Τραύμα & διαταραχή μετατραυματικού στρες

Η διαταραχή μετατραυματικού στρες (PTSD) είναι μια ψυχική διαταραχή που μπορεί να εμφανιστεί μετά την έκθεση σε ένα ιδιαίτερα απειλητικό ή τραυματικό γεγονός. Χαρακτηρίζεται από επίμονη επαναβίωση της τραυματικής εμπειρίας, αποφυγή υπενθυμίσεων του γεγονότος, μεταβολές στη διάθεση και στη σκέψη, καθώς και αυξημένη αίσθηση απειλής ή υπερεγρήγορση. Τα συμπτώματα διαρκούν περισσότερο από έναν μήνα και προκαλούν σημαντική δυσφορία ή λειτουργική επιβάρυνση.

Η εμφάνιση PTSD δεν είναι αναπόφευκτη μετά από ένα τραυματικό γεγονός. Οι περισσότεροι άνθρωποι δεν αναπτύσσουν τη διαταραχή, ακόμη και όταν παρουσιάζουν αρχικά έντονες αντιδράσεις στρες.

Τι είναι το ψυχικό τραύμα

Όπως το σωματικό τραύμα είναι μια πλήξη στη συνοχή κάποιου βιολογικού μας ιστού, ενός σωματικού οργάνου, το ψυχικό τραύμα είναι ουσιαστικά μια ρήξη στον ψυχικό μας κόσμο, μια εσωτερική πληγή με χαρακτηριστικό τη διάρκεια.

Γιατί ενώ στο φυσικό τραυματισμό που δεν μπορεί ο ίδιος ο οργανισμός από μόνος του να επουλώσει, επιστρατεύεται εύκολα και επειγόντως η βοήθεια της ιατρικής ώστε να κλείσει η πληγή, στον ψυχικό τραυματισμό η αναζήτηση βοήθειας δεν είναι ή δεν ήταν μέχρι πρότινος “μέσα στο πρόγραμμα”.

Κάθε τραύμα συνεπάγεται αυτόματες απαντήσεις και προσαρμογές του νου και του σώματος σε συγκεκριμένα, αναγνωρίσιμα βλαβερά και συντριπτικά γεγονότα, είτε στην παιδική ηλικία είτε αργότερα.

Οι αντιδράσεις σε μια τραυματική εμπειρία διαφέρουν σημαντικά μεταξύ των ανθρώπων. Ορισμένοι εμφανίζουν παροδικά συμπτώματα, άλλοι μπορεί να παρουσιάζουν επίμονες δυσκολίες χωρίς να πληρούν τα κριτήρια κάποιας ψυχικής διαταραχής, ενώ αρκετοί ανακάμπτουν χωρίς μακροχρόνια ψυχοπαθολογία.

Η διαδεδομένη αντίληψη για το τραύμα το καθιστά ως αποκλειστικά κάτι πολύ σοβαρό και τεράστιο, που αφορά λίγους, αλλά και ότι προέρχεται μόνο από πολύ σοβαρά γεγονότα ζωής. Στην πραγματικότητα αυτό είναι μόνο η μία πλευρά του νομίσματος και πιο συχνά οδηγεί στη λεγόμενη μετατραυματική διαταραχή, δηλαδή ένα σύνολο ψυχικών και σωματικών εκδηλώσεων που εμφανίζονται μαζί.

Τραύμα υπάρχει παντού γύρω μας και προπάντων μέσα μας. Δεν είναι μόνο το κραυγαλέο, αυτό που συνέβη γιατί άσχημα πράγματα που δεν έπρεπε να συμβούν, συνέβησαν. Πολλά μικρά τραύματα μπορεί να φέρουμε όλοι μας, αφανή και δύσκολα προσβάσιμα στη συνειδητή μας μνήμη στην πλειοψηφία τους, κάποια όχι για άσχημα πράγματα που έγιναν, αλλά για καλά πράγματα που δεν έγιναν. Επειδή μπορεί να μη λάβαμε τα δέοντα που κάθε μικρό παιδί χρειάζεται και φυσικά όχι της υλικής τάξης, αλλά της συναισθηματικής.

Οπωσδήποτε όμως θα είναι σημαντικά για τον ψυχισμό, ειδικά μάλιστα ενός μικρού παιδιού, που αξιωματικά ως ανώριμη προσωπικότητα δεν έχει τα ανάλογα εφόδια ενός ενήλικα. Βέβαια ο μικρότερης κλίμακας τραυματισμός έχει τη συνέπεια ότι υποτιμάται ή περνάει απαρατήρητος τόσο από τα άτομα όσο και από την κοινότητα.

Για παράδειγμα το παιδί που αντιλαμβάνεται νωρίς ότι δεν ακούγονται οι ανάγκες, οι επιθυμίες που εκφράζει, θα μάθει να μην τις εκφράζει. Το παιδί που βιώνει να μην του δίνονται συναισθήματα, μπορεί και να επιλέξει διάφορους συμβιβασμούς ώστε να παίρνει έστω και κάτι μίνιμουμ από τους δικούς του. Μπορεί να επιλέξει ας πούμε την προσκόλληση, την εστίαση στις ανάγκες των άλλων, σε βάρος της δικής του αυτονόμησης.

Η πρόκληση τραύματος συνεπάγεται την έναρξη όποιας αμυντικής διαδικασίας είναι διαθέσιμη στον ψυχισμό μας για σκοπούς επιβίωσης. Ο αμυντικός μηχανισμός όμως δεν είναι τέλειος. Ενώ μπορεί να επιτυγχάνει στο παρόν τη μείωση του “suffering”, της ψυχικής δυσφορίας, οι φραγμοί που βάζει δε λύνουν το πρόβλημα. Ένας τέτοιος είναι η αποσύνδεση. Το τραυματισμένο άτομο αποσυνδέει τα τρομερά συναισθήματα που σχετίζονται με το τραύμα, ώστε να συνεχίσει να ζει, η αποσύνδεση όμως είναι γενικευμένης κλίμακας και καταλήγει να αφορά όλα τα συναισθήματα και όχι μόνο.

Το τραύμα μπορεί να διαταράξει ή να διαστρεβλώσει την αίσθηση του εαυτού μας, γεμίζοντας μας ντροπή.

“Το τραύμα συνιστά μια δύσκολα αναγνωρίσιμη απώλεια της σύνδεσης με τον εαυτό μας, τις οικογένειές μας, τον κόσμο γύρω μας” Peter Levine


παιδική κακοποίηση

Ο αριθμός των παιδιών που εκτίθενται σε σεξουαλική, σωματική, συναισθηματική βία ή παραμέληση κάθε χρόνο υπερβαίνει το 1 δισεκατομμύριο, δηλαδή τα μισά παιδιά στον κόσμο. Hillis et al. (2015). Global Prevalence of Past-year Violence Against Children: A Systematic Review and Minimum Estimates.


Διαφορά στρες και τραύματος

Δεν είναι όλα τα στρεσσογόνα γεγονότα τραυματικά, όμως όλα τα τραυματικά γεγονότα είναι στρεσσογόνα.

Το μετατραυματικό στρες είναι μια επαναλαμβανόμενη στρεσσογόνος αντίδραση, μια ειδική μορφή χρόνιου στρες που πυροδοτείται από ερεθίσματα που μας θυμίζουν κάποια πλευρά του αρχικού συμβάντος. Η αντίδραση αυτή εμφανίζεται πιο αστραπιαία από το σύνηθες στρες και καθυστερεί περισσότερο να αποδράμει.

Δημιουργεί όπως προαναφέραμε μια βαθύτερη ρήξη που παραμένει και γίνεται εφαλτήριο σοβαρών εκδηλώσεων, ψυχικών και σωματικών προβλημάτων υγείας που διαταράσσουν τη ζωή και τη λειτουργία μας.


Νευροβιολογία τραύματος

Η επεξεργασία των απειλητικών εμπειριών περιλαμβάνει ένα δίκτυο εγκεφαλικών περιοχών, στο οποίο συμμετέχουν κυρίως η αμυγδαλή και ο ιππόκαμπος από το μεταιχμιακό σύστημα καθώς και περιοχές του προμετωπιαίου φλοιού.

Η αμυγδαλή συμβάλλει στην αναγνώριση και στην επεξεργασία της απειλής, ο ιππόκαμπος στη μνήμη και στο πλαίσιο μέσα στο οποίο καταγράφεται μια εμπειρία, ενώ ο προμετωπιαίος φλοιός συμμετέχει στη ρύθμιση των συναισθηματικών αντιδράσεων.

Στη διαταραχή μετατραυματικού στρες έχουν παρατηρηθεί μεταβολές στη λειτουργία αυτών των δικτύων, καθώς και στα συστήματα που ρυθμίζουν την απόκριση στο στρες, όπως το αυτόνομο νευρικό σύστημα και ο άξονας υποθαλάμου–υπόφυσης–επινεφριδίων. Ενεργοποιείται έτσι ένα σύστημα συναγερμού, ξεκινά δηλαδή ένας “καταρράκτης” ορμονικών και νευροδιαβιβαστικών αλλαγών (νοραδρεναλίνη, αδρεναλίνη, κορτιζόλη) παρόμοιο με αυτό που θα συνέβαινε αν αντιμετωπίζαμε μια άμεση απειλή για τη ζωή μας.

Τα παραπάνω απεικονίζονται στον εγκέφαλο κατά τη διάρκεια fMRI και άλλων απεικονιστικών εξετάσεων όπου παρατηρείται αυξημένη ενεργοποίηση της αμυγδαλής και ιπποκάμπου καθώς και πληθώρα άλλων αλλαγών. Τα ευρήματα βέβαια παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια και επί του παρόντος δεν αποτελούν από μόνα τους κλινικούς διαγνωστικούς βιοδείκτες του PTSD.

Η παιδική κακοποίηση για παράδειγμα έχει βρεθεί ότι δημιουργεί παρατεταμένες αλλαγές στη νευροβιολογία του εγκεφάλου. Αναφέρεται στα συμπεράσματα της σχετικής ανασκόπησης ότι “αυτές οι εγκεφαλικές αλλαγές μπορεί να γίνουν καλύτερα κατανοητές ως προσαρμοστικές απαντήσεις για τη διευκόλυνση της επιβίωσης και της αναπαραγωγής ενόψει των ισχυρών αντιξοοτήτων. Η σχέση τους με την ψυχοπαθολογία είναι πολύπλοκη καθώς είναι ευδιάκριτες τόσο σε ευαίσθητα όσο και σε ανθεκτικά άτομα με ιστορικό κακοποίησης.”

Για παράδειγμα η λεκτική κακοποίηση υπερδραστηριοποιεί τα συστήματα απειλών και αμβλύνει τις αντιδράσεις ανταμοιβής στον εγκέφαλο των παιδιών.

ψυχικός τραυματισμός από εκφοβισμό

Παράγοντες κινδύνου και προστατευτικοί παράγοντες για τραύμα

♦♦ Είναι σημαντικό να γνωρίζουμε ότι δεν θα αναπτύξουν μετατραυματική διαταραχή στρες όλα τα άτομα που βίωσαν ένα εν δυνάμει ψυχοτραυματικό γεγονός. Στην πραγματικότητα, οι περισσότεροι δεν θα το κάνουν, αν και μια προσεκτικότερη και πιο μακροπρόθεσμη ανάγνωση της ιστορίας τους μπορεί να αποκαλύψει ότι χαρακτηριστικά προσωπικότητας, θετικά γνωρίσματα και συγκεκριμένες συνήθειες μπορεί να οφείλονται σε μικρά τραύματα.

Πληθώρα παραγόντων φαίνεται να διαδραματίζουν ρόλο σε αυτό. Έτσι έχουν βρεθεί κάποιοι παράγοντες κινδύνου, οι οποίοι αυξάνουν τον κίνδυνο για ανάπτυξη της εν λόγω διαταραχής, αλλά και κάποια προστατευτικοί παράγοντες, που φαίνεται να βοηθούν τα άτομα να αντιμετωπίσουν το τραυματικό γεγονός που βίωσαν:

  • Παράγοντες κινδύνου: βίωση επικίνδυνων γεγονότων, μαρτυρία ενός σοβαρού τραυματισμού ή ενός πτώματος, παιδικά τραύματα, αίσθημα τρόμου ή αδυναμίας, έλλειψη υποστηρικτικού δικτύου, ύπαρξη επιπρόσθετων στρεσογόνων παραγόντων, ύπαρξη ιστορικού ψυχικής ασθένειας ή χρήσης ουσιών
  • Προστατευτικοί παράγοντες: Αναζήτηση υποστήριξης από άλλα άτομα, όπως φίλους και οικογένεια, ύπαρξη θετικής στρατηγικής αντιμετώπισης, ικανότητα ανάληψης δράσης παρά την ύπαρξη αυξημένων επιπέδων φόβου

Η ύπαρξη ψυχικής ανθεκτικότητας λειτουργεί προστατευτικά. Μπορείτε να μάθετε για την έννοια της ψυχικής ανθεκτικότητας και τους παράγοντες που την επηρεάζουν στο ειδικό άρθρο.

Ψυχική ανθεκτικότητα

Θα πρέπει να πούμε ότι η ίδια η κοινωνία με όλες τις παθογένειες & δυσλειτουργίες της δύναται να αποτελέσει γενεσιουργό αίτιο για ένα ψυχικό τραυματισμό. Από ανέκαθεν έχουν άλλωστε αναγνωριστεί κοινωνικά αίτια για τις ψυχικές διαταραχές γενικότερα.

Αν και τα τραύματα της παιδικής ηλικίας έχουν θεωρητικά τη μεγαλύτερη βαρύτητα, κάθε είδους βία και κακοποίηση που θα δεχτεί το άτομο σε οποιαδήποτε ηλικία και για μεγάλα χρονικά διαστήματα, εντός της οικογένειας, του σχολείου, μιας δομής, της εργασίας, του κοινωνικού περίγυρου, της χώρας του μπορεί δυνητικά να προκαλέσει ψυχικό τραυματισμό. Αναφέρονται ενδεικτικά :

  • Εκφοβισμός (bullying)
  • Απώλεια
  • Γονεϊκή αδιαφορία – απόρριψη – παραμέληση
  • Κάθε είδους κακοποίηση σε κάθε ανθρώπινη σχέση : Σωματική – σεξουαλική – λεκτική – ψυχολογική
  • Στιγματισμός – ρατσισμός
  • Κοινωνικοοικονομική αποσάρθρωση : ακρίβεια, φτώχεια, ανεργία, ανισότητες
  • Εργασιακή ανασφάλεια , mobbing (κακομεταχείριση σε εργασιακό επίπεδο)
  • Πόλεμος (διαταραχή, αλλά και ως διαγενεακό τραύμα)

Ουδείς μπορεί να αρνηθεί την ύπαρξη των παραπάνω σε ποικίλους βαθμούς εντός των ανθρώπινων κοινωνιών.


Τι είναι η διαταραχή μετατραυματικού στρες

Η διαταραχή μετατραυματικού στρες είναι μια ψυχική διαταραχή που μπορεί να αναπτυχθεί σε άτομα τα οποία έχουν βιώσει κάποιο ψυχοτραυματικό γεγονός, όπως ένας θανατηφόρος σεισμός, μια τρομοκρατική επίθεση, ένας βιασμός ή μια απειλή της ζωής τους σε μία ένοπλη ληστεία.

Όλοι οι άνθρωποι στη διάρκεια της ζωής μας θα κληθούμε να βιώσουμε ψυχοπιεστικές καταστάσεις, όπως τον θάνατο ενός αγαπημένου μας ατόμου, ένα διαζύγιο, μια σοβαρή ασθένεια. Είναι φυσικό να αισθανόμαστε φοβισμένοι κατά τη διάρκεια και μετά από μια στρεσογόνα κατάσταση. Ο φόβος προκαλεί πολλές αλλαγές σε κλάσματα του δευτερολέπτου στο σώμα για να βοηθήσει στην άμυνα ενάντια στον κίνδυνο ή στην αποφυγή του. Αυτή η απάντηση «μάχης ή πτήσης» είναι μια τυπική αντίδραση που προορίζεται να προστατεύσει ένα άτομο από βλάβη.

διαταραχή μετατραυματικού στρες από δυστύχημα

Υπάρχουν κάποια όμως γεγονότα, τα οποία καλούνται «ψυχοτραυματικά» λόγω της βίαιης φύσης τους, της έντασης και της σκληρότητάς τους. Σύμφωνα με τα διαγνωστικά κριτήρια του DSM-5-TR, η τραυματική έκθεση που σχετίζεται με το PTSD αφορά πραγματικό ή επαπειλούμενο θάνατο, σοβαρό τραυματισμό ή σεξουαλική βία. Μπορεί να περιλαμβάνει την άμεση εμπειρία, την προσωπική μαρτυρία του γεγονότος, την πληροφορία ότι συνέβη σε στενό συγγενή ή φίλο υπό συγκεκριμένες συνθήκες, καθώς και επαναλαμβανόμενη επαγγελματική έκθεση σε αποτρόπαιες λεπτομέρειες τραυματικών συμβάντων.

Τα γεγονότα αυτά δημιουργούν έντονο φόβο ή και πανικό τη στιγμή που συμβαίνουν. Βέβαια, ένας συνδυασμός παραγόντων είναι αυτός που καθορίζει την αντίδραση μας στη συνέχεια και αν θα υπάρξει ψυχικός τραυματισμός. Υπάρχουν κάποιοι άνθρωποι που θα επηρεαστούν σημαντικά από αυτά, σωματικά και ψυχικά, προσωρινά ή και χρόνια, ενώ ένα μέρος από αυτούς μπορεί να αναπτύξει διαταραχή μετατραυματικού στρες (post traumatic stress disorder, PTSD).

Μετά από ένα τραυματικό γεγονός είναι συχνές οι αρχικές αντιδράσεις φόβου, υπερεγρήγορσης, διαταραχής ύπνου ή ανεπιθύμητων αναμνήσεων, οι οποίες σε πολλούς ανθρώπους υποχωρούν σταδιακά. Όταν, κατά το διάστημα από τρεις ημέρες έως έναν μήνα μετά το γεγονός, εμφανίζεται συγκεκριμένος συνδυασμός συμπτωμάτων με σημαντική δυσφορία ή λειτουργική επιβάρυνση, μπορεί να τεθεί η διάγνωση της οξείας διαταραχής στρες. Η διάγνωση αυτή δεν αφορά κάθε παροδική αντίδραση σε ένα τραυματικό συμβάν.

Εκείνοι που συνεχίζουν να αντιμετωπίζουν προβλήματα ή εμφανίσουν αργότερα (και όχι απαραίτητα αμέσως μετά το συμβάν) μπορεί να διαγνωστούν με διαταραχή μετατραυματικού στρες. Τα άτομα που έχουν PTSD μπορεί να αισθάνονται άγχος ή φόβο, ακόμη και όταν δεν βρίσκονται σε κίνδυνο.


Συμπτώματα διαταραχής μετατραυματικού στρες

Τα συμπτώματα στη διαταραχή μετατραυματικού στρες εμπίπτουν σε 4 κατηγορίες: εισβολή, αποφυγή, αλλαγές στις νοητικές διεργασίες και τη διάθεση και αλλαγές στην εγρήγορση και την αντιδραστικότητα. Η σοβαρότητα των συμπτωμάτων μπορεί να ποικίλλει.

Τα συμπτώματα μπορεί να περιλαμβάνουν επαναλαμβανόμενες ανεπιθύμητες αναμνήσεις, εφιάλτες, αναδρομές της τραυματικής εμπειρίας (flashbacks), αποφυγή σχετικών ερεθισμάτων, αρνητικές μεταβολές στη διάθεση, υπερεπαγρύπνηση και διαταραχές ύπνου. Δεν εμφανίζονται όλα με την ίδια ένταση ή συχνότητα σε κάθε άνθρωπο.

Συμπτώματα Εισβολής

  • 1. Επαναλαμβανόμενες, ακούσιες, παρεισφρέουσες οδυνηρές αναμνήσεις του τραυματικού γεγονότος
  • 2. Επαναλαμβανόμενα οδυνηρά όνειρα σχετικά με το τραυματικό γεγονός
  • 3. Αποσυνδετικές αντιδράσεις κατά τις οποίες το άτομο αισθάνεται ότι ξαναζεί το γεγονός
  • 4. Έντονη και παρατεταμένη ψυχολογική καταπόνηση από την έκθεση σε σημεία που συμβολίζουν ή προσομοιάζουν σε ένα χαρακτηριστικό του γεγονότος
  • 5. Σημαντικές σωματικές αντιδράσεις κατά την έκθεση σε σημεία που συμβολίζουν ή προσομοιάζουν σε ένα χαρακτηριστικό του γεγονότος

Συμπτώματα Αποφυγής

Στοιχεία που υπενθυμίζουν στο άτομο το τραυματικό γεγονός μπορεί να είναι ιδιαίτερα οδυνηρά. Έτσι, το άτομο συχνά προσπαθεί να αποφύγει εσωτερικά ή εξωτερικά στοιχεία που συνδέονται με αυτό, όπως οδυνηρές αναμνήσεις, σκέψεις ή αισθήματα ή/και εξωτερικές υπενθυμίσεις (άνθρωποι, τόποι, συνομιλίες, δραστηριότητες, αντικείμενα, καταστάσεις).

Μεταβολές στις Νοητικές Διεργασίες και τη Διάθεση

  • Ανικανότητα να θυμηθεί κάποιο χαρακτηριστικό του τραυματικού γεγονότος
  • Επίμονες και αρνητικές πεποιθήσεις σχετικά με τον εαυτό
  • Επίμονες και διαστρεβλωμένες γνωσίες σχετικά με την αιτία που προκάλεσε το γεγονός
  • Επίμονη, αρνητική συναισθηματική κατάσταση (φόβος, θλίψη, οργή, άγχος)
  • Μειωμένο ενδιαφέρον για συμμετοχή σε κοινωνικές δραστηριότητες
  • Αίσθημα αποξένωσης από τους άλλους
  • Ανικανότητα για βίωση θετικών συναισθημάτων

Μεταβολές στην Εγρήγορση ή την Αντιδραστικότητα

  • Ευερεθιστότητα
  • Αυτοκαταστροφική συμπεριφορά
  • Υπερεπαγρύπνηση
  • Υπερβολική αντίδραση ξαφνιάσματος
  • Προβλήματα στη συγκέντρωση
  • Διαταραχή του ύπνου

Διάγνωση διαταραχής μετατραυματικού στρες

Για να διαγνωσθεί κάποιος με την εν λόγω διαταραχή τα συμπτώματα πρέπει να διαρκούν περισσότερο από έναν μήνα και να προκαλούν σημαντική ψυχική καταπόνηση ή/ και έκπτωση σε έναν ή περισσότερους τομείς της λειτουργικότητας, όπως ο εργασιακός και ο κοινωνικός.

Τα συμπτώματα εμφανίζονται συχνά κατά τους πρώτους μήνες μετά το τραυματικό γεγονός, αλλά σε ορισμένες περιπτώσεις μπορεί να υπάρξει καθυστερημένη πλήρης εκδήλωση της διαταραχής. Η διάγνωση βασίζεται στην κλινική αξιολόγηση του τραυματικού ιστορικού, των χαρακτηριστικών συμπτωμάτων, της διάρκειας και της επίδρασής τους στη λειτουργικότητα.

Η αποσύνδεση και οι δυσκολίες ανάκλησης ορισμένων πλευρών της τραυματικής εμπειρίας μπορεί να αποτελούν μέρος της συμπτωματολογίας, χωρίς όμως να εμφανίζονται σε όλους τους ασθενείς ή να αποτελούν προϋπόθεση της διάγνωσης.

Για την αξιολόγηση μπορούν να χρησιμοποιηθούν κατάλληλα εργαλεία, όπως το PCL-5, ενώ η δομημένη κλινική συνέντευξη CAPS-5 αποτελεί μία από τις βασικές μεθόδους διαγνωστικής εκτίμησης. Τα ερωτηματολόγια αυτοαναφοράς βοηθούν στον εντοπισμό και στην παρακολούθηση των συμπτωμάτων, αλλά δεν υποκαθιστούν την ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση.

Ιδιαίτερα, περιστατικά που κινούνται σε «γκρίζες ζώνες», από την άποψη πως κανονικοποιούνται από την κοινωνία στην οποία ζούμε χωρίς να αποδίδονται ευθύνες και κυρώσεις όπως αναλογούν, όπως η έμφυλη βία, η σεξουαλική παρενόχληση ή κακοποίηση, δημιουργώντας μάλιστα πολλές φορές αισθήματα ντροπής και ενοχής στα ίδια τα θύματα, μπορούν να αφήσουν ένα έντονο ψυχικό αποτύπωμα και να προκαλούν σοβαρές δυσκολίες στην καθημερινότητά τους, που είναι πιθανό να χρειαστούν χρόνια και πολλές ώρες ψυχοθεραπείας μέχρι να βρεθεί η πηγή τους.

τραύμα

Σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες (C-PTSD)

Η σύνθετη διαταραχή μετατραυματικού στρες (Complex PTSD ή C-PTSD) αναγνωρίζεται στο ICD-11 ως ξεχωριστή διάγνωση. Συνδέεται συνήθως με παρατεταμένες ή επαναλαμβανόμενες τραυματικές εμπειρίες, ιδιαίτερα όταν η διαφυγή από αυτές ήταν δύσκολη ή αδύνατη, όπως μπορεί να συμβεί σε χρόνια κακοποίηση, ενδοοικογενειακή βία, βασανιστήρια ή παρατεταμένη αιχμαλωσία.

Στο C-PTSD υπάρχουν τα βασικά χαρακτηριστικά του PTSD — αναβίωση του τραυματικού γεγονότος, αποφυγή και επίμονη αίσθηση απειλής — αλλά επιπλέον εμφανίζονται τρεις ομάδες δυσκολιών που αφορούν την «οργάνωση του εαυτού»: δυσκολία στη ρύθμιση των συναισθημάτων, επίμονη αρνητική εικόνα για τον εαυτό και δυσκολίες στη δημιουργία ή διατήρηση στενών σχέσεων.

Το C-PTSD παρουσιάζει ορισμένες ομοιότητες με άλλες διαταραχές, ιδιαίτερα με την οριακή διαταραχή προσωπικότητας, χωρίς όμως να ταυτίζεται με αυτή. Η διάκριση βασίζεται στο συνολικό πρότυπο των συμπτωμάτων, στη σχέση τους με το τραύμα και στην πορεία τους στον χρόνο και απαιτεί ολοκληρωμένη κλινική αξιολόγηση.

Διαταραχή μετατραυματικού στρες μετά από νοσηλεία σε ΜΕΘ

Η νοσηλεία σε Μονάδα Εντατικής Θεραπείας μπορεί να αποτελέσει ιδιαίτερα επιβαρυντική εμπειρία, όχι μόνο λόγω της σοβαρότητας της νόσου, αλλά και εξαιτίας του φόβου για τη ζωή, των επώδυνων παρεμβάσεων, της σύγχυσης ή των δυσάρεστων αναμνήσεων από τη νοσηλεία.

Σε έρευνα του πανεπιστημίου Johns Hopkins προκύπτει το εξής σημαντικό εύρημα: Στο 1/3 περίπου των νοσηλευόμενων σε μονάδα εντατικής θεραπείας που κατάφεραν και επέζησαν ανευρέθη κλινική διαταραχή μετατραυματικού στρες. Μάλιστα τα 2/3 εξ’ αυτών συνέχισαν να έχουν συμπτώματα 2 χρόνια μετά τη νοσηλεία τους.

Ποια η γενεσιουργός αιτία εδώ; Η τόσο κοντινή επαφή με το θάνατο.

Σε συστηματική ανασκόπηση και μετα-ανάλυση 48 μελετών, περίπου ένας στους πέντε επιζώντες νοσηλείας σε ΜΕΘ παρουσίαζε συμπτώματα μετατραυματικού στρες. Το ποσοστό διέφερε σημαντικά μεταξύ των μελετών, ενώ η παρουσία συμπτωμάτων δεν ισοδυναμεί απαραίτητα με επιβεβαιωμένη διάγνωση PTSD.

Τα ευρήματα αναδεικνύουν την ανάγκη η φροντίδα μετά τη ΜΕΘ να μην περιορίζεται αποκλειστικά στη σωματική αποκατάσταση. Η αναγνώριση πιθανών μετατραυματικών συμπτωμάτων και η κατάλληλη ψυχολογική ή ψυχιατρική υποστήριξη αποτελούν σημαντικές διαστάσεις της συνολικής αποκατάστασης.

Θεραπεία διαταραχής μετατραυματικού στρες

Όταν κάποιος έχει βιώσει κάτι τόσο δύσκολο και υποφέρει από διαταραχή μετατραυματικού στρες μπορεί να νιώθει πως δεν θα μπορέσει με τίποτα να επιστρέψει στην κανονική ζωή. Η αντιμετώπιση πράγματι, μπορεί να αποβεί ιδιαίτερα επώδυνη. Ωστόσο, υπάρχουν μια σειρά από θεραπείες, οι οποίες έχει φανεί ότι μπορεί να βοηθήσουν σε σημαντικό βαθμό.

Η θεραπεία της διαταραχής μετατραυματικού στρες βασίζεται κυρίως σε ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις εστιασμένες στο τραύμα, οι οποίες διαθέτουν την ισχυρότερη επιστημονική τεκμηρίωση.

Στις περισσότερο μελετημένες προσεγγίσεις περιλαμβάνονται η παρατεταμένη έκθεση (Prolonged Exposure – PE), η θεραπεία γνωσιακής επεξεργασίας (Cognitive Processing Therapy – CPT) και η απευαισθητοποίηση και επανεπεξεργασία μέσω οφθαλμικών κινήσεων (EMDR). Οι θεραπείες αυτές αξιοποιούν διαφορετικές τεχνικές για την επεξεργασία της τραυματικής εμπειρίας, τη μείωση της αποφυγής και την τροποποίηση δυσλειτουργικών πεποιθήσεων που σχετίζονται με το τραύμα.

Η φαρμακευτική αγωγή μπορεί επίσης να βοηθήσει, ιδιαίτερα όταν η κατάλληλη ψυχοθεραπεία δεν είναι διαθέσιμη, δεν είναι εφικτή ή δεν αποτελεί την προτίμηση του ασθενούς. Μεταξύ των αντικαταθλιπτικών με την ισχυρότερη τεκμηρίωση για το PTSD περιλαμβάνονται η σερτραλίνη, η παροξετίνη και η βενλαφαξίνη. Η επιλογή θεραπείας χρειάζεται να λαμβάνει υπόψη τη συμπτωματολογία, τις συνυπάρχουσες διαταραχές, το ιστορικό και τις προτιμήσεις του ασθενούς.

Άλλες ψυχοθεραπευτικές προσεγγίσεις, συμπεριλαμβανομένων ψυχοδυναμικών παρεμβάσεων, μπορεί να έχουν θέση στην εξατομικευμένη αντιμετώπιση, ιδιαίτερα όταν υπάρχουν σύνθετες διαπροσωπικές δυσκολίες ή συνυπάρχουσα ψυχοπαθολογία. Ωστόσο, η ειδική τεκμηρίωσή τους για τη μείωση των βασικών συμπτωμάτων του PTSD δεν είναι αντίστοιχη με εκείνη των περισσότερο μελετημένων θεραπειών εστιασμένων στο τραύμα.

Ο επαναληπτικός διακρανιακός μαγνητικός ερεθισμός (rTMS) αποτελεί επίσης αντικείμενο κλινικής έρευνας για τη διαταραχή μετατραυματικού στρες, με ορισμένες μελέτες να καταγράφουν βελτίωση των συμπτωμάτων. Ωστόσο, τα διαθέσιμα δεδομένα δεν επαρκούν ακόμη για να θεωρηθεί καθιερωμένη θεραπεία πρώτης γραμμής για το PTSD.


Συγγραφή και επιμέλεια : Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Κύλιση στην κορυφή