Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν προβλήματα ψυχικής υγείας κάποια στιγμή στη ζωή τους


It can be scary to deal with mental health problems — for many who are afflicted, there’s a sense of a loss of control, of not feeling like oneself. And since anxiety and depression appear to be on a long-running upswing, more and more people are dealing with these feelings, at least in the United States. In fact, a growing body of research capped off by a new study suggests that a majority of people experience at least one bout of mental illness over their lifespan.

Writing for Science News, Bruce Bowler sums up the result of the study, which examined the mental health of New Zealanders born in one town between April 1972 and March 1973. The participants were administered eight mental health assessments between the ages of 11 and 38. “Only 171 of 988 participants, or 17 percent, experienced no anxiety disorders, depression or other mental ailments from late childhood to middle age, researchers report in the February Journal of Abnormal Psychology,” writes Bowler. “Of the rest, half experienced a transient mental disorder, typically just a single bout of depression, anxiety or substance abuse by middle age.” That is, 83 percent of participants dealt with at least one episode of mental illness.

Normally, this is where I’d say that it’s important not to over-extrapolate from such a specific population. But as it turns out, the 83 percent figure “coincides with recent estimates from four other long-term projects. In those investigations — two in the United States, one in Switzerland and another in New Zealand — between 61 percent and 85 percent of participants developed mental disorders over 12- to 30-year spans.” In this latest study, the small minority of participants who never experienced mental health problems reported “more education, better jobs, higher-quality relationships and more satisfaction with their lives than their peers did.” This is a classic case of correlation and causation being hard to untangle, though — it’s easy to see how, for example, experiencing significant mental illness might make it harder to form close relationships, but also how an absence of close social relationships could cause or exacerbate mental illness.

Part of what this research suggests is simply that mental illness, as society currently defines it, is quite common and can hit just about anyone. But there’s also a practical takeaway, especially given how discomfiting an experience it can be to endure mental health struggles: If you hit a psychological rough patch for the first time, you should know that it’s very, very common, and that it may well be a one-time thing. That doesn’t mean you should ignore it or not seek help if need be — you’ll better the odds that it is fleeting if you address it head on — but it’s also important to understand just how common this sort of thing is.

Στρες και κεφαλαλγία



Η κεφαλαλγία οποιουδήποτε τύπου αποτελεί πάθηση με πολύ μεγάλη εξάπλωση στο γενικό πληθυσμό και μάλιστα η ημικρανία αποτελεί σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας τη 19η αιτία ανικανότητας (εννοεί μείωσης της λειτουργικότητας) μεταξύ όλων των ασθενειών. Η συσχέτιση του στρες με την επίταση της έντασης και της συχνότητας μιας κεφαλαλγίας είναι κοινή γνώση εδώ και δεκαετίες στους επιστήμονες. Η παρακάτω έρευνα (σύνδεσμος) που διεξήχθη μεταξύ περίπου 5000 ατόμων με κεφαλαλγία ηλικίας 21-71 ετών επιβεβαιώνει ακριβώς αυτό το γεγονός. Το γενικότερο συμπέρασμα που προκύπτει είναι ότι το στρες είναι παράγων πυροδότησης μιας κεφαλαλγίας, επιταχύνει την εξέλιξή της σε χρόνιο πρόβλημα, ενώ ιδιαίτερα σημαντική είναι και η αντίστροφη κατάσταση : η κεφαλαλγία προκαλεί στρες ή περισσότερο στρες από το προυπάρχον,δημιουργώντας ένα φαύλο κύκλο.

Πρέπει να σημειωθεί ότι υπάρχουν ορισμένες ψυχικές διαταραχές στις οποίες η κεφαλαλγία έχει αυξημένο ποσοστό εμφάνισης προκαλώντας συννοσηρότητα. Αυτές είναι η Γενικευμένη Αγχώδης Διαταραχή, η Διαταραχή Πανικού, η Μείζων Κατάθλιψη , η Διπολικη Διαταραχή καθώς και κάποιες σωματόμορφες διαταραχές όπως η Σωματοποιητική Διαταραχή, η Διαταραχή Πόνου και η Αδιαφοροποίητη Σωματόμορφη Διαταραχή. Συνήθως σημειώνεται βελτίωση εώς και αποδρομή των συμπτωμάτων της κεφαλαλγίας όταν αντιμετωπιστεί η αντίστοιχη πρωτοπαθής ψυχική διαταραχή.

Does more stress equal more headaches?


Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχήκατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.


Υστερία ή Διαταραχή Μετατροπής ή  Διαταραχή Λειτουργικών Νευρολογικών Συμπτωμάτων κατά DSM V (Functional Neurological Symptom Disorder)

Είναι μάλλον απίθανο να μην έχει χρησιμοποιήσει τη λέξη υστερία ο καθένας μας αρκετές φορές στη ζωή του θέλοντας να χαρακτηρίσει αντιδράσεις άλλων (αλλά και δικές του σπανιότερα).Οι αντιδράσεις αυτές έχουν να κάνουν με θορυβώδεις εκδηλώσεις άγχους,υπερβολικής ανησυχίας ή θυμού που τραβάνε την προσοχή.

Η υστερία αποτελεί μια από τις παλαιότερες ψυχιατρικές οντότητες, με την οποία διάσημες ψυχιατρικές φυσιογνωμίες όπως ο Σίγκμουντ Φρόυντ ασχολήθηκαν εκτενώς στην εποχή τους. Η υστερία κατάσσεται στις Σωματόμορφες διαταραχές (στο DSM V αναφέρονται ως Σχετικές με Σωματικά Συμπτώματα), δηλαδή στις διαταραχές εκείνες που εκδηλώνονται με σωματικά συμπτώματα τα οποία δεν μπορούν να αποδοθούν σε εντοπίσιμη κλινικά ιατρική αιτία. Το γυναικείο φύλο υπερέχει σημαντικά στη συχνότητα εμφάνισης της διαταραχής. Για να θεωρήσουμε κάποιαν/ον υστερικό με την επίσημη έννοια του όρου πρέπει να εμφανίζει τα παρακάτω συμπτώματα :

  • ·       Ένα ή περισσότερα συμπτώματα διαταραχής της εκούσιας κινητικής ή αισθητικής νευρολογικής λειτουργίας (βλέπε παρακάτω)
  • ·       Η ασθενής δεν προσποιείται και δεν προκαλεί επίτηδες τα συμπτώματα.
  • ·       Τα συμπτώματα δικαιολογούν ιατρική αξιολόγηση, όμως δεν ανευρίσκεται παθολογικό ή νευρολογικό αίτιο.
  • ·       Τα συμπτώματα συνήθως εμφανίζονται μετά από στρεσσογόνο για τον ασθενή γεγονός.
  • ·       Τα συμπτώματα προκαλούν δυσλειτουργία του ατόμου στην οικογένεια, στο επάγγελμα, στις κοινωνικές του σχέσεις.

Κινητικά συμπτώματα

·       Μυική αδυναμία, πάρεση, παράλυση , λιποθυμία

·       Τρόμος, μυόκλονος

·       Αστάθεια βάδισης

·       Δυσφωνία/αφωνία/δυσαρθρία

·       Δυσκαταποσία

Αισθητικά συμπτώματα

·       Μείωση όρασης, θόλωση, διπλωπία, τύφλωση

·       Μείωση εώς κατάργηση αίσθησης αφής οπουδήποτε στο δέρμα

·       Τσιμπήματα, μουδιάσματα, μυρμηγκιάσματα

·       Ανοσμία

·       Μείωση ακοής

Στην υστερία τα συμπτώματα συνήθως τροποιούνται μέσω της παρουσίας ανθρώπων, της υποβολής ή σχολίων που ακούγονται σχετικά. Για παράδειγμα μπορεί να εξασθενούν ή να ενισχύονται ανάλογα με την προσοχή του περιβάλλοντος. Πρέπει να αναφερθεί ότι ο μηχανισμός παραγωγής των υστερικών εκδηλώσεων είναι περίπλοκος, με την έννοια ότι ο ασθενής δεν προσποιείται συνειδητά, ταυτόχρονα όμως δεν πρόκειται για μια εντελώς ασυνείδητη διαδικασία. Ένα αρκετά «περίεργο» χαρακτηριστικό της διαταραχής είναι ότι παρά τις θορυβώδεις και δραματικές εκδηλώσεις, το άτομο δε φαίνεται να εμφανίζει παρόμοια ενασχόληση και με τη φύση ή τις συνέπειες των εκδηλώσεων αυτών («belle indifference» = «ωραία αδιαφορία»). Ουσιαστικά έχουμε να κάνουμε με ενεργοποίηση νευρωτικών μηχανισμών άμυνας με βασικό εξ’αυτών τη μετατροπή, η οποία ορίζεται στην παρακάτω εικόνα (εξού και η ονομασία διαταραχή μετατροπής). Παράλληλα η ψυχοδυναμική θεώρηση του πρωτογενούς και δευτερογενούς όφελους φαίνεται ότι έχει στενή συσχέτιση. Το «πρωτογενές όφελος» αναφέρεται στο «κέρδος» του ασθενή εξαιτίας της απώθησης των ενδοψυχικών συγκρούσεων από το να βγουν στην επιφάνεια. Το «δευτερογενές όφελος» είναι με απλά λόγια είτε η προσοχή του περιβάλλοντος που για διάφορους λόγους το άτομο θεωρεί ότι δεν μπορεί να κερδίσει με άλλο τρόπο ή η αποφυγή ευθυνών και υποχρεώσεων που απορρέουν από το γεγονός της «αρρώστιας».


Η υστερία μπορεί να εκδηλωθεί με συμπτώματα τύπου επιληπτικής κρίσης. Η κρίση αυτή καλείται ψυχογενής και παρουσιάζει διαφορές από μια «αληθή» επιληπτική κρίση. Καταρχήν μια τέτοια κρίση είναι απίθανο να συμβεί όταν το άτομο είναι μόνο του. Επιπλέον ένας παρατηρητικός μάρτυρας θα ανακάλυπτε ένα πιθανό κλείσιμο των ματιών κατά τη διάρκεια της κρίσης, την απουσία κυάνωσης και απώλειας ούρων καθώς και την άτυπη μορφή των «ψευδοσπασμών». Μια τυπική grand mal κρίση αρχίζει με με ένα τονικό σπασμό, δηλαδή ένα παρατεταμένο σφίξιμο του σώματος και ακολουθείται από τους κλονικούς σπασμούς, δηλαδή ένα σχεδόν βίαιο τρέμουλο μεγάλων μυικών ομάδων. Επίσης στην τυπική κρίση υπάρχει απώλεια συνείδησης, δηλαδή αδυναμία αντίληψης και επίγνωσης ερεθισμάτων, ενώ μετά το πέρας της θα σημειωθεί συνήθως μια παροδική μετεκκριτική σύγχυση/υπνηλία. Τέλος στην αληθή επιληψία θα εντοπιστούν διαταραχές στο ηλεκτροεγκεφαλογράφημα (ΗΕΓ) τόσο κατά την κρίση όσο και μετά.

Πρέπει να σημειωθεί ότι πάντα θα πρέπει να γίνεται ολοκληρωμένη ιατρική (νευρολογική συνήθως) εκτίμηση των υστερικών εκδηλώσεων είτε όταν πρόκειται για «ψευδοκρίση» είτε στα υπόλοιπα. Σίγουρα ένα εκπαιδευμένο μάτι έχει τη δυνατότητα να διακρίνει «ύποπτα σημεία υστερίας» σε κάθε περίπτωση, όμως λόγω της μεγάλης ποικιλομορφίας που παρουσιάζουν αρκετές ιατρικές παθήσεις και αναλόγως το γενικό ιατρικό ιστορικό και τους παράγοντες κινδύνου κάθε ασθενή, θα πρέπει να υπάρχει η  βεβαιότητα στο μεγαλύτερο δυνατό βαθμό ότι δε συμβαίνει κάτι πραγματικά παθολογικό. Από κει και πέρα, θα πρέπει να γίνει παραπομπή για ψυχιατρική εκτίμηση και θεραπεία με διακριτικό τρόπο. Η τακτική του να λέμε ευθέως στον εκάστοτε υστερικό ότι μας κοροιδεύει ή υποκρίνεται ή ψεύδεται κ.λ.π. είναι λανθασμένη και υποσκάπτει τη μελλοντική θεραπεία. Αυτό βέβαια δε σημαίνει ότι ακολουθούμε το δρόμο της τυφλής υπακοής στις «υστερικές ανάγκες». Η στάση του περιβάλλοντος θα πρέπει να είναι προσεκτική χωρίς κρίσεις και χαρακτηρισμούς και να κατευθύνει στην αναζήτηση κατάλληλης ψυχιατρικής παρέμβασης.

Ακόμη, είναι το πιο σύνηθες ότι υπάρχει υψηλός βαθμός συννοσηρότητας με καταθλιπτικές διαταραχές, με άλλες σωματόμορφες διαταραχές ή και με διαταραχές προσωπικότητας όπως η οριακή, η αντικοινωνική και η δραματική (ιστριονική). Συχνά κάποια μορφή ατομικής ψυχοθεραπείας έχει ισχυρή ένδειξη για την αντιμετώπιση της υστερίας, αν και αναλόγως τη συννοσηρότητα δεν αποκλείεται και η παροδική επιστράτευση αγχολυτικής ή/και αντικαταθλιπτικής αγωγής. Για εγκυκλοπαιδικούς λόγους θα ήταν σκόπιμο να αναφερθεί και η σπάνια οντότητα της «υστερικής ψύχωσης», η οποία ουσιαστικά είναι μια ψυχωτική διαταραχή με χαμηλή εναισθησία και επαναλαμβανόμενα ανεξέλεγκτα υστερικά επεισόδια.

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Σχέση ιατρού ασθενούς

Η σχέση ιατρού ασθενούς περιλαμβάνει 2 αλληλοεξαρτώμενους τομείς : το καθαρά ιατρικό κομμάτι και τη διαπροσωπική επαφή. Το ιατρικό κομμάτι έχει να κάνει με το είδος του προβλήματος του ασθενή, τη διάγνωση του ιατρού, τη δυνατότητα θεραπείας και πόσο εφικτή είναι αυτή,τις ικανότητες και γνώσεις του ιατρού. Στο παρόν άρθρο θα διερευνηθεί η σχέση ιατρού ασθενούς στο επίπεδο της διαπροσωπικής επαφής.

Η σχέση ιατρού ασθενούς διέπεται συνοπτικά και για τις δύο πλευρές από

  • Πεποιθήσεις σχετικά με την άσκηση της ιατρικής
  • Προηγούμενες εμπειρίες
  • Προσωπικότητα
  • Είδος και σοβαρότητα της ασθένειας
  • Πεποιθήσεις σχετικά με την ασθένεια

Ένα πολύ σημαντικό «σημείο των καιρών» είναι ότι  ο σεβασμός στο ιατρικό επάγγελμα έχει δεχτεί οδυνηρά χτυπήματα. Πολύ συνοπτικά αυτό οφείλεται :

  • Στην απαξίωση του κράτους προς τους ιατρούς που εκδηλώνεται κυρίως με άθλιες συνθήκες εργασίας και εξευτελιστικές αμοιβές
  • Στην απαξίωση που διαμεσολαβείται από τα ΜΜΕ που έχουν την τάση να εστιάζουν και να δίνουν έμφαση στην αρνητική πληροφορία καθώς αυτή πουλάει περισσότερο
  • Στην απαξίωση του ιατρικού λειτουργήματος από μικρή αλλά σημαντική μερίδα ιατρών που κακά τα ψέματα το αντιμετωπίζουν ως μέσο πλουτισμού και οι ασθενείς αντιμετωπίζονται ως «πελάτες»

Ειδικά οι δυο τελευταίοι παράγοντες συντελούν στην καλλιέργεια μιας καχυποψίας στον ασθενή, η οποία θα παρεισφρύσει αναπόφευκτα στην κρίση του για τον ιατρό. Σε κανονικές συνθήκες ο ιατρός θα έπρεπε να κρίνεται ανάλογα με τα αποτελέσματα της θεραπείας του, αντιθέτως η ιδέα «αυτός με βλέπει σαν πορτοφόλι» προκαλεί συχνά αμφισβήτηση από μέρους του ασθενή για διάφορες παραμέτρους της θεραπείας.

Πώς βλέπουν σήμερα οι ασθενείς τη σχέση τους με τους ιατρούς? Η απάντηση στο ερώτημα είναι πολυδιάστατη. Σε γενικές γραμμές η πλειοψηφία των ασθενών έχει αρνητικές πεποιθήσεις για την αντιμετώπισή τους από τους ιατρούς με τα ποσοστά αυτά να αυξάνονται όταν πρόκειται για νοσηλεία σε νοσοκομείο. Όσον αφορά τον ιδιωτικό τομέα, από τη μία η πλειοψηφία του κόσμου είναι πιο ικανοποιημένη με το επίπεδο παροχής φροντίδας και την αντιμετώπιση από τους ιατρούς, από την άλλη όμως δυσανασχετεί ιδιαίτερα με το συνήθως πολλαπλάσιο κόστος που αυτά συνεπάγονται!

Συνεχίζοντας την παραπάνω διαπίστωση,  ο περισσότερος κόσμος θεωρεί ότι εάν δώσει περισσότερα χρήματα,ο ιατρός θα τον προσέξει περισσότερο (ισχύει κυρίως για επεμβατικές ειδικότητες,όπως οι χειρουργικές), ενώ φοβάται ότι αν δε δώσει ή δώσει λιγότερα ο ιατρός δεν θα τον προσέξει όπως πρέπει. Πρόκειται για μια απαράδεκτη και εξωφρενική πεποίθηση που κανονικά όλοι οι ιατροί θα έπρεπε να διαλύουν κατά την πρώτη (ει δυνατόν) επαφή τους με τον ασθενή. Ο λόγος είναι πολύ απλά ότι το ιατρικό επάγγελμα είναι λειτούργημα, αν και αυτό ξεχνιέται όλο και περισσότερο τη σήμερον ημέρα, τόσο από το κράτος και την κοινωνία,όσο και από ορισμένους λειτουργούς του. Φυσικά και ο ιατρός θα πρέπει να αμείβεται επαρκώς,αλλά αυτό δε θα πρέπει να σχετίζεται επουδενί με την φροντίδα που θα επιδείξει στους ασθενείς. Ο ιατρός θα πρέπει να παρέχει την ίδια ποιότητα υπηρεσιών τόσο σε φτωχούς όσο και ευκατάστατους ασθενείς. Φυσικά οι περισσότεροι δυσανασχετούν με έναν ιατρό που δείχνει έφεση να ασχολείται με τον οικονομικό παράγοντα και να ζητά άμεσα ή έμμεσα υψηλές αμοιβές. Παραταύτα δεν το εκδηλώνουν, μη ρισκάρωντας τη δυσαρέσκεια του ιατρού που θα έχει ως πιθανή συνέπεια μια μη ικανοποιητική θεραπεία.

Ο ιατρός θα πρέπει να «σκύβει» πάνω από τον ασθενή και να του δείχνει και λεκτικό και έμπρακτο ενδιαφέρον. Η έννοια της «ενσυναίσθησης» θα έπρεπε να είναι μόνιμο κομμάτι της προσέγγισης του ιατρού. Ενσυναίσθηση σημαίνει η ικανότητα να μπαίνεις στη θέση του ασθενή,να αντιλαμβάνεσαι τον πόνο του και να του συμπαραστέκεσαι,διατηρώντας και ασκώντας ταυτόχρονα προς όφελός του την ιατρική και επιστημονική σου ιδιότητα. Μέσω της ενσυναίσθησης εγκαθίσταται «θεραπευτική συμμαχία» με τον ασθενή. Μέσω της ενσυναίσθησης ο ασθενής αισθάνεται μεγαλύτερη εγγύτητα και εμπιστοσύνη στον ιατρό-θεραπευτή του. Όσο περισσότερο εμπιστεύεται το θεραπευτή του, τόσο περισσότερο πιστεύει στη θεραπεία και όπως είναι γνωστό «η πίστη κινεί βουνά».  Ακόμη ο ιατρός θα πρέπει να είναι προσιτός και κατανοητός στον ασθενή διατηρώντας και παράλληλα την επιστημονικότητα και το κύρος του. Θα πρέπει να είναι ειλικρινής, αλλά όχι σκληρός, αισιόδοξος χωρίς να καλλιεργεί ψεύτικες προσδοκίες. Ο ιατρός θα πρέπει να ενημερώνει τον ασθενή, να θέτει τα δεδομένα στο τραπέζι ώστε να του παρέχει μια προσγειωμένη οπτική του κάθε προβλήματος. Θα πρέπει να αφιερώνει επαρκή και ουσιαστικό χρόνο στον κάθε ασθενή εντός κάποιων συγκεκριμένων ορίων φυσικά.

Τα όρια είναι ένα σημαντικό θέμα με ευρύτερες επεκτάσεις στη σχέση ιατρού ασθενούς. Η ικανότητα οριοθέτησης ενός υπεραπαιτητικού και αγενούς συχνά ασθενή αποτελεί και αυτό ένα προσόν που θα πρέπει να αποκτά αν εξαρχής δεν το έχει ένας ιατρός.  Πολλοί ασθενείς έχουν υπερβολικές, εξωπραγματικές προσδοκίες και όταν η πραγματικότητα δεν ανταποκρίνεται σε αυτές, τείνουν να αλλάζουν σαν τα πουκάμισα τους ιατρούς και ταυτόχρονα να τους συκοφαντούν αβάσιμα σε κάθε ευκαιρία. Σε ένα άλλο επίπεδο τα όρια λειτουργούν αντίστροφα, δηλαδή είναι ο ιατρός αυτός που χρειάζεται οριοθέτηση. Εκεί εντάσσονται οι δυστυχώς υπαρκτές  περιπτώσεις που ο ιατρός είναι αδιάφορος, εριστικός, ειρωνικός, προσβλητικός ενίοτε, ενώ άλλοτε συμβαίνει να είναι βιαστικός και να επιθυμεί να ξεπετάξει γρήγορα τον ασθενή.Πολλοί κάνουν τα στραβά μάτια σε τέτοιες συμπεριφορές μην θέλοντας να ρισκάρουν «να μην τους προσέξει ο ιατρός» ή έχοντας τόσο μεγάλη ιδέα για την αυθεντία του που δε θέλουν να τη χάσουν! Η δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι το να είναι κανείς ιατρός δε σημαίνει συνήθως ότι δεν μπορεί να έχει μια εκκεντρική ή ευερέθιστη προσωπικότητα. Το θέμα είναι ότι μια τέτοια συμπεριφορά, εκτός του ότι είναι αντιαισθητική και συμβάλλει στη χαμηλή εκτίμηση από συναδέλφους και ασθενείς (άσχετα αν δεν το εκδηλώνουν), δε βοηθά ως προς το θεραπευτικό αποτέλεσμα. Τέλος κάθε ιατρός δε θα πρέπει να ξεχνά ότι η σχέση του με τους ασθενείς είναι σημαντική και για τον ίδιο, αφού σχετίζεται άμεσα με την ηθική ικανοποίηση και την ευχαρίστηση που αντλεί προστατεύοντας την υγεία τους!

Μια ακόμη δυσάρεστη αλήθεια είναι ότι ακόμα και σήμερα δεν είναι και πολλοί οι ιατροί που δίνουν την απαιτούμενη βάση στον ψυχολογικό παράγοντα, ως σημαντικό μεσολαβητή καλύτερου θεραπευτικού αποτελέσματος. Καταρχήν είναι γνωστό ότι σήμερα υποδιαγιγνώσκονται συχνές & σοβαρές οντότητες όπως η κατάθλιψη και διάφορες αγχώδεις διαταραχές, για να μη μιλήσει κανείς και για σπανιότερες ψυχικές διαταραχές..Ακόμη πολλοί ακόμη δε γνωρίζουν οτι σωματικά συμπτώματα μπορεί να εκδηλωθούν καθαρά στο πλαίσιο ψυχικής ασθένειας με ξανά βασικούς εκπροσώπους την κατάθλιψη και το υπερβολικό άγχος. Η σωματοποίηση ψυχικών συγκρούσεων μπορεί να φτάσει στο σημείο εκδήλωσης χρόνιων σωματικών παθήσεων. Τέλος είναι πλέον αναγνωρισμένο φαινόμενο η αιτιοπαθογενετική επίδραση ψυχολογικών παραγόντων για ορισμένες σωματικές ασθένειες όπως καρδιολογικές,  γαστρεντερικές, αναπνευστικές, μυοσκελετικές κ.α. με τους εξής τρόπους :

  • Ευνοώντας την ανάπτυξή τους
  • Καθυστερώντας την ανάρρωση από αυτές
  • Παρεμβαίνοντας στη θεραπεία
  • Δημιουργώντας επιπρόσθετα ρίσκα
  • Επιδεινώνοντας τα συμπτώματα μεσω αντιδράσεων stress

Οι αλληλεπιδράσεις αυτές καθιστούν ακόμη πιο αναγκαία την όσο το δυνατόν μεγαλύτερη εστίαση του κάθε ιατρού στον ψυχολογικό παράγοντα.Ο ιατρός θα πρέπει να αναγνωρίζει ότι η πλειοψηφία των ασθενών που τον επισκέπτεται βιώνει φόβο για το τι μπορεί να έχει, εμφανή ή συγκαλυμμένο.Παράλληλα συνήθως έχουν άγνοια για τις περισσότερες παραμέτρους των προβλημάτων τους. Έτσι λοιπόν η ιατρική προσέγγιση θα πρέπει να είναι προσεκτική, ειδικά όταν πρόκειται για σοβαρής φύσεως προβλήματα. Στις τελευταίες αυτές τις περιπτώσεις (π.χ. στον καρκίνο) η σχέση ιατρού ασθενούς αποκτά ακόμη μεγαλύτερη σημασία!

Σπύρος Καλημέρης


Νους υγιής εν σώματι υγιεί

Στην εποχή της πληροφόρησης και της επικοινωνίας, ένα από τα σοβαρότερα καθήκοντα της Πολιτείας αλλά και του οικογενειακού γιατρού πρέπει να είναι η καλύτερη δυνατή ενημέρωση του πολίτη για τις ψυχικές διαταραχές και τις δυνατότητες αντιμετώπισής τους με στόχο την υγεία και την ευεξία.

H μη σωστή ενημέρωση στον τομέα αυτόν συνεπάγεται την ελλιπή αντιμετώπιση των προβλημάτων του ασθενούς, με επακόλουθα αφ’ ενός την υποβάθμιση της ποιότητας της ζωής του και αφ’ ετέρου πολύ πόνο και αδιέξοδο για τον ίδιο και την οικογένειά του.

Οι περισσότερες από τις «ψυχικές» και «σωματικές» ασθένειες είναι δεδομένο ότι επηρεάζονται από συνδυασμό βιολογικών, ψυχολογικών και κοινωνικών παραγόντων. Αναγνωρίζεται πλέον ότι ασκούν ουσιαστική επιρροή οι σκέψεις, τα συναισθήματα και η συμπεριφορά στη σωματική υγεία και, αντιστρόφως, ότι η σωματική υγεία επηρεάζει σημαντικά την ψυχική υγεία του ατόμου.

Οι αποδείξεις είναι καθημερινές και προέρχονται από περιστατικά σωματοψυχικών και ψυχοσωματικών διαταραχών από όλους τους ειδικούς κλάδους της Σωματικής Ιατρικής, την Παθολογία, την Αιματολογία, την Καρδιολογία κ.ά.

Οι περισσότερες ασθένειες που προκαλούν σοβαρή αναπηρία ή απειλούν τη ζωή των ασθενών επηρεάζουν επίσης τη ψυχική υγεία των ατόμων, με επιπτώσεις και στις οικογένειές τους. Συχνά επίσης συνυπάρχουν δύο ή περισσότερες ψυχικές διαταραχές σε ένα άτομο, φαινόμενο που παρατηρείται συχνότερα σε ασθενείς προχωρημένης ηλικίας.

Τέλος, δεν είναι λίγες οι περιπτώσεις σωματικών παθήσεων όπως οι χρόνιες αιματολογικές παθήσεις, η νεφρική ανεπάρκεια, καρδιοπάθειες, νεοπλασματικές νόσοι και άλλες παθήσεις, των οποίων συμβαίνει να προηγείται ως προπομπός μια ψυχική διαταραχή όπως είναι η κατάθλιψη.

Είναι συνεπώς πολλοί οι λόγοι που επιβάλλουν στον οικογενειακό γιατρό αλλά και σε κάθε γιατρό να εξετάζει και το ενδεχόμενο της «συν-νοσηρότητας» σωματικής και ψυχικής νόσου, ιδίως σε χρονίως πάσχοντες ασθενείς και υπερήλικες. Αλλά και οι ίδιοι οι ασθενείς ή οι συγγενείς τους δεν πρέπει να αμελούν να ενημερώνουν τους γιατρούς τους για τα ψυχιατρικά και ψυχολογικά προβλήματά τους, διεκδικώντας πλήρη διάγνωση και θεραπεία των προβλημάτων υγείας.

Ο Κωνσταντίνος Αλεξανδρόπουλος είναι διευθυντής του Ψυχιατρικού Τμήματος στο Γενικό Νοσοκομείο Αθηνών «Γ. Γεννηματάς»

Σύνδεσμος : Νους υγιής εν σώματι υγιεί