Σταθεροποιητές διάθεσης, αναστολείς χολινεστεράσης

Διαβάστε στο παρόν άρθρο για τους σταθεροποιητές του συναισθήματος, τους αναστολείς χολινεστεράσης, τα διεγερτικά του ΚΝΣ και άλλα ψυχιατρικά φάρμακα.

Σταθεροποιητές διάθεσης

Οι σταθεροποιητές δεν αποτελούν αποκλειστικά ψυχιατρικά φάρμακα. Στην ψυχιατρική όπως δηλώνει και η ονομασία τους αντιμετωπίζουν συναισθηματικού τύπου συμπτώματα, τα οποία προεξάρχουν κυρίως στη διπολική διαταραχή. Παράλληλα χρησιμοποιούνται και σε όλες τις ψυχικές διαταραχές όπου εμφανίζεται έντονη συναισθηματική ευμεταβλητότητα, ακράτεια, ευερεθιστότητα, επιθετικότητα.

Έτσι δεν είναι παράξενο ασθενείς με σχιζοφρένεια, κατάθλιψη, διαταραχές προσωπικότητας, κατάχρηση αλκοόλ και άλλων ουσιών, διαταραχές των παρορμήσεων, η τριχοτιλλομανία, η ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, η νόσος Tourette και οι διαταραχές πρόσληψης τροφής να κρίνεται απαραίτητο να λάβουν σταθεροποιητές.

Οι σταθεροποιητές έχουν την ιδιότητα να ενισχύουν τη δράση φαρμάκων άλλων κατηγοριών όπως τα αντικαταθλιπτικά και τα αντιψυχωτικά κι έτσι χρησιμοποιούνται ευρύτατα σε ανθεκτικές περιπτώσεις. Ειδική μνεία π.χ. πρέπει να γίνει στη λαμοτριγίνη, η οποία έχει σημαντική θέση στη θεραπεία της κατάθλιψης. Με εξαίρεση το λίθιο τα φάρμακα αυτής της κατηγορίας χρησιμοποιούνται  και στη θεραπεία της επιληψίας.

  • Λίθιο (lithium)
  • Βαλπροϊκό (depakine)
  • Καρβαμαζεπίνη (tegretol)
  • Οξκαρβαμαζεπίνη (trileptal)
  • Λαμοτριγίνη (lamictal)
  • Τοπιραμάτη (topamac)
  • Γκαμπαπεντίνη (neurontin)

Ενδείξεις εγκεκριμένες από τον FDA για τους σταθεροποιητές διάθεσης

  •      Το λίθιο έχει έγκριση ως μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία για οξεία μανιακά επεισόδια και ως θεραπεία συντήρησης.
  •      Το βαλπροϊκό έχει εγκριθεί ως μονοθεραπεία ή συνδυαστική θεραπεία για οξεία μανιακά επεισόδια και μπορεί να χρησιμοποιηθεί για σύνθετους μερικούς, απλούς σπασμούς και απουσίες και ως προφύλαξη από πονοκέφαλο ημικρανίας.
  •      Η καρβαμαζεπίνη έχει έγκριση για μονοθεραπεία και συνδυαστική θεραπεία για οξεία μανιακά και μικτά επεισόδια σε διπολική διαταραχή και μπορεί επιπλέον να αποτελέσει θεραπεία για διαταραχές επιληπτικών κρίσεων και νευραλγία τριδύμου.
  •      Η λαμοτριγίνη είναι εγκεκριμένη για θεραπεία συντήρησης στη διπολικη διαταραχη και επίσης ως αντιεπιληπτικό φάρμακο.

Ανεπιθύμητες ενέργειες σταθεροποιητών διάθεσης

Λίθιο: Το λίθιο μπορεί να προκαλέσει τρόμο, αύξηση βάρους ή να οδηγήσει σε υποθυρεοειδισμό. Λόγω της απέκκρισης του λιθίου μέσω των νεφρών, οι ανεπιθύμητες ενέργειες εκδηλώνονται με τη μορφή νεφρογενούς άποιου διαβήτη και, σπανιότερα, χρόνιας διάμεσης νεφρίτιδας. Περίπου 20 έως 40% των ασθενών που λαμβάνουν χρόνια λίθιο αναπτύσσουν πολυουρία και πολυδιψία. Ευτυχώς, ο διαβήτης που εμφανίζεται λόγω θεραπείας με λίθιο αντιμετωπίζεται με παρόμοιο τρόπο με θειαζιδικά διουρητικά, ΜΣΑΦ και δίαιτα χαμηλού αλατιού.

Βαλπροϊκό οξύ: Οι ανεπιθύμητες ενέργειες του βαλπροϊκού οξέος περιλαμβάνουν αύξηση βάρους και γαστρεντερικές διαταραχές όπως ναυτία και έμετο, καθώς και αλωπεκία, τρόμο και μώλωπες, πιθανότατα λόγω θρομβοπενίας. Περίπου το 5 έως 10% των ασθενών που τοποθετούνται σε μακροχρόνιο σχήμα βαλπροϊκού οξέος αναπτύσσουν αύξηση των τρανσαμινασών, αν και σημαντικός αριθμός περιπτώσεων επιλύονται από μόνοι τους χωρίς να απαιτείται διακοπή του σχήματος. Άλλες μη συχνές, πιο σοβαρές μορφές τοξικότητας βαλπροϊκού οξέος μπορεί να είναι εγκεφαλοπάθεια, ηπατοτοξικότητα και οξεία παγκρεατίτιδα.

Καρβαμαζεπίνη: Η καρβαμαζεπίνη μπορεί να επιφέρει ναυτία, έμετο, διάρροια και υπονατριαιμία, κνησμό και εξάνθημα. Οι νευρολογικού τύπου παρενέργειες που σχετίζονται με τη θεραπεία με καρβαμαζεπίνη περιλαμβάνουν πονοκέφαλο, ζάλη, αλλαγές στην όραση (θολή ή διπλωπία), λήθαργο και υπνηλία. Η καρβαμαζεπίνη λόγω επαγωγής αρκετών ενζυμικών συστημάτων ενδέχεται να μειώνει τη δράση άλλων φαρμάκων.

Λαμοτριγίνη: Η θεραπεία με λαμοτριγίνη έχει παρόμοιο προφίλ ανεπιθύμητων ενεργειών με την καρβαμαζεπίνη, καθώς περιλαμβάνει εξάνθημα και ναυτία ως εξέχουσες παρενέργειες. Οι νευρολογικές παρενέργειες περιλαμβάνουν διπλωπία, ζάλη και τρόμο.


Φάρμακα για την άνοια

Αναστολείς χολινεστεράσης

Πρόκειται για φάρμακα που χρησιμοποιούνται για την επιβράδυνση της εξέλιξης στην άνοια alzheimer.

Στην άνοια παρατηρείται εκφυλισμός εγκεφαλικών νευρώνων, μεταξύ αυτών και των χολινεργικών, δηλαδή αυτών που «επικοινωνούν» μέσω του νευροδιαβιβαστή ακετυλοχολίνη (acetylcholine).

Η ακετυλοχολινεστεράση είναι το ένζυμο που διασπά την ακετυλοχολίνη, επομένως αν αναστείλουμε τη δράση του ενζύμου αυτού θα υπάρχει περισσότερη ακετυλοχολίνη και άρα περισσότερη χολινεργική νευροδιαβίβαση και άρα επαρκέστερη εγκεφαλική λειτουργία στους εναπομείναντες φυσιολογικούς νευρώνες.

Οι αναστολείς της ακετυλοχολινεστεράσης έχουν ποικίλες ενδείξεις. Συνηθέστερα, η χρήση τους είναι στη θεραπεία νευροεκφυλιστικών ασθενειών όπως η νόσος Αλτσχάιμερ, η νόσος του Πάρκινσον και η άνοια Lewy-body. Διαφορετικές φυσιολογικές διεργασίες σε αυτές τις εκφυλιστικές διαταραχές καταστρέφουν τα κύτταρα που παράγουν ACh και μειώνουν τη χολινεργική νευροδιαβίβαση σε διαφορετικές περιοχές του εγκεφάλου.

Το μειονέκτημά των φαρμάκων αυτών είναι ότι όσο πιο προχωρημένο είναι το στάδιο άνοιας του ασθενούς, τόσο μικρότερη αποτελεσματικότητα έχουν, καθώς όσο προχωρά η άνοια τόσο λιγότεροι άθικτοι νευρώνες παραμένουν στον εγκέφαλο. Οι αναστολείς χολινεστεράσης σε χρήση σήμερα είναι :

  • Δονεπεζίλη (aricept)
  • Ριβαστιγμίνη (exelon)
  • Γαλανταμίνη (reminyl)

Μεμαντίνη

Η μεμαντίνη (ebixa, mobius) είναι ανταγωνιστής του υποδοχέα γλουταμινικού NMDA. Χρησιμοποιείται για να επιβραδύνει τη νευροτοξικότητα που πιστεύεται ότι εμπλέκεται στη νόσο Αλτσχάιμερ και σε άλλες νευροεκφυλιστικές ασθένειες. Η μεμαντίνη μπλοκάρει τον υποτύπο των υποδοχέων NMDA των υποδοχέων γλουταμινικού εμποδίζοντας την υπερ-ενεργοποίηση των υποδοχέων γλουταμίνης, ενώ επιτρέπει την κανονική δραστηριότητα.

Η μεμαντίνη επιδεικνύει επίσης ανταγωνιστική δράση στους σεροτονεργικούς τύπους 3 (5-ΗΤ3) και στους νικοτινικούς υποδοχείς ακετυλοχολίνης. Δεν έχει δραστηριότητα στους υποδοχείς γ-αμινοβουτυρικού οξέος (GABA), ντοπαμίνης, ισταμίνης, νοραδρεναλίνης ή σε διαύλους ασβεστίου, νατρίου ή καλίου.

Οι πιο συχνές παρενέργειες της μεμαντινης είναι ζάλη, πονοκέφαλος, σύγχυση, διάρροια και δυσκοιλιότητα, κόπωση.

Ηρεμιστικά για την άνοια;

Τα ηρεμιστικά φάρμακα τύπου βενζοδιαζεπίνης δεν ενδείκνυνται για συνεχή χρήση σε ηλικιωμένους γενικά και άρα ούτε και στην άνοια. Δυστυχώς όμως είναι μια εικόνα που βλέπουμε στην πράξη.

Σε ανθρώπους με ανοϊκή συνδρομή είναι συχνά αναγκαίο να γίνει συμπτωματική αντιμετώπιση της ανησυχίας, του άγχους, της διέγερσης, της αϋπνίας, των ψυχωτικών συμπτωμάτων. Έτσι σε αυτές τις περιπτώσεις θα χρησιμοποιηθούν φάρμακα από άλλες κατηγορίες όπως αντικαταθλιπτικά και αντιψυχωτικά σε χαμηλές δόσεις.

Παρενέργειες φαρμάκων άνοιας

Οι αναστολείς της χολινεστεράσης αυξάνουν τη συνολική διαθέσιμη ποσότητα ακετυλοχολίνης. Έτσι, μπορεί να υπάρχουν συμπτώματα υπερδιέγερσης του παρασυμπαθητικού νευρικού συστήματος, όπως αυξημένη εντερική κινητικότητα (διάρροια), βραδυκαρδία, υπόταση.

Οι προσωρινές ανεπιθύμητες ενέργειες κατά την έναρξη ασθενών με αναστολείς της χολινεστεράσης περιλαμβάνουν πονοκεφάλους, αϋπνία και δευτερεύοντα προβλήματα γαστρεντερικής νόσου. Άλλα πιο ανησυχητικά αποτελέσματα περιλαμβάνουν ζάλη, αδυναμία και απώλεια βάρους. Η παρατεταμένη συστολή των μυών μπορεί επίσης να είναι ένα χαρακτηριστικό γνώρισμα σε ασθενείς που εκτίθενται σε αναστολείς της χολινεστεράσης.

Αντενδείκνυνται σε ασθενείς με σημαντικό πρόβλημα βραδυκαρδίας, υπότασης, κατακράτησης ούρων και γαστρικού έλκους.


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής