Γιατί υποτιμούμε τις δυσκολίες των άλλων; Τι δείχνει η κοινωνική ψυχολογία

Πρώτη δημοσίευση 22/08/2026 | Ανανεώθηκε 22/08/2026

Θέση και πλεονέκτημα ως φακός ερμηνείας της πραγματικότητας

“It is difficult to get a man to understand something, when his salary depends upon his not understanding it.” Upton Sinclair (1878–1968)

Εδώ και αρκετό καιρό συλλογίζομαι πάνω στην εντύπωση ότι οι απόψεις μας για πολλά ζητήματα της καθημερινότητας επηρεάζονται περισσότερο απ’ όσο παραδεχόμαστε από την επαγγελματική, κοινωνική και οικονομική θέση στην οποία οι ίδιοι βρισκόμαστε.

Με πιο απλά λόγια: όσοι βρίσκονται σε σχετικά ευνοϊκή θέση τείνουν ορισμένες φορές να υποτιμούν το βάρος της λιγότερο ευνοϊκής θέσης των άλλων, ακόμη και όταν μιλούν για το ίδιο ακριβώς ζήτημα.

Προφανώς αυτό δεν είναι ο μοναδικός παράγοντας που διαμορφώνει τις γνώμες/αντιλήψεις μας. Πολιτικές και ιδεολογικές πεποιθήσεις, προσωπικότητα, εκπαίδευση και κοινωνικό περιβάλλον παίζουν επίσης σημαντικό ρόλο. Η κοινωνική ψυχολογία, όμως, δείχνει ότι η επίδραση του προσωπικού μας status, της αυτοεικόνας και της θέσης από την οποία κοιτάμε τον κόσμο αξίζει μεγαλύτερη προσοχή.

Πώς ερμηνεύουμε τη δική μας πορεία

«Εγώ τα κατάφερα»: αξιοκρατία, τύχη και προνόμιο

Ένας βασικός μηχανισμός αφορά τις αποδόσεις αιτιότητας. Η θέση μας στην κοινωνικοοικονομική κλίμακα συνδέεται με τον τρόπο με τον οποίο εξηγούμε την επιτυχία, την αποτυχία και τη φτώχεια. Άτομα σε υψηλότερη κοινωνικοοικονομική θέση εμφανίζουν μεγαλύτερη τάση να αποδίδουν τη φτώχεια σε ατομικούς παράγοντες και μικρότερη σε κοινωνικές ή δομικές αιτίες (Marquis et al., 2025). Αντίστροφα, χαμηλότερη κοινωνική τάξη έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη έμφαση στο κοινωνικό και περιστασιακό πλαίσιο όταν ερμηνεύονται κοινωνικά αποτελέσματα (Kraus et al., 2009).

Η ίδια η επιτυχία μπορεί επίσης να μεταβάλλει τον τρόπο με τον οποίο την ερμηνεύουμε. Πειραματικά δεδομένα δείχνουν ότι οι οικονομικά επιτυχημένοι τείνουν περισσότερο να αποδίδουν την επιτυχία στην προσπάθεια και λιγότερο στην τύχη, ενώ εμφανίζουν και μεγαλύτερη προτίμηση να μη γνωρίζουν τον πραγματικό ρόλο της τύχης στο αποτέλεσμα (Fehr & Vollmann, 2025).

Στο ίδιο πλαίσιο βρίσκεται η πίστη στην αξιοκρατία: η αντίληψη ότι η κοινωνική θέση αντανακλά σε μεγάλο βαθμό το πόσο ικανός και εργατικός είναι κάποιος. Έτσι μπορεί εύκολα να δημιουργηθεί ένας συλλογισμός τύπου:

«Εγώ τα κατάφερα → άρα το σύστημα επιτρέπει να τα καταφέρεις → επομένως όποιος δεν τα κατάφερε μάλλον δεν προσπάθησε αρκετά».

Η έρευνα δείχνει ότι όσο μεγαλύτερη είναι η κοινωνική ανισότητα τόσο πιθανότερο είναι οι πολίτες να εξηγούν την επιτυχία με αξιοκρατικούς όρους και να υποτιμούν τη σημασία του οικογενειακού πλούτου και των κοινωνικών διασυνδέσεων (Mijs, 2019).

Συναφής είναι η Belief in a just world ή Just-world fallacy: η τάση να πιστεύουμε ότι ο κόσμος είναι κατά βάση δίκαιος και ότι οι άνθρωποι περίπου «παίρνουν αυτό που αξίζουν». Η πεποίθηση αυτή έχει συνδεθεί με μεγαλύτερη αποδοχή των υφιστάμενων οικονομικών ανισοτήτων (García-Sánchez et al., 2021).

Υπάρχει ακόμη η λεγόμενη παρακινούμενη άρνηση του προνομίου. Όταν άνθρωποι ευνοημένης κοινωνικής θέσης έρχονται αντιμέτωποι με το δικό τους πλεονέκτημα, μπορεί να αντιδράσουν δίνοντας μεγαλύτερη έμφαση στις προσωπικές τους δυσκολίες και στο πόσο σκληρά εργάστηκαν για όσα απέκτησαν (Phillips & Lowery, 2020).

Πώς μπορεί να υποτιμήσουμε τη δυσκολία του άλλου

Το thick-skin bias περιγράφει μια χαρακτηριστική προκατάληψη: τείνουμε να θεωρούμε ότι άνθρωποι που βρίσκονται ήδη σε δυσμενή κοινωνικοοικονομική θέση θα επηρεαστούν λιγότερο από μια νέα δυσκολία, σαν να έχουν «σκληραγωγηθεί» από όσα έχουν ήδη περάσει (Cheek & Shafir, 2020).

Αυτό βέβαια δεν είναι πάντοτε λάθος· η προσαρμογή υπάρχει. Όμως μπορεί να συμβαίνει και το αντίθετο: μία επιπλέον οικονομική, οικογενειακή ή κοινωνική επιβάρυνση προστίθεται πάνω σε ήδη περιορισμένους πόρους και αυξάνει τη δυσφορία και το συνολικό φορτίο.

Γιατί υποτιμούμε τις δυσκολίες των άλλων Άνθρωπος σε δρόμο της πόλης με πινακίδα που συμβολίζει καθημερινή οικονομική δυσκολία και την κοινωνική υποτίμησή της

Ιδιαίτερο είναι και το εύρημα των Koo et al. (2023), με τον χαρακτηριστικό τίτλο If I Could Do It, So Can They. Πλούσιοι άνθρωποι που είχαν ξεκινήσει από χαμηλότερη κοινωνική θέση θεωρούσαν την κοινωνική άνοδο των φτωχότερων ευκολότερη απ’ ό,τι την θεωρούσαν άνθρωποι που είχαν γεννηθεί πλούσιοι. Η αντίληψη αυτή συνδεόταν με λιγότερη ενσυναίσθηση και μικρότερη αναγνώριση των θυσιών που απαιτούνται.

Κάτι αντίστοιχο έχει βρεθεί και πέρα από την οικονομική κατάσταση. Στη μελέτη Having ‘been there’ doesn’t mean I care, άνθρωποι που είχαν περάσει και ξεπεράσει μια δυσκολία, όπως bullying ή ανεργία, έκριναν αυστηρότερα εκείνους που δυσκολεύονταν σήμερα να αντιμετωπίσουν την ίδια κατάσταση (Ruttan et al., 2015).

Στην ίδια κατεύθυνση λειτουργεί και το empathy gap (έλλειμμα ενσυναίσθησης) : όταν δεν βρισκόμαστε στην κατάσταση που προκαλεί έναν συγκεκριμένο πόνο, περιορισμό ή ανάγκη, δυσκολευόμαστε να εκτιμήσουμε σωστά την έντασή του για εκείνον που τον βιώνει (Nordgren et al., 2011).

Ετσι με βάση τους παραπάνω 2 άξονες, πως βλέπουμε τον εαυτό μας και πως βλέπουμε τους άλλους, χτίζεται σταδιακά μια αρχική απάντηση στο ερώτημα του άρθρου “γιατί υποτιμούμε τις δυσκολίες των άλλων”

Από την προσωπική εμπειρία στη δημόσια ζωή

Η κοινωνική θέση μπορεί να επηρεάζει όχι μόνο το πώς αντιλαμβανόμαστε τη δυσκολία ενός άλλου ανθρώπου, αλλά και ποια προβλήματα θεωρούμε αρκετά σημαντικά ώστε να απασχολούν σοβαρά τον δημόσιο διάλογο και εντέλει ποιές παρεμβάσεις θα επιλέξουμε προς βελτίωση της δημόσιας ζωής.

Για κάποιον που δεν έχει χάσει ποτέ το σπίτι του από πυρκαγιά, μια καταστροφή μπορεί να παραμένει κυρίως μια είδηση. Για εκείνον που έχασε το σπίτι του σημαίνει απώλεια περιουσίας, μεταστέγαση, οικονομική ανασφάλεια, γραφειοκρατία και ενδεχομένως χρόνια ψυχική πίεση αποκατάστασης μέσα σε ένα συλλογικό πλαίσιο στεγαστικής κρίσης. Αντίστοιχα, για κάποιον με μεγάλη οικονομική άνεση η ακρίβεια μπορεί να είναι κάτι σχετικά απομακρυσμένο· για ένα νοικοκυριό που βρίσκεται στα όρια, σημαίνει συνεχείς (αδιανόητες για τους έχοντες) επιλογές ανάμεσα σε τρόφιμα, ενέργεια, στέγαση και άλλες βασικές ανάγκες.

Η έννοια της issue salience είναι χρήσιμη εδώ: ζητήματα που γίνονται προσωπικά, άμεσα και συγκεκριμένα αποκτούν μεγαλύτερο βάρος στις κρίσεις και στις πολιτικές μας προτεραιότητες. Μετά από ακραία καιρικά φαινόμενα, η προσωπική εμπειρία και ιδιαίτερα η πραγματική βλάβη έχουν συνδεθεί με μεγαλύτερη αντίληψη κινδύνου και αυξημένη υποστήριξη σχετικών πολιτικών (Demski et al., 2017· Zanocco et al., 2019).

Ακόμη και στην οικονομία, η καθημερινή προσωπική εμπειρία των τιμών επηρεάζει τις εκτιμήσεις μας για τον γενικό πληθωρισμό (D’Acunto et al., 2021).

Επιπλέον, άνθρωποι διαφορετικών κοινωνικοοικονομικών στρωμάτων τείνουν να κινούνται σε διαφορετικά κοινωνικά δίκτυα. Αυτό μπορεί να δημιουργεί στρεβλή εικόνα της συνολικής κοινωνικής πραγματικότητας, οδηγώντας σε υποεκτίμηση της ανισότητας και των κληρονομημένων πλεονεκτημάτων (Mijs & Usmani, 2024).

Όταν όσοι έχουν μεγαλύτερη πρόσβαση στο δημόσιο βήμα ζουν πολύ διαφορετική οικονομική και κοινωνική πραγματικότητα από μεγάλο μέρος του πληθυσμού, υπάρχει ο κίνδυνος ορισμένα προβλήματα να υποπροβάλλονται, να εμφανίζονται μικρότερα, πιο μακρινά ή λιγότερο επείγοντα από όσο είναι για εκείνους που τα υφίστανται.

Συμπέρασμα

  • Η θέση από την οποία κοιτάμε το σύστημα επηρεάζει και το πώς το ερμηνεύουμε.
  • Η δική μας πραγματικότητα δεν είναι κατ’ ανάγκη αντιπροσωπευτικό δείγμα της πραγματικότητας των άλλων.

Αυτό δεν σημαίνει ότι πρέπει να έχουμε βιώσει προσωπικά οπωσδήποτε κάθε δυσκολία για να την κατανοήσουμε. Σημαίνει όμως ότι χρειάζεται να θυμόμαστε πως η εμπειρία μας είναι ένα σημείο παρατήρησης για τα κοινωνικά φαινόμενα, όχι το σύνολο της κοινωνικής πραγματικότητας.

Σχετικά με το ευρύτερο πλαίσιο, δείτε επίσης το άρθρο Οικονομικές ανισότητες και κοινωνική ψυχολογία.


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής


Πηγές

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Κύλιση στην κορυφή