Οι διαδηλώσεις που πραγματοποιούνται τον Οκτώβριο του 2026 σε πολλές ευρωπαϊκές χώρες επαναφέρουν ένα ενδιαφέρον ερώτημα: πώς μετατρέπεται η προσωπική αγωνία σε συλλογική οργή και δράση; Τι κάνει έναν άνθρωπο που αντιμετωπίζει οικονομική ανασφάλεια, εργασιακή πίεση ή δυσκολία στέγασης να αναγνωρίσει ότι το πρόβλημά του δεν είναι αποκλειστικά ατομικό;
Η ψυχολογία των κοινωνικών κινητοποιήσεων μελετά ακριβώς αυτή τη μετάβαση. Δεν εξηγεί από μόνη της τις πολιτικές και οικονομικές συνθήκες, αλλά φωτίζει τους μηχανισμούς με τους οποίους οι άνθρωποι αντιλαμβάνονται την αδικία, ταυτίζονται με άλλους και αποφασίζουν αν θα δράσουν.
Μια Ευρώπη με διαφορετικά αιτήματα, αλλά κοινές αγωνίες
Στη Γαλλία, κινητοποιήσεις μαθητών, φοιτητών και εργαζομένων συνδέονται με την εκπαίδευση, το κόστος ζωής και τις δημόσιες υπηρεσίες. Στην Ισπανία και την Πορτογαλία κυριαρχεί η στεγαστική κρίση, ενώ στην Ιταλία και το Βέλγιο καταγράφονται αντιδράσεις για οικονομικά και κοινωνικά ζητήματα. Στην Αλβανία υπάρχουν και διαμαρτυρίες κατά της διαφθοράς. Οι κινητοποιήσεις της 17ης και της 24ης Οκτωβρίου δεν συγκροτούν απαραίτητα ένα ενιαίο κίνημα ούτε έχουν παντού την ίδια μορφή.
Παρά τις διαφορές, διακρίνεται ένα κοινό ερώτημα: τι συμβαίνει όταν ολοένα περισσότεροι άνθρωποι αισθάνονται ότι όσο κι αν προσπαθούν η καθημερινότητά τους και οι προοπτικές τους δεν βελτιώνονται; Η πρόσφατη έκθεση του Eurofound για τη στέγαση των νέων στην Ευρώπη περιγράφει πώς η δυσκολία πρόσβασης σε κατοικία περιορίζει την ανεξαρτητοποίηση και επηρεάζει τις επιλογές ζωής.
Πρώτος μηχανισμός: Δεν δυσκολεύομαι μόνο, αισθάνομαι ότι αδικούμαι
Η θεωρία της σχετικής αποστέρησης (relative deprivation) υποστηρίζει ότι η δυσαρέσκεια δεν εξαρτάται μόνο από τις αντικειμενικές στερήσεις. Επηρεάζεται και από τη σύγκριση ανάμεσα σε όσα έχουμε, όσα περιμέναμε και όσα θεωρούμε ότι δικαιούμαστε. Η μετα-ανάλυση των Smith και συνεργατών (2012) συνδέει αυτή την εμπειρία με διάφορες μορφές κοινωνικής συμπεριφοράς, συμπεριλαμβανομένης της συλλογικής δράσης.
Κάποιος μπορεί να εργάζεται πλήρως και να μην βρίσκεται κάτω από το όριο της φτώχειας, αλλά να μην μπορεί να νοικιάσει ανεξάρτητη κατοικία. Κάποιος άλλος μπορεί να συγκρίνει τις σημερινές του δυνατότητες με εκείνες της προηγούμενης γενιάς. Η οικονομική δυσκολία αποκτά ιδιαίτερη συναισθηματική βαρύτητα όταν βιώνεται και ως άδικη.
Η αίσθηση αυτή σχετίζεται και με το πώς αντιλαμβανόμαστε τις δυσκολίες των άλλων: η κοινωνική θέση συχνά επηρεάζει ποια προβλήματα θεωρούμε σημαντικά. Έχουμε αναφερθεί σε αυτό στο άρθρο «Γιατί υποτιμούμε τις δυσκολίες των άλλων;».
Δεύτερος μηχανισμός: Από το «εγώ» στο «εμείς»
Η ατομική δυσαρέσκεια δεν οδηγεί αυτόματα σε διαμαρτυρία. Χρειάζεται συχνά να διαμορφωθεί η αντίληψη ότι και άλλοι αντιμετωπίζουν ένα κοινό πρόβλημα. Έτσι, ο «δικός μου λογαριασμός», το «δικό μου ενοίκιο» ή η «δική μου ανασφάλεια» μπορούν να ενταχθούν σε μια ευρύτερη κοινωνική εμπειρία.
Σύμφωνα με το Social Identity Model of Collective Action (SIMCA), των van Zomeren και συνεργατών (2008), τρεις παράγοντες έχουν ιδιαίτερη σημασία: η αντιλαμβανόμενη αδικία, η ταύτιση με μια ομάδα και η πεποίθηση ότι η κοινή δράση μπορεί να αποδώσει. Η κοινωνική ταυτότητα συνδέει την προσωπική εμπειρία με το συλλογικό αίτημα.
Δεν πρόκειται απαραίτητα για ταύτιση με ένα κόμμα ή μια οργάνωση. Μπορεί να είναι η αναγνώριση μιας κοινής συνθήκης μεταξύ ενοικιαστών, νέων εργαζομένων, γονέων ή επαγγελματικών ομάδων.
Τρίτος μηχανισμός: Ο θυμός χρειάζεται και την πεποίθηση ότι κάτι μπορεί να αλλάξει
Ο θυμός απέναντι σε μια αντιλαμβανόμενη αδικία μπορεί να κινητοποιήσει, αλλά δεν αρκεί. Αν κυριαρχεί η πεποίθηση ότι «τίποτα δεν αλλάζει», η ίδια αγανάκτηση μπορεί να συνοδεύεται από απογοήτευση, απόσυρση ή αδράνεια.
Εδώ παρεμβαίνει η συλλογική αποτελεσματικότητα (collective efficacy): η εκτίμηση ότι οι συντονισμένες ενέργειες μιας ομάδας έχουν πιθανότητες να επιφέρουν αποτέλεσμα. Νεότερη μεγάλη μετα-ανάλυση των Agostini και van Zomeren (2021) επιβεβαίωσε τη σημασία της αδικίας, της ταυτότητας και της αποτελεσματικότητας, προσθέτοντας έναν ακόμη παράγοντα: τις ηθικές πεποιθήσεις, δηλαδή το αίσθημα ότι διακυβεύονται βασικές αξίες.
Αυτό βοηθά να κατανοήσουμε γιατί κάποιος συμμετέχει σε μια κινητοποίηση ακόμη και όταν το συγκεκριμένο αίτημα δεν αφορά άμεσα τον ίδιο: μπορεί να το θεωρεί ζήτημα δικαιοσύνης ή αλληλεγγύης.

Γιατί μέχρι χθες δεν διαμαρτύρονταν; Η ψυχολογία της κοινωνικής σιωπής
Ένα από τα πιο ενδιαφέροντα ερωτήματα της κοινωνικής ψυχολογίας δεν είναι μόνο γιατί οι άνθρωποι εξεγείρονται ή διαμαρτύρονται, αλλά και γιατί συχνά ανέχονται επί μακρόν καταστάσεις που τους προκαλούν δυσαρέσκεια, αδικία ή ανασφάλεια.
Η απουσία δημόσιας αντίδρασης δεν σημαίνει απαραίτητα αποδοχή των συνθηκών. Υπάρχουν αρκετοί ψυχολογικοί και κοινωνικοί μηχανισμοί που μπορούν να διατηρήσουν τη δυσαρέσκεια στο επίπεδο της προσωπικής εμπειρίας.
Όταν όλοι πιστεύουν ότι μόνο οι ίδιοι διαφωνούν
Ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων μηχανισμός είναι η πλουραλιστική άγνοια (pluralistic ignorance). Περιγράφει καταστάσεις στις οποίες πολλοί άνθρωποι έχουν ιδιωτικά επιφυλάξεις για μια επικρατούσα κατάσταση, αλλά πιστεύουν λανθασμένα ότι οι περισσότεροι άλλοι την αποδέχονται.
Έτσι, η δημόσια σιωπή μπορεί να δημιουργεί την εντύπωση κοινωνικής συναίνεσης, ακόμη και όταν αυτή δεν υπάρχει στον βαθμό που φαίνεται.
Όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να αντιλαμβάνονται ότι οι προβληματισμοί τους είναι ευρύτερα διαδεδομένοι, η εκτίμησή τους για το τι σκέφτεται η κοινωνία μπορεί να μεταβληθεί. Μια κινητοποίηση ενδέχεται να κάνει ορατή μια δυσαρέσκεια που προϋπήρχε, χωρίς προηγουμένως να εκφράζεται δημόσια.
Η συνήθεια, η ανάγκη σταθερότητας και η δικαιολόγηση του υπάρχοντος συστήματος
Η θεωρία της δικαιολόγησης του συστήματος (system justification theory) εξετάζει γιατί οι άνθρωποι μπορεί να θεωρούν υπάρχουσες κοινωνικές ρυθμίσεις φυσιολογικές, αναγκαίες ή θεμιτές, ακόμη και όταν αυτές συνδέονται με προσωπικές δυσκολίες.
Η ανάγκη για ασφάλεια, προβλεψιμότητα και κοινωνική σταθερότητα μπορεί να ευνοεί τη διατήρηση της υπάρχουσας κατάστασης (status quo bias).
Οι κοινωνικές κινητοποιήσεις προφανώς έχουν ταξικό πρόσημο. Κοινωνικές τάξεις που δεν πλήττονται ιδιαίτερα από τη
Αυτό δεν σημαίνει ότι όποιος δεν διαμαρτύρεται εξαπατάται ή αδυνατεί να αναγνωρίσει τα συμφέροντά του. Οι άνθρωποι μπορεί πράγματι να αξιολογούν διαφορετικά τις κοινωνικές συνθήκες ή να θεωρούν ότι οι διαθέσιμες εναλλακτικές είναι χειρότερες.
Όταν η αντίδραση έχει μεγαλύτερο κόστος από τη σιωπή
Ένας εργαζόμενος που φοβάται ότι θα χάσει το μεροκάματό του, ένας γονέας με αυξημένες οικογενειακές υποχρεώσεις ή ένας άνθρωπος που αμφιβάλλει ότι μια διαδήλωση θα αλλάξει οτιδήποτε, μπορεί να παραμένει αμέτοχος παρά την έντονη δυσαρέσκειά του.
Η έρευνα των Klandermans και van Stekelenburg (2014) αναδεικνύει ότι η μη συμμετοχή δεν εξαρτάται μόνο από την προσωπική στάση, αλλά και από το κοινωνικό περιβάλλον, τις προσδοκίες και τους κανόνες της ομάδας στην οποία ανήκει κάποιος.
Επιπλέον, όταν επικρατεί η αίσθηση ότι καμία προσπάθεια δεν πρόκειται να έχει αποτέλεσμα, η αγανάκτηση δεν μετατρέπεται αναγκαστικά σε δράση. Μπορεί να παραμένει ιδιωτική, να εκφράζεται μόνο σε συζητήσεις ή να συνοδεύεται από απογοήτευση και απόσυρση.
Τι αλλάζει, λοιπόν, και ξαφνικά οι άνθρωποι κινητοποιούνται;
Συχνά δεν είναι ένα μεμονωμένο γεγονός που δημιουργεί τη δυσαρέσκεια από το μηδέν. Μπορεί να λειτουργεί ως αφορμή που συγκεντρώνει ήδη συσσωρευμένες αντιδράσεις.
Η ορατή συμμετοχή άλλων ανθρώπων, η ύπαρξη οργανωμένων συλλογικοτήτων, η αναγνώριση κοινών αιτημάτων και η ενίσχυση της πεποίθησης ότι μια κινητοποίηση μπορεί να αποδώσει μεταβάλλουν τις συνθήκες κάτω από τις οποίες λαμβάνεται η απόφαση συμμετοχής.
Δεν υπάρχει βέβαια ένα ενιαίο ψυχολογικό σημείο καμπής που να εξηγεί όλες τις κοινωνικές κινητοποιήσεις.
Η συλλογική διαμαρτυρία δεν ξεκινά απαραίτητα όταν οι άνθρωποι αρχίζουν να δυσαρεστούνται περισσότερο, αλλά ορισμένες φορές όταν συνειδητοποιούν ότι δεν είναι μόνοι στη δυσαρέσκειά τους και ότι η δημόσια έκφρασή της μπορεί πλέον να έχει νόημα.
Επομένως, η μη συμμετοχή δεν σημαίνει υποχρεωτικά αδιαφορία, όπως η συμμετοχή δεν σημαίνει ότι όλοι οι διαδηλωτές μοιράζονται ακριβώς τις ίδιες πεποιθήσεις.
Αντίστοιχα, ο συλλογικός θυμός δεν ταυτίζεται με τη βία. Οι περισσότερες μορφές συλλογικής διαμαρτυρίας είναι μη βίαιες, παρότι ορισμένες κινητοποιήσεις περιλαμβάνουν επεισόδια και συγκρούσεις. Η ψυχολογική ανάλυση δεν πρέπει να συγχέει τη συμπεριφορά συγκεκριμένων ομάδων με το σύνολο των συμμετεχόντων.
Υπάρχει και διάσταση ψυχικής υγείας;
Η παρατεταμένη οικονομική αβεβαιότητα και η αίσθηση απώλειας ελέγχου μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία. Είναι καταγεγραμμένοι μια σειρά από κοινωνικούς καθοριστικούς παράγοντες (social determinants of health), υπεύθυνους για τόσο μεγάλου βαθμού ψυχική δυσφορία που αποτελεί παράγοντα κινδύνου για προβλήματα τόσο σωματικής όσο και ψυχικής υγείας. Το ζήτημα αυτό αναλύεται διεξοδικότερα στο άρθρο Ψυχική δυσφορία και κοινωνία.
Ωστόσο, η αγωνία για πραγματικές δυσκολίες ή η οργή απέναντι σε κοινωνικές συνθήκες δεν αποτελούν από μόνες τους ψυχιατρικά συμπτώματα. Η διάκριση είναι ουσιώδης, ώστε να μη μετατρέπεται κάθε κοινωνική δυσφορία σε ατομική διάγνωση — ένα ζήτημα που εξετάζουμε και στην «Ψυχιατρικοποίηση».
Η συμμετοχή σε συλλογικές δραστηριότητες μπορεί να ενισχύει το αίσθημα του ανήκειν, την αλληλεγγύη και την προσωπική ή συλλογική ενδυνάμωση.
Μπορεί όμως να έχει και κόστος: στρες, εξάντληση, απογοήτευση όταν δεν επιτυγχάνονται οι στόχοι ή τραυματικές εμπειρίες σε συνθήκες συγκρούσεων. Ανασκόπηση του 2023 για τα κοινωνικά κινήματα καταγράφει και τις δύο πλευρές.
Η ψυχική ανθεκτικότητα δεν είναι, άλλωστε, μόνο ατομικό χαρακτηριστικό. Εξαρτάται και από το κατά πόσο το κοινωνικό περιβάλλον επιτρέπει στους ανθρώπους να ανταποκρίνονται στις απαιτήσεις της ζωής τους.
Από την προσωπική δυσκολία στο κοινωνικό ερώτημα
Η κοινωνική ψυχολογία δεν μπορεί να εξηγήσει μόνη της γιατί ξεσπούν κινητοποιήσεις σε συγκεκριμένες χρονικές στιγμές. Οι οικονομικές εξελίξεις, οι πολιτικές αποφάσεις, η οργάνωση των κινημάτων και οι ιστορικές συνθήκες είναι εξίσου σημαντικές. Δίνει κάποιες κατευθύνσεις και βοηθά να ξεκινήσουμε να κατανοούμε γιατί η ατομική δυσαρέσκεια άλλοτε παραμένει σιωπηλή και κάποτε αποκτά συλλογική ένταση.
Η μετάβαση από την αγωνία στην οργή και από το «εγώ» στο «εμείς» δεν είναι αυτοματοποιημένη ούτε αναπόφευκτη. Αποκτά μεγαλύτερη πιθανότητα όταν η δυσκολία αναγνωρίζεται ως κοινή, αποδίδεται σε μια αντιλαμβανόμενη αδικία και συνοδεύεται από την πεποίθηση ότι η συλλογική προσπάθεια μπορεί να έχει νόημα.
Συντακτική ομάδα Kalimeristherapist
Πηγές
- van Zomeren, Postmes & Spears (2008). Toward an Integrative Social Identity Model of Collective Action.
- Smith et al. (2012). Relative Deprivation: A Theoretical and Meta-Analytic Review.
- Agostini & van Zomeren (2021). Toward a Comprehensive and Potentially Cross-Cultural Model of Why People Engage in Collective Action.
- Jost et al. (2017). Missing in (Collective) Action: Ideology, System Justification, and the Motivational Antecedents of Two Types of Protest Behavior.
- Frontiers in Psychology (2023). Social Movements and Collective Behavior: An Integration of Meta-Analysis and Systematic Review of Social Psychology Studies.
- Eurofound (2025). Foundational Challenges: The Housing Struggles of Europe’s Youth.
- Euronews (24/10/2026). Protests Sweep across Europe from France to Albania, Italy, Spain and Portugal.
