστήμης.Το αν πρόκειται για ταυτόσημο ή παρεμφερή μηχανισμό μένει να διαπιστωθεί. Ονομάζεται και γνωσιακό λάθος και ουσιαστικά εκφράζει την ερμηνεία μεμονωμένων γεγονότων ως γενικώς και απολύτως ισχύοντα (βλέπε και εδώ). Πρόκειται για ένα είδος αυθαίρετου συμπεράσματος στο πλαίσιο άγνοιας, αγνόησης στοιχείων, υπερβολικής πίστης στην αξιοπιστία της κρίσης μας. Συμβαίνει σε όλους ενίοτε, σε μεγάλο βαθμό όμως στους πολύ αγχώδεις ανθρώπους. Στο πλαισιο της γνωσιακής ψυχοθεραπείας το λάθος της υπεργενίκευσης εντοπίζεται και καταβάλλεται προσπάθεια να περιοριστεί.

Στην παρακάτω εικόνα αναφέρονται κάποιες λέξεις που τείνουν να χρησιμοποιούνται συχνά στο πλαίσιο της χρήσης της υπεργενίκευσης.

Overgeneralization

 

Πηγές :

Fear Generalization and Anxiety: Behavioral and Neural Mechanisms

Γιατί ορισμένοι άνθρωποι αγχώνονται πιο εύκολα;

Κληρονομικότητα κατάθλιψης : νέα δεδομένα

καταθλιψη

Μια πολύ ενδιαφέρουσα εξέλιξη προέκυψε από πρόσφατη έρευνα του ΜΙΤ για την κληρονομησιμότητα της κατάθλιψης και την ταυτοποίηση ατόμων με μεγαλύτερη νευροανατομική ευπάθεια μέσω fMRI.

Εξετάστηκαν παιδιά χωρίς κατάθλιψη με τη διαφορά οτι η μια ομάδα παιδιών είχε τουλάχιστον ένα γονέα που εκδήλωσε κάποια στιγμή στη ζωή του καταθλιπτικό επεισόδιο ενώ η άλλη ομάδα παδιών δεν είχε καμία κληρονομική επιβάρυνση. Βρέθηκαν διαφορές στην συνδεσμολογία κάποιων περιοχών του εγκεφάλου μεταξύ των δύο ομάδων, με την πρώτη ομάδα να εμφανίζει κοινά πρότυπα εγκεφαλικής ενεργοποίησης με αυτά που παρατηρούνται στην κατάθλιψη.

Με λίγα λόγια το συμπέρασμα είναι οτι μπορεί να προυπάρχει νευροανατομική ευπάθεια σε άτομα με οικογενειακό ισορικό κατάθλιψης χωρίς να έχουν περάσει κατάθλιψη. Και εδώ έρχονται τα επόμενα στάδια της αξιόλογης αυτής έρευνας που στοχεύουν να απαντήσουν στα εξής ερωτήματα : 1.Μπορεί πρώιμη θεραπεία να εμποδίσει την εμφάνιση κατάθλιψη στον ευπαθή πληθυσμό? 2. Γιατί ένα ποσοστό ατόμων του πληθυσμού αυτού τελικά ΔΕΝ εκδηλώνει κατάθλιψη?

Πηγή : http://mcgovern.mit.edu/news/news/diagnosing-depression-before-it-starts/

Θεραπεία Alzheimer μέσω υπερήχων

Σύμφωνα με τα αποτελέσματα μιας αυστραλιανής έρευνας, το 75% των πειραματόζωων που υποβλήθηκαν σε υπερηχητικά κύματα παρουσίασαν πλήρη αποκατάσταση της μνήμης τους. Αυτό έγινε γιατί ενεργοποιήθηκε η μικρογλοία, δηλαδή κύτταρα «σκουπιδοφάγοι», τα οποία «ξεφορτώθηκαν» τις πλάκες αμυλοειδούς που είναι το βασικό ιστοπαθολογικό εύρημα στη νόσο Alzheimer. Βέβαια ακόμη είναι πολύ νωρίς να μιλήσουμε για θεραπεία στον άνθρωπο, όμως η μη φαρμακευτική αυτή προσέγγιση φαίνεται οτι έχει αισιόδοξες προοπτικές.

Πηγή : New Alzheimer’s treatment fully restores memory functionαμυλοειδες

Στο «GPS του εγκεφάλου» το Νόμπελ Ιατρικής

Από το χώρο αυτόν έχει πολλάκις επισημανθεί η άνθιση των νευροεπιστημών παγκοσμίως τα τελευταία χρόνια. Η παρακάτω εξέλιξη θα μπορούσε να θεωρηθεί ως ένα μικρό σχετικό (ή μεγάλο αναλόγως την οπτική) αποκορύφωμα.

Ο Αγγλο-αμερικανός Τζον Ο’Κιφ και το ζεύγος των Νορβηγών Μέι-Μπριτ και Εντβαρντ Μόζερ τιμήθηκαν από τη σουηδική Ακαδημία με το Νόμπελ Ιατρικής για την εργασία τους επί της λειτουργίας του εγκεφάλου.

Οι ερευνητές κατάφεραν να ανακαλύψουν ένα εσωτερικό σύστημα GPS που υπάρχει στον εγκέφαλο.

«Οι φετινοί νικητές ανακάλυψαν ένα σύστημα, ένα εσωτερικό GPS στον ανθρώπινο εγκέφαλο που βοηθάει στον προσανατολισμό μας στον χώρο», ανακοίνωσε η επιτροπή.

«Με τη συγκεκριμένη ανακάλυψη λύθηκε ένα πρόβλημα που απασχολούσε επί αιώνες φιλοσόφους και επιστήμονες. Το πώς καταφέρνει το μυαλό και δημιουργεί έναν χάρτη του πριβάλλοντος χώρου και πώς μπορούμε να πετύχουμε την πλοήγησή μας σε ένα περίπλοκο περιβάλλον», προστίθεται στην ανακοίνωση.

Ολα ξεκίνησαν το 1971, όταν ο Τζον Ο΄Κιφ εντόπισε το πρώτο τμήμα του συστήματος προσανατολισμού σε πειράματα με αρουραίους. Διαπίστωσε τότε ότι ο ιππόκαμπος, μια περιοχή του εγκεφάλου που σχετίζεται με τη μνήμη και την αντίληψη του χώρου, περιέχει εξειδικευμένα νευρικά κύτταρα, τα «κύτταρα τοποθεσίας», τα οποία ενεργοποιούνται μόνο όταν το ζώο βρίσκεται σε μια συγκεκριμένη θέση στο χώρο.

Πέρασαν τουλάχιστον τρεις δεκαετίες μέχρι τη στιγμή που, το 2005, το ζεύγος Μόζερ ανακάλυψε ένα άλλο τμήμα του συστήματος προσανατολισμού του εγκεφάλου. Πρόκειται για την ακρίβεια για τα λεγόμενα κύτταρα πλέγματος που ενεργοποιούνται όταν ακολουθεί κανείς μια συγκεκριμένη διαδρομή.

Τα οφέλη της ανακάλυψης εκτιμάται ότι θα είναι ευεργετικά σε περιπτώσεις ασθενών με  Αλτσχάιμερ, όπου τα δίκτυα προσανατολισμού του εγκεφάλου καταστρέφονται στα αρχικά στάδια της νόσου.

Η απονομή του βραβείου πραγματοποιήθηκε στον ινστιτούτο Καρολίνσκα της Σουηδίας και οι τρεις νικητές θα μοιραστούν το ποσό των 1,1 εκατομμυρίων δολαρίων. Τις επόμενες ημέρες θα ακολουθήσει η απονομή των Νόμπελ Φυσικής, Χημείας, Λογοτεχνίας, Ειρήνης και Οικονομίας.

Το 2013 το Νόμπελ Ιατρικής είχε απονεμηθεί στους Αμερικανούς Τζέιμς Ρόθμαν και Ράντι Σέκμαν και τον Γερμανό Τόμας Ζούντχοφ, για την έρευνά τους που αποσκοπεί στην «χαρτογράφηση» της πορείας που ακολουθούν βιοχημικοί παράγοντες, όπως ορμόνες και πρωτεΐνες, στο ανθρώπινο σώμα.
Πηγή :  Στο «GPS του εγκεφάλου» το Νόμπελ Ιατρικής

Συμπεριφορά ψήφου & Φυσιολογία του Στρες?

Το τι επιστημονικές έρευνες πραγματοποιούνται στο εξωτερικό είναι κάτι που συνεχίζει να εκπλήσσει υποψιασμένους και ανυποψίαστους! Έτσι λοιπόν η σχετική μελέτη που διεξήχθη σε αμερικανικό έδαφος και αποτελεί μέρος ενός μεγαλύτρου σώματος έρευνας που διερευνά συσχετίσεις μεταξύ βιολογικών παραγόντων και πολιτικής τοποθέτησης, επισημαίνει τα χαμηλά επίπεδα της ορμόνης του στρες κορτιζόλης ως ισχυρό προγνωστικό παράγοντα της πραγματικής συμπεριφοράς ψήφου.

Η αρχική υπόθεση ήταν οτι μια και η πολιτική συμπεριφορά είναι στρεσσογόνος παράγοντας για το άτομο, άτομα με χαμηλό ουδό εμφάνισης στρες θα αποφεύγουν να έχουν αυτή τη συμπεριφορά. Ένα άλλο στοιχείο που ελήφθη υπ’όψιν είναι προηγούμενα πειράματα στα οποία τα υψηλά απογευματινά επίπεδα κορτιζόλης συνδέονται με μείζονα καταθλιπτική διαταραχή, κοινωνική απόσυρση, άγχος αποχωρισμού και ευόδωση φοβικής απάντησης σε αντίστοιχα ερεθίσματα. Άρα άτομα με υπερβολικό άγχος και μειωμένη κοινωνική αλληλεπίδραση,χαρακτηριστικά με τα οποία έχουν συσχετιστεί αυξημένα επίπεδα κορτιζόλης, είναι λιγότερο πιθανό να εμπλακούν στη διαδικασία της συμπεριφοράς ψήφου. Αντίστοιχα η συμμετοχή σε πολιτικές διαδιακασίες συσχετίστηκε στην έρευνα με χαμηλά επίπεδα κορτιζόλης.

Εντέλει το ρεζουμέ της έρευνας είναι οτι ένας από τους παράγοντες που μπορεί να επηρεάσουν μια τόσο σημαντική και πολύπλοκη διαδικασία όπως η συμπεριφορά ψήφου και ενδεχομένως να συμβάλλουν στην αύξηση της αποχής είναι η φυσιολογία του στρες.

Σύνδεσμος : Hormones affect voting behavior

 

Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Οικονομικό ρίσκο & συναίσθημα

Έρευνα που δημοσιεύτηκε πρόσφατα στο «Journal of Economic Behavior & Organization» καταλήγει στο συμπέρασμα ότι η λήψη αποφάσεων με αυξημένο οικονομικό ρίσκο εξαρτάται από την ένταση της συναισθηματικής απάντησης είτε στο κέρδος είτε στην απώλεια χρημάτων. Όσο πιο έντονα βιώνουμε τη χαρά από κάποιο κέρδος, τόσο πιο πιθανό είναι να ρισκάρουμε το κέρδος αυτό με σκοπό να το πολλαλασιάσουμε. Αντίστοιχα όσο πιο έντονα βιώσουμε τη δυσφορία από μια «χασούρα», τόσο πιθανότερο είναι να μπούμε στη διαδικασία να ρισκάρουμε περισσότερα χρήματα με σκοπό να αντισταθμίσουμε τις απώλειες. Παράλληλα με την αύξηση της νευροδιαβίβασης στα εγκεφαλικά κέντρα που συνδεονται με το συναίσθημα, σημειώνεται μείωση στα κέντρα που έχουν να κάνουν με την περίσκεψη.

Πηγή : Neurofinance study confirms that financial decisions are made on an emotional basis

Σχετικό άρθρο με τις οικονομικές αποφάσεις και ποιοί παράγοντες τις επηρεάζουν είναι και αυτό : Παγίδες για το πορτοφόλι σας ή αλλιώς Γνωσιακές Προδιαθέσεις & Οικονομική Συμπεριφορά

Πώς η μνήμη αλλοιώνει το παρελθόν

There are lots of people who mistake their

 

Νέα πολύ ενδιαφέρουσα έρευνα που αναδεικνύει την αναξιοπιστία της ανθρώπινης μνήμης και συγκεκριμένα την αλληλεπίδραση των παρελθουσών αναμνήσεων με συναισθήματα και γεγονότα του παρόντος δημοσιεύεται στο Journal of Neuroscience. Έτσι λοιπόν και το ρητό «ο λαός έχει κοντή μνήμη» φαίνεται να έχει επιστημονικές βάσεις… Όπως αναμένεται η … εμπλοκή φαίνεται να συμβαίνει στο επίπεδο του ιππόκαμπου. Χρήσιμο υλικό περί του θέματος μπορεί κανείς να βρει και εδώ.

 

Κανείς δεν μπορεί να είναι βέβαιος ότι οι αναμνήσεις του είναι ακριβείς: Η μνήμη μας είναι μια τρελή χρονομηχανή που ξαναγράφει το παρελθόν χρησιμοποιώντας εμπειρίες από το τώρα, δείχνει μια ακόμα μελέτη, η οποία μάλιστα εντοπίζει την περιοχή του εγκεφάλου που αναλαμβάνει αυτό το μοντάζ.

Προηγούμενες μελέτες σε πειραματόζωα έχουν δείξει ότι οι αναμνήσεις μας γίνονται «εύπλαστες» τη στιγμή που τις ανακαλούμε και μπορούν να έτσι να αποκτούν νέα χαρακτηριστικά. Τα ευρήματα αξιοποιούνται ήδη πειραματικά για την εξασθένηση επώδυνων αναμνήσεων σε ασθενείς με μετατραυματική διαταραχή.

Η νέα μελέτη επιβεβαιώνει ότι η ανθρώπινη μνήμη δεν λειτουργεί σαν βιντεοκάμερα. Σύμφωνα με τους ερευνητές στο Πανεπιστήμιο Northwestern στo Σικάγο ΗΠΑ, ακόμα και ο έρωτας με την πρώτη ματιά μπορεί να είναι ένα τρικ της μνήμης αντί για μια πραγματική εμπειρία.

«Όταν θυμόσαστε την εποχή που γνωρίσατε τον σημερινό σας σύντροφο δεν αποκλείεται να ανακαλείτε ένα συναίσθημα αγάπης και ευφορίας» αναφέρει η Ντόνα Τζο Μπριτζ, πρώτη συγγραφέας της μελέτης. «Στην πραγματικότητα όμως μπορεί να προβάλλετε τα σημερινά σας συναισθήματα πίσω στην αρχική σας συνάντηση με αυτό το άτομο» επισημαίνει.

Όσον αφορά τη χρησιμότητα αυτού του χρονικού μοντάζ, οι ερευνητές λένε ότι πρόκειται για ένα τρικ του εγκεφάλου στην προσπάθειά του να παράξει μια ιστορία που «ταιριάζει στο σήμερα».

Τώρα, κάποτε

Η μελέτη, η οποία θα δημοσιευτεί αργότερα την Τετάρτη στο έγκριτο Journal of Neuroscience, εξέτασε την αλλοίωση των αναμνήσεων σε 17 εθελοντές. Το δείγμα είναι μάλλον μικρό, τα αποτελέσματα όμως δεν προκαλούν έκπληξη: οι εθελοντές έκαναν πάντα λάθος στην προσπάθειά τους να θυμηθούν τη θέση ενός αντικειμένου.

Στην πρώτη φάση του πειράματος, οι εθελοντές κλήθηκαν να κοιτάξουν ένα αντικείμενο που εμφανιζόταν σε μια συγκεκριμένη θέση στην οθόνη με φόντο μια συγκεκριμένη εικόνα. Στη συνέχεια, κλήθηκαν να τοποθετήσουν το αντικείμενο στη σωστή του θέση στην οθόνη όταν το φόντο είχε αλλάξει. Όλοι οι εθελοντές μπερδεύονταν από την αλλαγή φόντου και τοποθετούσαν το αντικείμενο σε λανθασμένη θέση.

Στην τελική φάση του πειράματος, η οθόνη έδειχνε το αντικείμενο σε τρεις διαφορετικές θέσεις και οι εθελοντές κλήθηκαν να επιλέξουν τη σωστή θέση, αυτή που είχαν δει στην πρώτη φάση. Η μία από τις τρεις θέσεις ήταν η αρχική, η δεύτερη ήταν η θέση που είχαν επιλέξει οι εθελοντές στη δεύτερη φάση και η τρίτη ήταν μια νέα, άσχετη θέση.

Το βασικό εύρημα της μελέτης ήταν ότι όλοι οι εθελοντές επέλεξαν τη λανθασμένη θέση που είχαν επιλέξει στη δεύτερη φάση.

«Αυτό δείχνει ότι η αρχική ανάμνηση της θέσης άλλαξε ώστε να ανακλά τη θέση την οποία ανακαλούσαν οι εθελοντές στο νέο φόντο» εξηγεί η Μπριτζ. «Η μνήμη τους ενημέρωσε τις αποθηκευμένες πληροφορίες εισάγοντάς τις νέες πληροφορίες στην παλιά ανάμνηση».

Την ώρα του τεστ οι ερευνητές παρακολουθούσαν με ειδικές κάμερες τα μάτια των εθελοντών και κατέγραφαν την εγκεφαλική τους δραστηριότητα με λειτουργική μαγνητική τομογραφία (fMRI). Οι μετρήσεις έδειξαν ότι το μοντάζ των αναμνήσεων συμβαίνει στον ιππόκαμπο, μια περιοχή που είναι γνωστό ότι συμμετέχει στη μεταφορά των αναμνήσεων από τη βραχυπρόθεσμη στη μακροπρόθεσμη μνήμη.

«Η μνήμη μας δεν λειτουργεί σαν βιντεοκάμερα» καταλήγει η Μπριτζ. «Η μνήμη μας βάζει νέα πλαίσια και επεξεργάζεται τα γεγονότα ώστε να παράγει μια ιστορία που ταιριάζει στο σημερινό κόσμο. Είναι φτιαγμένη να αφορά το παρόν» αναφέρει.

Και, όπως επισημαίνει, τα αποτελέσματα έχουν σημασία ως προς την υποτιθέμενη αξιοπιστία των αυτοπτών μαρτύρων στα δικαστήρια: «Η μνήμη μας είναι φτιαγμένη να αλλάζει, όχι να μηρυκάζει γεγονότα, οπότε δεν είμαστε πολύ καλοί μάρτυρες».

 

Πηγή : Πώς η μνήμη αλλοιώνει το παρελθόν

Ωκυτοκίνη & Νευροψυχιατρικές Διαταραχές

Όπως είναι γνωστό η έρευνα στον τομέα των Νευροεπιστημών γνωρίζει πρωτοφανή άνθιση στις προηγμένες χώρες του εξωτερικού. Μια ανακάλυψη των τελευταίων ετών, η οποία υποστηρίζεται από όλο και περισσότερες έρευνες, είναι η ευνοική επίδραση της ορμόνης-πεπτίδιο ωκυτοκίνης. Η συγκεκριμένη χημική ουσία που παράγεται από την υπόφυση του εγκεφάλου είναι ιδιαίτερα σημαντική για τον τοκετό και τη γαλουχία και επιπλέον φαίνεται οτι προάγει σύνθετες εγκεφαλικές γνωστικές λειτουργίες. Η τελευταία ιδιότητα διαδραματίζει τεράστιο ρόλο σε νευροψυχιατρικές διαταραχές όπως η σχιζοφρένεια και ο αυτισμός. Οι μελέτες σε ασθενείς με σχιζοφρένεια (βλέπε εδώ) έδειξαν βελτίωση στον τομέα της κοινωνικής γνωσίας, που μπορεί να εκδηλωθεί με βελτίωση στην επεξεργασία εκφραστικών μεταβολών του προσώπου και με αύξηση της συναισθηματικής νοημοσύνης και της ενσυναίσθησης. Επίσης σε πρόσφατη μελέτη (βλέπε εδώ) σε άτομα με διαταραχή αυτιστικού φάσματος σημειώθηκε αύξηση στην λεκτική και εξωλεκτική επικοινωνία, ένα από τα πυρηνικά συμπτώματα του αυτισμού δηλαδή. Επιπλέον βρέθηκε αυξημένη ενεργοποίηση του προμετωπιαίου φλοιού, κάτι που αναμένεται με βάση το γεγονός οτι ο προμετωπιαίος φλοιός είναι το κέντρο ρύθμισης των γνωστικών λειτουργιών και της κοινωνικής συμπεριφοράς. Οι ασθενείς έλαβαν οκυτωκίνη ενδορινικά (με σπρέυ μύτης).

Η ανακάλυψη παραγόντων που προάγουν την κοινωνική συμπεριφορά και την ενσυναίσθηση είναι μείζονος σημασίας. Στη σχιζοφρένεια συνήθως υπάρχει ελλειμματική κοινωνική και ατομική λειτουργικότητα και για το πρόβλημα αυτό δεν υπάρχει σήμερα ικανοποιητική ευρέως διαδεδομένη μέθοδος αντιμετώπισης, είτε φαρμακευτική είτε άλλη, αν και σε μερίδα ασθενών τα ελλείμματα αυτά μπορούν να δουλευτούν μέσω προσεκτικής ψυχοθεραπευτικής προσέγγισης που να περιλαμβάνει παρεμβάσεις γνωσιακού-συμπεριφορικού, ψυχοεκπαιδευτικού και συμβουλευτικού τύπου.Έτσι λοιπόν παρατηρείται το φαινόμενο να αντιμετωπίζονται τα παραγωγικά συμπτώματα της νόσου όπως το παραλήρημα και οι ψευδαισθήσεις, όμως να παραμένουν (και να επιδεινώνονται συχνά) σε προβληματικό επίπεδο οι γνωστικές λειτουργίες. Για παράδειγμα ο ασθενής μπορεί να είναι απαθής, λιγομίλητος, με μειωμένη βούληση, ενεργητικότητα και αποφασιστικότητα και να περνάει τις μέρες του χωρίς καμία δραστηριότητα.

Η ωκυτοκίνη εχει επιδείξει ενθαρρυντικά αποτελέσματα και σε άλλες διαταραχές όπως η εξαρτήσεις, η κοινωνική φοβία και η κατάθλιψη. Μια διεξοδική εντρύφηση στο θεραπευτικό πεδίο της ωκυτοκίνης στις διαταραχές του εγκεφάλου προσφέρει το παρακάτω άρθρο.

Σύνδεσμος : Helping oxytocin deliver: considerations in the development of oxytocin-based therapeutics for brain disorders

Kai_macdonald_13

 

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχήκατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Ντοπαμίνη, εγκεφαλικά μονοπάτια και φάρμακα

Η ντοπαμίνη είναι μια μονοαμίνη νευροδιαβιβαστής που παράγεται από νευρώνες (νευρικά κύτταρα) του εγκεφάλου που λέγονται ντοπαμινεργικοί. Τα κυτταρικά σώματα των ντοπαμινεργικών νευρώνων βρίσκονται στα παρακάτω σημεία του εγκεφάλου :

·        Συμπαγής μοίρα της μέλαινας ουσίας,η οποία αποτελεί τμήμα των βασικών γαγγλίων. Από τη μέλαινα εκφύονται λοιπόν οι νευράξονες που καταλήγουν στο ραβδωτό σώμα των βασικών γαγγλίων επίσης, όπου και συνάπτονται με χολινεργικούς νευρώνες. Η ντοπαμινεργική αυτή εννεύρωση παίζει σημαντικό ρόλο στην παθολογία της νόσου Πάρκινσον, στην οποία ήδη κατά την έναρξή της έχει εκφυλιστεί μεγάλο ποσοστό της μέλαινας ουσίας και τα ποσά της ντοπαμίνης που παράγονται είναι μειωμένα. Επιπλέον η συγκεκριμένη διασύνδεση ευθύνεται για τις λεγόμενες εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες που εμφανίζονται κατά τη λήψη κυρίως των αντιψυχωτικών φαρμάκων.

·        Κοιλιακή καλύπτρα του μέσου εγκεφάλου. Από το σημείο αυτό εκφύονται νευρώνες που απολήγουν σε αρκετά μέρη του εγκεφάλου με σημαντικότερα τον προμετωπιαίο φλοιό και το μεταιχμιακό σύστημα. Η ντοπαμινεργική εννεύρωση του προμετωπιαίου φλοιού επιδρά στην αρτιότητα σύνθετων γνωστικών και εκτελεστικών λειτουργιών του ατόμου, ενώ οι συνδέσεις με το μεταιχμιακό σύστημα σχηματίζουν εκτός των άλλων το κύκλωμα της ανταμοιβής και εμπλέκονται στο μηχανισμό των εξαρτήσεων (για αναλυτικότερη ενημέρωση βλέπε εδώ).

·        Υποθάλαμος από τον τοξοειδή πυρήνα του οποίου εκφύονται νευράξονες που απολήγουν στην πρόσθια υπόφυση. Μέσω αυτή της σύνδεσης ρυθμίζεται η έκκριση της ορμόνης προλακτίνης.

Η ντοπαμίνη για να δράσει συνδέεται με τους αντίστοιχους υποδοχείς στους νευρώνες στόχους.Έχουν αναγνωρισθεί εώς τώρα 5 υποδοχείς που ονομάζονται D1, D2, D3, D4 και D5.

D υποδοχείς ντοπαμίνης

 Ο παραπάνω πίνακας περιλαμβάνει εξειδικευμένες πληροφορίες για τη διαφορετική κατανομή και λειτουργία των υποδοχέων της ντοπαμίνης. Εώς τώρα έχει εντοπιστεί η σημασία των D1 και D2υποδοχέων όσον αφορά την παθολογία ψυχικών διαταραχών και τη δράση φαρμάκων.Έτσι λοιπόν η θεωρία αιτιοπαθογένειας της σχιζοφρένειας δίνει το κύριο βάρος σε μια ανισορροπία της ντοπαμινεργικής νευροδιαβίβασης σε δύο κυκλώματα:

·        Μειωμένη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση στον προμετωπιαίο φλοιό με υποδιέγερση των D1υποδοχέων, που ευθύνεται αφενώς για τις γνωστικές δυσλειτουργίες και αφετέρου για αρνητικά συμπτώματα όπως η έλλειψη κινήτρου, η παραμέληση του εαυτού, η αβουλία, η συναισθηματική άμβλυνση/επιπέδωση κ.α.

·        Αυξημένη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση με υπερδιέγερση των D2υποδοχέωνστο μεταιχμιακό σύστημα που ευθύνεται για τα λεγόμενα θετικά συμπτώματα, δηλαδή τις παραληρητικές ιδέες και τις ψευδαισθήσεις.

Στην αιτιοπαθογένεια της σχιζοφρένειας εμπλέκονται και άλλοι νευροδιαβιβαστές με τους υποδοχείς τους. Ένα βασικό στοιχείο που πρέπει να έχουμε υπ’όψιν μας εξετάζοντας τις νευροβιολογικές οδούς είναι ότι υπάρχει εξαιρετικά υψηλή αλληλεπίδραση μεταξύ τους. Έτσι, γλουταμινεργικοί νευρώνες, δηλαδή νευρικά κύτταρα που χρησιμοποιούν το γλουταμινικό (Glu) ως νευροδιαβιβαστή, ρυθμίζουν την ντοπαμινεργική διαβίβαση καθώς συνάπτονται (μέσω ενδιάμεσων ανασταλτικών νευρώνων) με τους ντοπαμινεργικούς νευρώνες στην κοιλιακή καλύπτρα και τη μέλαινα ουσία. Αντίστοιχη ρύθμιση κάνουν σεροτονινεργικοί νευρώνες συναπτόμενοι με ντοπαμινεργικούς. Πρέπει να σημειωθεί ότι ο αριθμός των συνάψεων μεταξύ των νευρικών κυττάρων στον εγκέφαλο είναι μέγεθος συγκρίσιμο με τον αριθμό των αστεριών του σύμπαντος! Το γεγονός αυτό και μόνο καθιστά εξαιρετικά πολύπλοκο το έργο της κατανόησης των νευρικών μονοπατιών και της εξεύρεσης στοχευμένων θεραπειών.

Φάρμακα που επιδρούν σε ντοπαμινικούς υποδοχείς :

Αντιψυχωτικά

Τα παλαιά αντιψυχωτικά όπως η αλοπεριδόλη είναι χημικές ουσίες που προσδένονται κυρίως στους D2υποδοχείς στο μεταιχμιακό σύστημα και τα βασικά γάγγλια. Η πρόσδεση στο μεταιχμιακό αποτρέπει την σύνδεση της υπερβολικής ποσότητας ντοπαμίνης που ήδη υπάρχει με τους υποδοχείς της, άρα αποτρέπει και τα θετικά συμπτώματα της ψύχωσης. Η πρόσδεση στους D2υποδοχείς των χολινεργικών νευρώνων του ραβδωτού συστήματος των βασικών γαγγλίων έχει αντίστοιχο αποτέλεσμα μείωσης της ντοπαμινεργικής επίδρασης, που όμως μεταφράζεται όπως προαναφέρθηκε στα εξωπυραμιδικά συμπτώματα, τα οποία είναι εν ολίγοις τρόμος, δυσκινησία, βραδυκινησία και δυσκαμψία. Η χορήγηση βιπεριδένης (Akineton), ενός κεντρικού δρώντα αντιχολινεργικού παράγοντα είναι η πρακτική που αναστρέφει τη δράση αυτή μέσω αποκλεισμού των Μ1 μουσκαρινικών υποδοχέων της ακετυλοχολίνης.

Τα νεότερα αντιψυχωτικά είναι

·        Ρισπεριδόνη

·        Ολανζαπίνη

·        Κουετιαπίνη

·        Αριπιπραζόλη

·        Ζιπρασιδόνη

·        Αμισουλπρίδη

·        Παλιπεριδόνη

·        Κλοζαπίνη

Η διαφορά τους από τα παλαιότερα είναι ότι εκτός από τους ντοπαμινεργικούς υποδοχείς συνδέονται και με άλλους όπως τους σεροτονινεργικούς 5ΗΤ2A & 5HT2C. Η βασική αυτή ιδιότητα έχει ευνοικά αποτελέσματα όσον αφορά τις εξωπυραμιδικές ανεπιθύμητες ενέργειες : Λόγω της σύναψης σεροτονινεργικών και ντοπαμινεργικών νευρώνων ο αποκλεισμός των 5ΗΤ2Α προκαλεί άρση της μείωσης της ντοπαμίνης που προκαλείται από τον αποκλεισμό των D2 υποδοχέων στο προαναφερόμενο στην αρχή του άρθρου κύκλωμα των βασικών γαγγλίων. Επιπλέον με τον ίδιο μηχανισμό αίρεται η αύξηση της προλακτίνης που προκαλείται ενίοτε ως ανεπιθύμητη ενέργεια από τα αντιψυχωτικά. Κάποια από τα ανωτέρω φάρμακα επιδρούν και σε άλλους υποδοχείς όπως τους 5ΗΤ1Α, 5ΗΤ1D & 5HT7 της σεροτονίνης , M1 της ακετυλοχολίνης, H1 ισταμίνης , α1 & α2 νοραδρεναλίνης.

Άλλη ευνοική ιδιότητα των νεότερων «άτυπων» αντιψυχωτικών είναι η ταχύτερη αποδέσμευση από τους υποδοχείς. Φαίνεται ότι το αντιψυχωτικό αποτέλεσμα δεν εξαρτάται από τη συνεχή δέσμευση των D2 υποδοχέων, εξαρτώνται όμως οι ανεπιθύμητες ενέργειες. Άρα η ταχεία αποδέσμευση σημαίνει πρακτικά λιγότερες ανεπιθύμητες ενέργειες.

Αντικαταθλιπτικά

Η ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση εμπλέκεται και σε άλλες διαταραχές. Στην κατάθλιψη για παράδειγμα σε περιπτώσεις που προεξάρχουν συμπτώματα όπως η ανηδονία,η κλινοφιλία, η μειωμένη ενεργητικότητα, η κόπωση, η μειωμένη συγκέντρωση, η εισαγωγή φαρμακευτικού παράγοντα που ενισχύει την ντοπαμινεργική δράση στον προμετωπιαίο φλοιό έχει θεαματικά αποτελέσματα συνήθως.Ουσιαστικά μπορούμε να πούμε ότι στο κύκλωμα του προμετωπιαίου φλοιού η ντοπαμίνη και η νοραδρεναλίνη έχουν παρεμφερείς επιδράσεις. Το αντικαταθλιπτικό βουπροπιόνη (NDRI) είναι το κύριο σκεύασμα που ασκεί τις επιδράσεις αυτές καθώς αναστέλλοντας την αντλία επαναπρόσληψης ντοπαμίνης (DAT) αυξάνει την ποσότητά της στη σύναψη και άρα την ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση.

Ενισχυτική δράση στην τελευταία ασκούν εμμέσως οι SNRIs βενλαφαξίνη και ντουλοξετίνη αναστέλλοντας την αντλία επαναπρόσληψης νοραδρεναλίνης (NET) καθώς έχει βρεθεί ότι στον προμετωπιαίο φλοιό η ΝΕΤ έχει μεγαλύτερη συγγένεια για την ντοπαμίνη! Έμμεση ενίσχυση στη ντοπαμινεργική νευροδιαβίβαση ασκεί η αγκομελατίνη καθώς και οι SSRIsφλουοξετίνη και σερτραλίνη.

Διεγερτικά του Κεντρικού Νευρικού Συστήματος

Εδώ ανήκουν η μεθυλφαινιδάτη άμεσης (Ritalin) και παρατεταμένης αποδέσμευσης (Concerta) και η μοδαφινίλη που δρουν αναστέλλοντας την αντλία επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης (DAT). Οι παράγοντες αυτοί χρησιμοποιούνται στη θεραπεία της ΔΕΠΥ και της ναρκοληψίας (υπερβολικής υπνηλίας). Η χρήση τους πρέπει να γίνεται με προσοχή και πάντα υπό την επίβλεψη ειδικού.

Ναρκωτικές ουσίες

Το ευφορικό αποτέλεσμα των ναρκωτικών ουσιών στον άνθρωπο προκαλείται από άμεση ή έμμεση αύξηση της ντοπαμίνης στον επικλινή πυρήνα του μεταιχμιακού συστήματος (βλέπε εδώ). Άμεση ενίσχυση της ντοπαμινεργικής νευροδιαβίβασης προκαλούν η κοκαίνη και η αμφεταμίνη μέσω αναστολής της αντλίας επαναπρόσληψης της ντοπαμίνης (DAT). Η επίδραση αυτή έχει μελετηθεί εκτενώς καθώς έχει από παλιά αναγνωριστεί η συσχέτιση των ουσιών αυτών με την πρόκληση ψυχωτικών συμπτωμάτων παρόμοιων με των ψυχωτικών διαταραχών και της σχιζοφρένειας. Αποτελεί μια έμμεση απόδειξη ότι η υπερβολική αύξηση της ντοπαμίνης εμπλέκεται με την παθοφυσιολογία της ψύχωσης.

 Οι τρόποι επίδρασης γενικά σε όλους τους υποδοχείς μπορεί να ποικίλλοι και ιδιαίτερα πολύπλοκοι και η ανάλυσή τους ξεφεύγει από τους στόχους του παρόντος άρθρου, το οποίο ήδη αποτελεί δύσκολο κείμενο για τον ανεκπαίδευτο αναγνώστη. Παρ’όλ’αυτά είναι αρκετά συχνές οι απορίες που προκύπτουν από ασθενείς και συγγενείς για το πώς δρουν τα διάφορα ψυχιατρικά σκευάσματα, ενώ η παραφιλολογία …είναι πολύ εκτεταμένη. Έτσι λοιπόν το άρθρο αυτό σε συνδυασμό με τα προηγούμενα για τη σεροτονίνη και τη νοραδρεναλίνη φιλοδοξεί να καλύψει σε επαρκή βαθμό τις απορίες αυτές. Ούτως ή άλλως βρισκόμαστε στην εποχή που η σωστή ενημέρωση έχει τεράστια σημασία.

Τέλος δε θα μπορούσε να μην αναφερθεί ότι η έρευνα στα πεδία αυτά είναι διαρκώς εξελισσόμενη. Η διαλεύκανση όλων και περισσότερων λεπτομερειών σχετικά με τα μονοπάτια του εγκεφάλου θα οδηγήσει σε μεγαλύτερη κατανόηση της λειτουργίας του. Ο απώτερος στόχος της δημιουργίας νέων φαρμακευτικών παραγόντων που θα είναι τόσο εξειδικευμένοι ώστε να μην προκαλούν γενικευμένες επιδράσεις (μέσα στις οποίες περιλαμβάνονται και οι ανεπιθύμητες ενέργειες) είναι στο προσκήνιο.

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχήκατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Γενετική προδιάθεση για εστίαση σε αρνητικά ερεθίσματα!?

Σύμφωνα με πρόσφατα δημοσιευμένη μελέτη στο Psychological Science εντοπίστηκε γονίδιο που προδιαθέτει τα άτομα να εστιάζουν και να αντιλαμβάνονται πιο έντονα τα γεγονότα με αρνητικό συναισθηματικό φορτίο από άτομα που δεν το έχουν. Το γονίδιο είναι το ADRA2b και σχετίζεται με το νευροδιαβιβαστή νορεπινεφρίνη, που έχει πολυεπίπεδο ρόλο στην εγκεφαλική λειτουργία (βλέπε εδώ). Το εύρημα αυτό επιβεβαιώνει για πολλοστή φορά τη σημασία του γενετικού παράγοντα που σε συνδυασμό με παράγοντες όπως η οικογένεια, η κουλτούρα, η μόρφωση κ.α. συμβάλλουν στη διαμόρφωση του πολύπλοκου μωσαικού της ανθρώπινης αντίληψης.

Πηγή : Genes predispose some people to focus on the negative

 

 

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Αρέσει σε %d bloggers: