Το διαφορετικό και η αποδοχή

Στο πλαίσιο της κοινωνικοποίησης κάθε ανθρώπου θα μπορούσε να λεχθεί ότι υπάρχει μια εσωτερίκευση στην αντίληψη ότι το οτιδήποτε διαφορετικό είναι προβληματικό (ή δεν είναι καλό, είναι κακό). Το διαφορετικό είναι μη αποδεκτό και το προβληματικό είναι μη αποδεκτό. Έτσι δημιουργείται μια στάση μη αποδοχής και προς άλλους και προς τον εαυτό μας, όταν ερμηνεύεται το οτιδήποτε ως διαφορετικό. Η εσωτερίκευση αυτή μετατρέπεται σε  μηχανισμό καταπίεσης γιατί η θεώρηση του διαφορετικού δεν έχει να κάνει μόνο με το φύλο, το χρώμα, τη ράτσα, τη θρησκεία, τη σεξουαλική κατεύθυνση. Με πόσους μικρούς τρόπους μπορεί να διαφέρει κανείς από τους άλλους? Σχετίζεται και με κάθε σκέψη, άποψη, πεποίθηση, αντίληψη, συναίσθημα, συμπεριφορά, στοιχείο χαρακτήρα που δεν εντοπίζουμε ότι το έχουν οι γύρω μας. Κάθε τι non correct, που δε ταιριάζει με το υφιστάμενο status quo. Οι κανόνες καλής συμπεριφοράς (savoir vivre) διογκώνονται, διευρύνονται και μετατρέπονται σε ασφυκτικά δεσμά που εγκλωβίζουν. «Πρέπει να νιώθω έτσι?», «Τι θα πουν οι άλλοι?», «Μήπως είμαι προβληματικός?» είναι βασανιστικά ερωτήματα στον εσωτερικό διάλογο. Και ακολουθούν έντονα αισθήματα ντροπής και ενοχής και μια σύγκρουση, ένας εσωτερικός διχασμός μεταξύ του πρέπει και του είμαι.

Ο φόβος της απομόνωσης/μοναξιάς παραμονεύει πίσω από τη γνωστοποίηση της διαφορετικότητας. Εξίσου απειλητικός είναι και ο φόβος της αποτυχίας. Πρόκειται για ακόμη μια εσωτερικευμένη τάση στη σημερινή κοινωνία, η οπτική των πραγμάτων βάσει ενός φίλτρου προσωπικής επιτυχίας ή αποτυχίας, αφού το άτομο μέσα στην «παντοδυναμία» του μπορεί ή δεν μπορεί να ελέγχει τα πάντα. Το διαφορετικό λοιπόν δεν είναι εγγυημένο, προϋποθέτει ρίσκο και άρα ανασφάλεια. Ενώ το «ίδιο» είναι ασφαλές. Πόσοι από μας ανάμεσα σε δύο διπλανά εστιατόρια δε θα επιλέξουμε αυτό που έχει περισσότερο κόσμο («για να έχει πιο πολύ κόσμο, θα είναι καλύτερο»).

Κάποιοι δεν ξέρουν καν ότι βιώνουν αυτή τη σύγκρουση, δηλαδή μεταξύ σε αυτό που ο αληθινός εαυτός τους θα ήθελε να κάνει και μεταξύ αυτό που «πρέπει» να κάνουν. Άλλοι απωθούν και αμύνονται απέναντι στη δύσκολη αυτή κατάσταση ποικιλοτρόπως. Ο διχασμός μπορεί να δημιουργήσει δύο διαφορετικές εκφάνσεις του εαυτού, μία δημόσια και μία ιδιωτική. Η συντήρηση και των δύο είναι κοπιαστική, προκαλεί σύγχυση και συνεχή αρνητικά συναισθήματα που και αυτά χρειάζονται επιπλέον κόπο στη διαχείρισή τους.

Η εντύπωση ότι ο πραγματικός μας εαυτός δεν είναι αρκετά καλός ώστε να είναι αποδεκτός και ελεύθερος να εκφράζεται είναι μια διαρκής ανοιχτή πληγή.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

Το Θάρρος

..Είναι άκρως ενδεικτικό, σχεδόν κανόνας, ότι το ηθικό θάρρος κάπου πηγάζει από την τέτοιου είδους ταύτιση, δια της ευαισθησίας, με όσα υφίστανται και υπομένουν οι συνάνθρωποί του. Μπαίνω στον πειρασμό να ονομάσω αντιληπτικό αυτό το είδος θάρρους, καθώς εξαρτάται από την ικανότητα του ατόμου να αντιλαμβάνεται, να αφήνει τον εαυτό του να βλέπει τα πάθη των άλλων. Αν επιτρέψουμε στον εαυτό μας να βιώσει το κακό, θα αναγκαστούμε να κάνουμε κάτι γι’ αυτό. Είναι παγκοίνως αναγνωρίσιμη αλήθεια ότι, όσο δε θέλουμε να μπλέξουμε, όσο δε θέλουμε να αντιμετωπίσουμε ακόμα και το θεωρητικό ερώτημα αν θα προστρέξουμε σε βοήθεια κάποιου που υφίσταται άδικη μεταχείριση ή όχι, κλείνουμε τις πόρτες της αντίληψής μας, γινόμαστε τυφλοί στον πόνο του άλλου, απομονώνουμε την ενσυναίσθησή μας από το πρόσωπο που χρειάζεται βοήθεια. Γι’ αυτό και η πιο έκδηλη μορφή δειλίας στις μέρες μας κρύβεται πίσω από τη φράση «δεν ήθελα να μπλέξω»..

Rollo May

Διαχρονικό απόσπασμα από “Το Θάρρος της Δημιουργίας” 1975

Το Θάρρος

Προέλευση ψυχικής διαταραχής και στίγμα

Κατά μεγάλο ποσοστό το νέο άτομο θα αναπτύξει ψυχική διαταραχή εξαιτίας μεμονωμένων γεγονότων ή διαρκών ψυχοπιεστικών αλληλεπιδράσεων με την οικογένεια και τον ευρύτερο κοινωνικό περίγυρο. Το ίδιο ισχύει και για το ενήλικο άτομο αναλόγως και με την προσωπικότητα που έχει διαμορφώσει. Η άλλη συνιστώσα είναι η βιολογική-γενετική που έχει να κάνει σε ποικίλο ποσοστό ανάλογα με το είδος του προβλήματος. Είναι γνωστό πλέον οτι οι δύο αυτές συνιστώσες επιδρούν η μία στην άλλη αμφίδρομα και δεν είναι ανεξάρτητες.

Ο ίδιος ο ευρύτερος περίγυρος αργότερα θα είναι αυτός που θα χαρακτηρίσει «τρελό», αδύναμο, ανίκανο, άρρωστο, παράξενο, καθυστερημένο κ.α. στιγματίζοντας και περιθωριοποιώντας το άτομο αυτό. Ουσιαστικά αν υπάρχουν άτομα που κατορθώνουν να διέλθουν αλώβητα τις πιθανές βιολογικές ή περιβαλλοντικές πιέσεις που θα υποστούν μεγαλώνοντας, αυτά μάλλον συγκροτούν τη μειοψηφία και όχι το αντίθετο.

Το ίδιο συμπέρασμα προκύπτει πλέον και από τελευταίες μεγάλες ερευνες που επανατοποθετούν πολύ ψηλότερα τα ποσοστά των ανθρώπων που κάποια στιγμή στη ζωή τους θα εμφανίσουν οποιαδήποτε κλινικά διαγνώσιμη ψυχική διαταραχή μικρής είτε μεγάλης βαρύτητας. Με αντίστοιχο τρόπο μπορούμε να θεωρήσουμε την ύπαρξη μεμονωμένων ή «υποουδικών» ψυχολογικών δυσκολιών ως ένα γενικευμένο φαινόμενο που αφορά τους πάντες. Πρόκειται για την επιβεβαίωση μιας εμπειρικά διαμορφωμένης εκτίμησης που προυπήρχε.

Η επανατοποθέτηση της ψυχικής διαταραχής σε αυτό το πλαίσιο υπογραμμίζει με τον πιο εμφατικό τρόπο οτι ο ψυχισμός και η φροντίδα του δεν μπορεί να αποτελεί μια ξεχωριστή απρόσιτη «ταμπού» παράμετρο που αφορά μια μικρή μειοψηφία «προβληματικών».  Όπως το σώμα χρειάζεται την ιατρική του φροντίδα, έτσι και το ψυχικό όργανο χρήζει ισότιμης φροντίδας. Εξάλλου αν το ψυχικό όργανο δεν είναι καλά, τότε δυνητικά επηρεάζεται και το σώμα. Αντίστοιχα σοβαρές σωματικές παθήσεις μπορεί να επιβαρύνουν το ψυχικό όργανο. Αυτά αφορούν υπό συνθήκες τη συντριπτική πλειοψηφία των ανθρώπων.

Ο ίδιος ο στιγματισμός από μόνος του επιδεινώνει ή και προκαλεί ψυχική διαταραχή. Η πλειοψηφία του κόσμου, είτε ως άτομα είτε ως σύνολο και παρά τις όποιες προόδους σε σχέση με το παρελθόν, είναι τυφλή απέναντι στη συμβολή της στην πρόκληση ψυχικής δ/χής ταυτόχρονα ως αιτία και ως διαχείριση του αποτελέσματος.

Άρα αποτελεί διαρκής ανάγκη η προσπάθεια ανάδειξης και αναστροφής του φαινομένου από την πλευρά των ειδικών ψυχικής υγείας και ατομικά και θεσμικά. Το τελευταίο σημαίνει οτι ίσως χρειάζεται μια ανανεωμένη ματιά στην προσβασιμότητα της ψυχιατρικής και ψυχολογίας ως επιστήμες σε διάφορους τομείς της κοινωνίας.

 

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχή - κατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.

Υπαρξιακό

Τι άλλο μπορεί να υπάρχει πέρα από την απόλαυση της ζωής εφόσον η ζωή κάποτε θα τελειώσει.

Ο συντονισμός με τα ερεθίσματα και η βίωση των αισθήσεων και συναισθημάτων που αυτά προκαλούν. Η αίσθηση της χαράς σε κάθε παρόν, η δημιουργία, η εξερεύνηση του μυστηρίου της ζωής, της ύπαρξης και το δέος που αυτή προκαλεί, η άντληση ικανοποίησης από την κάθε προσπάθεια και την προσφορά στους άλλους και στο σύνολο. Η εξερεύνηση και του ίδιου μας του εαυτού. Η προώθηση των ορίων γνώσης της ανθρωπότητας. Η ανέλιξη από τις δυσκολίες. Η βοήθεια σε αυτούς που τη χρειάζονται. Η υπέρβαση των αμέτρητων εφήμερων ανησυχιών που μας ταλανίζουν σα να είναι τα σημαντικότερα πράγματα στο σύμπαν. Η διαδικασία της ένωσης με ανθρώπους και φύση που φέρνει ένα βήμα πιο κοντά στο αρχικό Ένα.

Το τι πιστεύουμε είναι διαφορετικό από το τι ξέρουμε. Αν ισχύουν οι θεωρήσεις ότι με κάποιο τρόπο η ψυχή θα συνεχίσει, τι άλλο υπάρχει πέρα από ανοιχτό ορίζοντα στην ανακάλυψη του τι θα είναι αυτό. Αν όμως όχι, αν η ζωή τελειώνει οριστικά, είναι λίγα τα παραπάνω?

Σ.Κ.

Νεύρωση & Κοινωνία

Erich Fromm neurosis society
“A person who has not been completely alienated, who has remained sensitive and able to feel, who has not lost the sense of dignity, who is not yet «for sale», who can still suffer over the suffering of others, who has not acquired fully the having mode of existence – briefly, a person who has remained a person and not become a thing – cannot help feeling lonely, powerless, isolated in present-day society. He cannot help doubting himself and his own convictions, if not his sanity. He cannot help suffering, even though he can experience moments of joy and clarity that are absent in the life of his «normal» contemporaries. Not rarely will he suffer from neurosis that results from the situation of a sane man living in an insane society, rather than that of the more conventional neurosis of a sick man trying to adapt himself to a sick society. In the process of going further in his analysis, i.e. of growing to greater independence and productivity,his neurotic symptoms will cure themselves. ” Erich Fromm

Η ενηλικίωση των εφήβων όλο και πιο αργά (?)

Τα σημερινά δεκαοκτάχρονα αγόρια ή κορίτσια είναι εξίσου «ανώριμα» με τους δεκαπεντάχρονους εφήβους το 1976. Σε αυτό το εντυπωσιακό συμπέρασμα κατέληξε πολυετής έρευνα στις ΗΠΑ, η οποία δημοσιεύτηκε πριν από λίγες ημέρες στο ειδικό περιοδικό «Child Development».

Οι ερευνητές που την υπογράφουν ανέλυσαν στις ΗΠΑ τις τυπικές αντιδράσεις ενηλικίωσης 8,4 εκατομμυρίων εφήβων (ηλικίας από 13 έως 19 ετών) τα τελευταία 40 χρόνια. Συγκεκριμένα, μελέτησαν εκείνη την εφηβική συμπεριφορά που σηματοδοτεί το πέρασμα στην ενηλικίωση: πρώτες ερωτικές εμπειρίες, κατανάλωση αλκοόλ, οδήγηση αυτοκινήτων κ.ά.

Το σύνδρομο του Πίτερ Παν

«Από το 2000 και μετά γίναμε μάρτυρες μιας συνεχούς μείωσης του αριθμού των εφήβων που στη ζωή τους κάνουν πράγματα που θεωρούνται προγύμναση για την είσοδό τους στην ενηλικίωση. Γύρω στο 2010, οι περισσότεροι έφηβοι ηλικίας 17-18 χρόνων έβγαιναν για ερωτικά ραντεβού λιγότερο απ’ ό,τι έκαναν οι 15-16 χρόνων τη δεκαετία του 1990. Επίσης, ενώ το 1991 το 54% των 17χρονων είχε κάποια ερωτική εμπειρία, το 2015 το αντίστοιχο ποσοστό έπεσε στο 41%. Οι σημερινοί 18χρονοι είναι σαν τους 15χρονους του χθες και οι σημερινοί 25χρονοι είναι σαν τους 18χρονους του χθες», όπως είπε η Jean Twenge, καθηγήτρια Ψυχολογίας στο Πανεπιστήμιο San Diego, η οποία διηύθυνε αυτή την εκτενή έρευνα.

Αυτή η τάση επιβράδυνσης της ενηλικίωσης δεν αφορά μόνο τις πρώτες ερωτικές εμπειρίες αλλά σχεδόν όλες τις αντιδράσεις και, απ’ ό,τι φαίνεται, είναι ανεξάρτητη από το φύλο. «Εξετάσαμε διάφορες υποθέσεις, όπως π.χ. την επιρροή του Διαδικτύου, όπως το γεγονός ότι σήμερα οι έφηβοι βρίσκονται στο Ιντερνετ περισσότερο χρόνο από το παρελθόν, συνεπώς δεν έχουν ώρες για να βγουν και να κάνουν πράγματα εκτός σπιτιού. Ομως, το Web δεν μπορεί να είναι η μοναδική εξήγηση, γιατί αυτή η τάση εκδηλώθηκε πριν από την απαρχή της μαζικής χρήσης του Διαδικτύου», υποστηρίζει η δρ J. Twenge. Πιο πειστική ερμηνεία, σύμφωνα με του ειδικούς που συμμετείχαν σε αυτή την έρευνα, είναι η θεωρία «Ζωή-Ιστορία» (Life History) της εξελικτικής Ψυχολογίας, η οποία διατείνεται ότι όσοι έφηβοι μεγαλώνουν σε ευκατάστατο οικογενειακό περιβάλλον δεν βιάζονται να μεγαλώσουν σε σχέση με όσους περνούν εφηβική ζωή με στερήσεις και στενοχώριες.

Οταν το μέλλον είναι αβέβαιο και τα οικογενειακά μέσα πενιχρά, οι νέοι άνθρωποι έχουν ένα ισχυρό κίνητρο για να επιταχύνουν το πέρασμα στην ενηλικίωση, να φύγουν από το σπίτι και παρά τις δυσκολίες να αναζητήσουν καλύτερη ζωή. Ενα άτομο που ήδη από την εφηβική ηλικία υποχρεώνεται να αναλάβει ευθύνες και έγνοιες ενηλίκου είναι πολύ πιο πιθανό να έχει ταχύτερη ανάπτυξη.

Αντίθετα, τα παιδιά των πιο εύπορων οικογενειών τείνουν να αναβάλλουν, επ’ αόριστον, την είσοδό τους στην ενήλικη ζωή. Μια σαφής επιβεβαίωση της καθοριστικής σημασίας των κοινωνικο-οικονομικών συνθηκών στην επαναρρύθμιση του ανθρώπινου βιολογικού ρολογιού.

Πηγή από αμερικανικό σαιτ : Teens are growing up more slowly — and they seem OK with it
Το πλήρες επιστημονικό άρθρο : The Decline in Adult Activities Among U.S. Adolescents, 1976–2016

Ο Πάπας έκανε ψυχανάλυση κάποια στιγμή στη ζωή του

Francis says he visited psychoanalyst for six months ‘to clarify a few things’ and that now nothing frightens him

Pope Francis
Pope Francis: ‘The psychoanalysis helped me a lot.’ Photograph: Giuseppe C/PacificPress/Barcroft

Pope Francis has revealed that he sought the help of a psychoanalyst for six months when he was 42 and the leader of the Jesuit order in Argentina during the country’s military dictatorship.

The pope’s disclosure was made in a book based on 12 in-depth interviews with the French sociologist Dominique Wolton, to be published next week.

Francis said the weekly sessions with the psychoanalyst helped him a lot. “For six months, I went to her home once a week to clarify a few things. She was a doctor and psychoanalyst. She was always there,” he told Wolton for the 432-page book Pope Francis: Politics and Society.

“Then one day, before she died, she called me. Not to receive the sacraments – because she was Jewish – but for a spiritual dialogue. She was a good person.”

Francis told Wolton he now felt free. “Of course, I’m in a cage at the Vatican, but not spiritually. Nothing frightens me,” he said.

The pope also took aim at priests who were “rigid and afraid to communicate”.

The disclosure came when Francis was discussing the role and influence of the “courageous” women in his life, including his mother, his two grandmothers and Esther Ballestrino de Careaga, the communist founder of the Mothers of the Plaza de Mayo movement in Buenos Aires, who was killed during the dictatorship.

He also spoke of childhood sweethearts and adolescent girlfriends, saying his relationships with women had enriched his life. “I thank God for having known these true women in my life,” the pope told Wolton. “[Women see things differently from men] and it is important to listen to both.”

The Jesuit tradition is known to value psychoanalysis, with many regarding self-awareness and introspection as being complementary to spirituality.

Robert Mickens, the Rome-based editor of the English-language edition of Catholic daily newspaper La Croix, said Francis had previously acknowledged that social sciences could benefit human development.

“There has been a gradual shift in attitudes within the Catholic church towards psychotherapy since the 1970s,” Mickens said. “It’s very common in priest formation programmes, especially in the western world, for them to undergo a psychological evaluation before admission to a seminary or diocese. There’s a recognition that social sciences can help unearth issues that need to be dealt with.”

The pope’s “eye-popping” disclosures could challenge the perception among some people that those who sought treatment were weak, he said.

In 2008, the Vatican issued guidelines on the use of psychology in the training of priests. “In some cases, recourse to experts in the psychological sciences can be useful,” the paper said.

Among candidates for the priesthood “can be found some who come from particular experiences – human, family, professional, intellectual or affective – which, in various ways, have left psychological wounds that are not yet healed and that cause disturbances,” the guidelines said.

“These wounds, unknown to the candidate in their real effects, are often erroneously attributed by him to causes outside himself, thus depriving him of the possibility of facing them adequately.”

At the time of his sessions in 1978 or 1979, tensions over the leadership of Jorge Bergoglio, as Pope Francis was then known, were high among Argentina’s Jesuits.

He had earlier been accused of effectively delivering two fellow priests to the military authorities in 1976, when he refused to publicly endorse their controversial social work in the slums of Buenos Aires.

Argentina’s “dirty war” was over by the time of Bergoglio’s psychotherapy, but the military dictatorship was still in place.

However, there was continuing controversy over his divisive leadership. During his six years as provincial superior from 1973 to 1979, he upset some people with his determination to impose a fresh direction and purpose.

“It’s hard to know exactly what took him to seek psychotherapy – perhaps issues which had come to the fore as leader of the Jesuits,” said Austen Ivereigh, the author of The Great Reformer: Francis and the Making of a Radical Pope.

“It was certainly a tense time both nationally and internationally [for Jesuits], adding to what had been a difficult, although very successful, period for Bergoglio. He had gallstones soon after, which suggests a level of stress.

“But maybe he just wanted to take the time to take stock. Jesuits are not afraid of seeking professional help when they need it and see psychotherapy as complementary to spirituality. I think this revelation only adds to our already very human picture of a remarkable man.”

There are more psychologists per capita in Argentina than any other country in the world, according to researcher Modesto Alonso. In 2011, there were 196 psychologists for every 100,000 people compared with about 27 per 100,000 in the US.

In his conversations with Wolton, Francis said European countries exploited Africa in the colonial era, and although Europe had “important Christian roots … they are not the only ones. There are others that cannot be denied.”

Abortion, he said, was a “grave sin, it’s the murder of an innocent”. And while he insisted marriage was between a man and a woman, saying “we cannot change it, this is the nature of things,” the pope acknowledged the existence of same-sex civil unions.

Wolton’s book is published next Wednesday as Francis begins a six-day visit to Colombia, the first visit by a pope in more than 30 years. The South American country is bitterly divided over a peace deal ending a 50-year war between the government and rebel guerrilla forces, Farc, which has claimed an estimated 220,000 lives and displaced millions.

Source : https://www.theguardian.com/world/2017/sep/01/pope-francis-psychoanalysis

Η ψυχική διαταραχή είναι πολύ πιο συνηθισμένη απ’ότι ξέραμε

Πάνω από το 80% του πληθυσμού θα εμφανίσει κάποια στιγμή στη ζωή του ψυχική διαταραχή που θα εμπίπτει σε επίσημα διαγνωστικά κριτήρια και η οποία ως επί το πλείστον θα είναι παροδική!
Πληροφορίες που πρέπει να αλλάξουν και να αποκαταστροφοποιήσουν τον τρόπο σκέψης μας περί του τι σημαίνει πρόβλημα ψυχικής υγείας!

Credit: Gary Waters Getty Images

Most of us know at least one person who has struggled with a bout of debilitating mental illness. Despite their familiarity, however, these kinds of episodes are typically considered unusual, and even shameful.

New research, from our lab and from others around the world, however, suggests mental illnesses are so common that almost everyone will develop at least one diagnosable mental disorder at some point in their lives. Most of these people will never receive treatment, and their relationships, job performance and life satisfaction will likely suffer. Meanwhile the few individuals who never seem to develop a disorder may offer psychology a new avenue of study, allowing researchers to ask what it takes to be abnormally, enduringly, mentally well.

Epidemiologists have long known that, at any given point in time, roughly 20 to 25 percent of the population suffers from a mental illness, which means they experience psychological distress severe enough to impair functioning at work, school or in their relationships. Extensive national surveys, conducted from the mid-1990s through the early 2000s, suggested that a much higher percentage, close to half the population, would experience a mental illness at some point in their lives.

These surveys were large, involving thousands of participants representative of the U.S. in age, sex, social class and ethnicity. They were also, however, retrospective, which means they relied on survey respondents’ accurate recollection of feelings and behaviors months, years and even decades in the past. Human memory is fallible, and modern science has demonstrated that people are notoriously inconsistent reporters about their own mental health history, leaving the final accuracy of these studies up for debate. Of further concern, up to a third of the people contacted by the national surveys failed to enroll in the studies. Follow-up tests suggested that these “nonresponders” tended to have worse mental health.

Our new study, published earlier this year in the Journal of Abnormal Psychology (whose very name suggests an outdated understanding of the prevalence of mental illness), took a different approach to estimating disease burden. Rather than ask people to think back many years in the past, we instead closely followed one generation of New Zealanders, all born in the same town, from birth to midlife. We conducted in-depth check-ins every few years to assess for evidence of mental illness occurring during the preceding year.

We found that if you follow people over time, and screen them regularly using simple, evidence-based tools, the percentage of people who develop a diagnosable mental illness at any point in their lives jumps to well over 80 percent. In our cohort only 17 percent of study members did not develop a disorder, at least briefly, by middle age. Because we can’t be certain these individuals remained disorder-free in the years between assessments, the true proportion that never experienced a mental illness may be even smaller.

Put another way, our study shows that you are more likely to experience a bout of mental illness than you are to develop diabetes, heart disease or any kind of cancer whatsoever—combined. These findings have been corroborated by data from other similar cohorts in New Zealand, Switzerland and the U.S.

If you ever develop a psychological disorder, many assume you will have it for life. The newest research suggests, for the most common psychological complaints, this is simply not true. “A substantial component of what we describe as disorder is often short-lived, of lesser severity or self-limiting,” says John Horwood, a psychiatric epidemiologist and director of the longitudinal Christchurch Health and Development Study in New Zealand. (Horwood has found that close to 85 percent of the Christchurch study members develop a diagnosable mental illness by midlife).

This may be a useful message to spread. According to Jason Siegel, a professor of social psychology at Claremont Graduate University, people tend to be more sympathetic and helpful when they believe that a friend or co-worker’s health problems are temporary.

And individuals with mental illness need support. Even short-lived or self-limiting disorders can wreak havoc on a person’s life. To be classified as having a disorder, “an individual typically has to meet fairly stringent symptom criteria,” Horwood says. “There needs to be substantial impairment of functioning.”

To some, though, the new statistics on mental illness rates can sound a lot like the overmedicalization of “normal” human experience. Advocates for individuals with mental health concerns tend to disagree with this perspective. “I’m not at all surprised by these findings,” commented Paul Gionfriddo, president of Mental Health America, a national advocacy group. His organization views mental illnesses as common, “though not always enduring.” Three years ago Mental Health America launched a Web-based tool to allow individuals to discreetly screen themselves for possible psychological disorders. Since then over two million people have used the tool, with over 3,000 people a day now logging on to determine if they may have a condition that could benefit from treatment.

The widespread nature of mental illness unearthed by careful longitudinal research holds some implications for the way we study and treat disease in this country. To Gionfriddo, a former lawmaker who watched his son end up homeless and incarcerated following undiagnosed childhood schizophrenia, “one implication of these new studies is that we as a society will get tremendous benefit out of ubiquitous mental health screening.”

Although the U.S. Preventive Services Task Force currently recommends mental health screening on a regular basis for everyone over age 11, such screening is still far from routine. “At a time when we have recognized the importance of early intervention for cancer or for diabetes or heart disease, why would we say, ‘Okay, for mental illness we aren’t going to screen or do early intervention’?” Gionfriddo says. “This should be as common for adults as blood pressure screening. Putting our head in the sand and waiting for a catastrophe is not a health care plan.”

Another implication stems from the fact that individuals who never develop a mental illness—those who experience what we call “enduring mental health”—are actually quite remarkable. These people may be the mental health equivalents of healthy centenarians: individuals who somehow manage to beat the odds and enjoy good health for much longer than we’d expect. It’s possible that studying the mentally robust more closely could provide insight into how we can help more people to enjoy lives like theirs.

Who are these extraordinary people? In our New Zealand cohort we found that those with enduring mental health tended to have two things going for them: First, they had little to no family history of mental illness and, second, they tended to have what we called “advantageous” personalities. As early as age five, individuals who would make it to midlife without an episode of mental disorder tended to display fewer negative emotions, get along better with their peers, and have greater self-control. Perhaps just as striking, we found that these individuals were not any richer, smarter or physically healthy than their peers, at least in childhood.

Ultimately, the most important suggestion from the newest research is that mental health concerns may be nearly universal. As a result, society should begin to view mental illnesses like bone breaks, kidney stones or common colds—as part of the normal wear and tear of life. Acknowledging this universality may allow us to finally devote adequate resources to screening, treating and preventing mental illnesses. It may also help us go easier on ourselves and our loved ones when we, inevitably, hit our own rough patches in the road.

Πηγή : Mental Illness Is Far More Common Than We Knew

13 Reasons Why

Το «13 Reasons Why» είναι μια φετινή ξένη σειρά που πραγματεύεται με εξαιρετικό τρόπο το δύσκολο θέμα του σχολικού εκφοβισμού. Προτείνεται ανεπιφύλακτα σε όσους ενδιαφέρονται να καταλάβουν «εκ των έσω» ποιές συμπεριφορές μπορεί να συνιστούν εκφοβισμό, αλλά κυρίως πόσο βαρύ συναισθηματικό αντίκτυπο έχει στον έφηβο.

Το «13 Reasons Why» δεν είναι μια καθόλου βαρετή σειρά. Εκτυλίσσεται με επίκεντρο το σχολείο μιας μικρής σύγχρονης αμερικανικής κοινωνίας και πρωταγωνιστές έφηβους νέους με διάφορα προβλήματα. Ο τρόπος αφήγησης είναι πρωτότυπος και οι απαντήσεις προκύπτουν επεισόδιο ανά επεισόδιο. Νεαροί «bullies», νεαροί «θύματα», νεαροί που που διαφέρουν και πληρώνουν τίμημα γι’ αυτό, αλκοόλ και ναρκωτικά, παραπλανημένοι γονείς, αδιάφοροι γονείς, προβληματικοί γονείς, σχολείο που νοιάζεται πιο πολύ να συγκαλύψει, αποτυγχάνοντας να βοηθήσει τα ίδια τα παιδιά, είναι μόνο μερικά από τα στοιχεία που διαπλέκονται αριστοτεχνικά σε μια πλοκή που δεν μπορεί παρά να συγκινήσει το θεατή.

Το μήνυμα της σειράς είναι οτι ο σχολικός εκφοβισμός αποτελεί ένα τεράστιο πρόβλημα που μπορεί να εκδηλωθεί με πολλούς τρόπους, κάποιοι από τους οποίους είναι ύπουλοι και κάποιοι όχι και δεν πρέπει ποτέ να υποτιμάται. Σήμερα άτομα και κοινωνίες κάνουν τα αδύνατα δυνατά να εμφανίσουν μια «άσπιλη» εικόνα, ενώ η «κρυμμένη» πραγματικότητα μπορεί να καταστρέφει κυριολεκτικά ζωές νέων ανθρώπων. Απαιτείται στροφή στη στάση όλων μας ώστε να περιορίζεται το φαινόμενο όσο περισσότερο γίνεται.

Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής

13 Reasons Why

Η Γκαστρωμένη Χύτρα

«ΠΩΣ ΤΑ ΠΑΣ με τους γονείς σου;»

«Μια έτσι μια αλλιώς» αποκρίθηκα. «Είναι στιγμές που συνεννοούμαστε περίφημα κι ο καθένας μπορεί να μπει στη θέση του άλλου. Άλλες φορές, όμως, δεν γίνεται τίποτα. Αδύνατον.»

«Κοίταξε, Ντεμιάν, υποθέτω ότι αυτό θα σου συμβαίνει με

όλον τον κόσμο για όλη την υπόλοιπη ζωή σου.»

«Ναι, αλλά με τους γονείς σου είναι διαφορετικά. Είναι γονείς…»

«Ναι, είναι γονείς, όμως, τι εννοείς όταν λες ότι είναι διαφορετικά;»

«Επειδή είναι οι γονείς μου έχουν ορισμένη εξουσία.»

«Τι εξουσία;»

«Εξουσία επάνω μου.»

«Εσύ πια είσαι ενήλικος, Ντεμιάν, και κανένας δεν έχει πια εξουσία επάνω σου. Κανένας. Τουλάχιστον, κανένας δεν έχει περισσότερη εξουσία απ όση του παραχωρείς εσύ ο ίδιος.»

«Εγώ δεν τους παραχωρώ τίποτα.»

«Δεν φαίνεται να είναι έτσι.»

«Ναι, αλλά το σπίτι είναι δικό τους, με ταΐζουν, μου αγοράζουν ρούχα, πληρώνουν έξοδα για τις σπουδές μου, η μητέρα μου με πλένει, σιδερώνει, στρώνει το κρεβάτι μου… Όλα αυτά τους δίνουν δικαιώματα.»

«Κι εσύ δεν δουλεύεις;»

« Ναι, φυσικά και δουλεύω.»

«Ε, τότε; Καταλαβαίνω ότι μένεις στο σπίτι των γονιών σου εφόσον δεν έχεις την οικονομική δυνατότητα να πληρώσεις δικό σου. Όμως, σε όλα τα υπόλοιπα μπορείς να δώσεις μάχη για τη ανεξαρτησία σου. Ορισμένα πράγματα θα μπορούσες να τα κάνεις μόνος σου.»

«Μα πού το πας; Με θεωρείς άχρηστο, όπως η μάνα μου; Λες και το πιο σημαντικό πράγμα στον κόσμο είναι να μάθεις να στρώνεις το κρεβάτι σου και να παρατήσεις όλα τ’ άλλα!»

«Όχι, δεν νομίζω. Όμως, εσύ απαιτείς ελευθερία και ανεξαρτησία.»

«Εγώ δεν θέλω ελευθερία και ανεξαρτησία για να μαγειρεύω το φαγητό μου, να στρώνω το κρεβάτι μου και να πλένω τα ρούχα μου. Εγώ θέλω να μην είμαι αναγκασμένος να ζητάω άδεια και να έχω το δικαίωμα να πω ό,τι θέλω και να κρατήσω για τον εαυτό μου τα υπόλοιπα.»

«Ίσως, Ντεμιάν, αυτές οι δύο ομάδες «ελευθεριών» να είναι αλληλοεξαρτώμενες.»

«Δε θέλω να πάψω να βλέπω τους γονείς μου.»

«Όχι, και βέβαια όχι. Όμως, εσύ διεκδικείς ορισμένα αποσπασματικά δικαιώματα από τη σημερινή σου κατάσταση και αποφεύγεις τις ευθύνες που προκύπτουν από αυτά τα δικαιώματα.»

«Μα θέλω εγώ να διαλέξω σε ποια ζητήματα θα ανεξαρτητοποιηθώ πρώτα και για ποια μπορώ να περιμένω λίγο.»

«Για να δούμε αν η ιστορία θα σε βοηθήσει να το ξεκαθαρίσεις.»

Ένας άνθρωπος ζήτησε μια φορά από το γείτονα του μια χύτρα δανεική. Ο ιδιοκτήτης της χύτρας δεν ήταν και πολύ φιλότιμος, αλλά ένιωσε υποχρεωμένος να του τη δώσει.

Ύστερα από τέσσερις μέρες, ο γείτονας δεν του είχε επιστρέψει τη χύτρα. Με πρόφαση ότι τη χρειαζόταν, πήγε να τη ζητήσει.

«Τώρα μόλις ετοιμαζόμουν να σου τη φέρω… Ήταν δύσκολη η γέννα!»

«Μα ποια γέννα;»

«Της χύτρας.»

«Τι;»

«Α, δεν το ήξερες; Η χύτρα ήταν γκαστρωμένη.»

«Γκαστρωμένη;»

«Ναι. Απόψε το βράδυ απόκτησε οικογένεια. Γι’ αυτό ήθελε ανάπαυση. Τώρα, όμως, έχει σχεδόν συνέλθει.»

«Έχει συνέλθει;»

«Ναι. Ένα λεπτό παρακαλώ.»

Και μπήκε στο σπίτι. Βγήκε κρατώντας τη χύτρα, ένα κανατάκι κι ένα τηγάνι.

«Αυτά δεν είναι δικά μου. Μόνο η χύτρα.»

«Όχι, δικά σου είναι. Αφού η χύτρα είναι δική σου, είναι δικά σου και τα παιδιά της.»

Ο άνθρωπος σκέφτηκε ότι ο γείτονας του ήταν θεότρελος. «Καλύτερα να πάω με τα νερά του», συλλογίστηκε. «Εντάξει, ευχαριστώ.»

«Παρακαλώ. Γεια.»

«Γεια χαρά.»

Και πήγε στο σπίτι του με τη χύτρα, το κανατάκι και το τηγάνι.

Το ίδιο απόγευμα, ο γείτονας του ξαναχτύπησε την πόρτα. «Γείτονα, μου δανείζεις ένα κατσαβίδι και μία πένσα;» 0 άνθρωπος τώρα ένιωθε περισσότερο υποχρεωμένος. «Ναι, φυσικά.»

Μπήκε στο σπίτι και βγήκε με την πένσα και το κατσαβίδι. Πέρασε σχεδόν μια εβδομάδα και ήταν έτοιμος να πάει να πάρει πίσω τα πράγματα του, όταν ο γείτονας του χτύπησε την

πόρτα.

«Α γείτονα. Εσύ το ήξερες;»

«Τι πράγμα;»

«Ότι το κατσαβίδι και η πένσα είναι ζευγάρι;»

«Μη μου το λες!» είπε ο άνθρωπος γουρλώνοντας τα μάτια. «Δεν το ήξερα.»

«Κοίταξε, ήταν δική μου απροσεξία. Τους άφησα μόνους για λίγο και η πένσα έμεινε έγκυος.»

«Η πένσα;»

«Η πένσα! Σου έφερα τα παιδιά της.»

Και ανοίγοντας ένα καλαθάκι, του έδωσε μερικές βίδες, παξιμάδια και καρφιά, που έλεγε ότι τα είχε γεννήσει η πένσα.

«Είναι παλαβός» σκέφτηκε ο άνθρωπος. Όμως, μερικές βίδες και καρφιά πάντα είναι χρήσιμα.

Πέρασαν δύο μέρες. Ο γείτονας που όλο ζητούσε ήρθε πάλι.

«Τις προάλλες» του είπε, «όταν σου έφερα την πένσα, είδα ότι έχεις πάνω στο τραπέζι σου μία ωραία χρυσή ανθοδόχη. Έχεις την καλοσύνη να μου τη δανείσεις γι’ απόψε το βράδυ;»

Άστραψαν τα μάτια του ιδιοκτήτη της ανθοδόχης.

«Φυσικά» είπε, με αδιαμφισβήτητη γενναιοδωρία. Και πήγε να φέρει την ανθοδόχη.

«Ευχαριστώ, γείτονα.»

«Αντίο.»

«Αντίο.»

Πέρασε η νύχτα εκείνη, πέρασε και η επόμενη και ο ιδιοκτήτης της ανθοδόχης δεν τολμούσε να χτυπήσει την πόρτα του γείτονα για να τη ζητήσει. Ωστόσο, όταν πέρασε μια εβδομάδα δεν άντεξε άλλο και πήγε να ζητήσει το βάζο του.

«Η ανθοδόχη;» είπε ο γείτονας.

«Α! Δεν το έμαθες;»

«Όχι, τι πράγμα;»

«Πέθανε στη γέννα.»

«Τι θα πει πέθανε στη γέννα;»

«Ναι, η ανθοδόχη ήταν γκαστρωμένη, και πάνω στη γέννα πέθανε.»

«Άκουσε, για βλάκα με περνάς; Πώς είναι δυνατό να είναι γκαστρωμένο ένα χρυσό βάζο;»

«Κοίταξε, γείτονα. Δέχτηκες την εγκυμοσύνη και τη γέννα της χύτρας. Δέχτηκες επίσης το γάμο και τους απογόνους του κατσαβιδιού και της πένσας. Τώρα, γιατί δεν δέχεσαι την εγκυμοσύνη και το θάνατο της ανθοδόχης;»

«Κι εσύ, Ντεμιάν, μπορείς να διαλέξεις ό,τι θέλεις, όμως, δεν γίνεται να είσαι ανεξάρτητος σε ό,τι σε βολεύει και σε διευκολύνει, και να μην είσαι όταν σου κοστίζει.

»Οι απόψεις σου, η ελευθερία σου, η ανεξαρτησία σου και το αίσθημα ευθύνης πάνε μαζί στην πορεία της ανάπτυξης σου. Εσύ αποφασίζεις αν θα ενηλικιωθείς ή θα παραμείνεις παιδί.»

Χόρχε Μπουκάι

Πηγή : Η ΓΚΑΣΤΡΩΜΕΝΗ ΧΥΤΡΑ

Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο

”Ήταν μια φορά ένας κύριος που έκανε ένα ταξίδι στην Ευρώπη. Όταν έφτασε στο Ηνωμένο Βασίλειο, αγόρασε από το αεροδρόμιο έναν οδηγό με τα κάστρα των νησιών. Κάποια είχαν συγκεκριμένες μέρες επισκέψεων και άλλα πολύ αυστηρό ωράριο. Αλλά αυτό που του τράβηξε την προσοχή, ήταν ένα που παρουσιαζόταν με τη φράση «Η επίσκεψη της ζωής σου».
Στις φωτογραφίες τουλάχιστον, φαινόταν ένα κάστρο ούτε λιγότερο ούτε περισσότερο εντυπωσιακό από τα άλλα, αλλά είχε ιδιαίτερες συστάσεις. Ο οδηγός εξηγούσε πως για λόγους που θα γίνονταν κατανοητοί αργότερα, οι επισκέπτες δεν πλήρωναν είσοδο εκ των προτέρων αλλά ήταν απαραίτητο να κλείσουν από πριν ραντεβού δηλαδή ημέρα και ώρα. Η διαφορετική αυτή πρόταση του είχε κινήσει την περιέργεια, και το ίδιο απόγευμα ο άνθρωπος τηλεφώνησε από το ξενοδοχείο του και έκλεισε ραντεβού.
Όλα λειτουργούν πάντα με τον ίδιο τρόπο στον κόσμο. Αρκεί να έχει κάποιος ένα σημαντικό ραντεβού κάποια συγκεκριμένη ώρα και ανάγκη να είναι ακριβής, για να μπερδευτούν όλα. Η περίπτωση αυτή δεν αποτέλεσε εξαίρεση, και δέκα λεπτά αργότερα από τη συμφωνημένη ώρα, ο τουρίστας έφτασε στο παλάτι. Παρουσιάστηκε σ’ έναν άντρα με καρό φούστα, που τον περίμενε και τον καλωσόρισε.
-«Οι υπόλοιποι μπήκαν ήδη με τον ξεναγό;» ρώτησε αφού πρώτα δεν είδε κανέναν άλλο επισκέπτη.
-«Οι υπόλοιποι;» ανταπέδωσε την ερώτηση ο άντρας. «όχι οι επισκέψεις είναι ατομικές και δεν προσφέρουμε ξεναγούς»
Χωρίς καμιά αναφορά στο ωράριο, του εξήγησε λίγο την ιστορία του κάστρου και του ανέφερε τι να προσέξει ιδιαιτέρως: τις τοιχογραφίες, τις πανοπλίες στη σοφίτα, τον πολεμικό εξοπλισμό στη Βόρεια αίθουσα, τις κατακόμβες κάτω από τη σκάλα και το δωμάτιο βασανιστηρίων στο μπουντρούμι. Αφού είπε αυτά του έδωσε ένα κουτάλι και του ζήτησε να το κρατήσει οριζόντιο, με το κοίλο μέρος προς τα πάνω.
-«Κι αυτό τι;» ρώτησε ο επισκέπτης
-«Εμείς δεν εισπράττουμε την άδεια εισόδου στο κάστρο. Για να κοστολογήσουμε την επίσκεψή σας καταφεύγουμε σε αυτό το σύστημα. Κάθε επισκέπτης κρατάει ένα κουτάλι σαν αυτό, γεμάτο μέχρι πάνω με ψιλή άμμο. Εδώ χωράνε ακριβώς 100 γραμμάρια. Μετά την περιήγηση σας στο κάστρο, ζυγίζουμε την άμμο που έχει μείνει στο κουτάλι και σας χρεώνουμε μια λίβρα για κάθε γραμμάριο που έχετε χάσει. Ένας τρόπος για να βρούμε το κόστος της καθαριότητας» εξήγησε.
-«Κι αν δεν χάσω ούτε ένα γραμμάριο;»
-«Α αγαπητέ μου κύριε, τότε η επίσκεψη σας στο κάστρα θα είναι δωρεάν»
Ο άνθρωπος αν και έκπληκτος, βρήκε την πρόταση διασκεδαστική και, αφού είδε τον οικοδεσπότη να ξεχειλίζει το κουτάλι με άμμο, ξεκίνησε την περιήγησή του. Έχοντας εμπιστοσύνη στις κινήσεις του, ανέβηκε πολύ αργά τις σκάλες με το βλέμμα καρφωμένο στο κουτάλι. Όταν έφτασε πάνω, στην αίθουσα με τις πανοπλίες, προτίμησε να μην μπει γιατί σκέφτηκε πως ο αέρας θα έπαιρνε την άμμο κι έτσι αποφάσισε να κατέβει προσεκτικά. Περνώντας από την αίθουσα με τις πολεμικές μηχανές, κάτω από τη σκάλα, συνειδητοποίησε πως για να τις δει καλά, θα έπρεπε να κρατηθεί από τα κάγκελα και να σκύψει πολύ. Δεν ήταν επικίνδυνο για την σωματική του ακεραιότητα, αλλά συνεπαγόταν πως θα έχανε κάτι από το περιεχόμενο του κουταλιού, οπότε συμβιβάστηκε να το κοιτάξει από μακριά. Τι ίδιο του συνέβη και με την υπερβολικά απότομη σκάλα που οδηγούσε στα μπουντρούμια. Καθώς επέστρεφε από το διάδρομο στο σημείο εκκίνησης, κατευθύνθηκε ικανοποιημένος προς τον άνθρωπο με τη σκωτσέζικη φούστα που τον περίμενε με μια ζυγαριά. Εκεί άδειασε το περιεχόμενο του κουταλιού και περίμενε την ετυμηγορία του άντρα.
-«Εκπληκτικό, χάσατε μόνο μισό γραμμάριο» ανακοίνωσε, «σας συγχαίρω. Όπως εσεις προβλέψατε, αυτή η επίσκεψη δε θα σας στοιχίσει τίποτα»
-«Ευχαριστώ»
-«Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;» ρώτησε στο τέλος ο οικοδεσπότης.
Ο τουρίστας δίστασε και τελικά αποφάσισε να φανεί ειλικρινής.
-«Η αλήθεια είναι πως όχι και πολύ. Ήμουν τόσο απασχολημένος με το να προσέχω την άμμο, που δεν μπόρεσα να δω αυτό που μου είπατε.»
-«Μα αυτό είναι φριχτό! Κοιτάξτε, θα κάνω μια εξαίρεση. Θα σας ξαναγεμίσω το κουτάλι, γιατί είναι ο κανονισμός, αλλά τώρα ξεχάστε πόσο θα χυθεί: μένουν 12 λεπτά μέχρι να έρθει ο επόμενος επισκέπτης. Να πάτε και να γυρίσετε πριν φτάσει»
Χωρίς να χάσει χρόνο, ο άνθρωπος πήρε το κουτάλι κι έτρεξε στη σοφίτα. Όταν έφτασε έριξε μια γρήγορη ματιά σε ότι υπήρχε εκεί, και κατέβηκε τρέχοντας στα μπουντρούμια γεμίζοντας τις σκάλες με άμμο. Δεν περίσσευε ούτε μια στιγμή γιατί τα λεπτά περνούσαν, και σχεδόν πέταξε προς το πέρασμα κάτω από τη σκάλα, όπου, σκύβοντας για να μπει του έπεσε το κουτάλι και χύθηκε όλο το περιεχόμενό του. Κοίταξε το ρολόι του. Είχαν περάσει έντεκα λεπτά. Ξανά, χωρίς να δει τις πολεμικές μηχανές, έτρεξε μέχρι τον άνθρωπο στην είσοδο, στον οποίο παρέδωσε το άδειο κουτάλι.
-«Αυτή τη φορά χωρίς άμμο λοιπόν, αλλά μην ανησυχείτε, έχουμε κάνει μια συμφωνία. Πώς ήταν; Ευχαριστηθήκατε την επίσκεψη;»
Ξανά ο επισκέπτης δίστασε μερικές στιγμές.
-«Η αλήθεια είναι πως όχι» ομολόγησε στο τέλος. «Ήμουν τόσο απασχολημένος να γυρίσω πριν φτάσει ο επόμενος, που έχασα όλη την άμμο, αλλά και πάλι δεν το ευχαριστήθηκα καθόλου.»
Ο άνθρωπος με την πίπα άναψε την πίπα του και του είπε:
-«Υπάρχουν κάποιοι που περπατούν στο κάστρο της ζωής τους προσπαθώντας να μην τους κοστίσει τίποτα, και δεν μπορούν να το ευχαριστηθούν. Υπάρχουν άλλοι που βιάζονται τόσο να φτάσουν νωρίς, που χάνουν τα πάντα χωρίς και αυτοί να ευχαριστηθούν τίποτα. Κάποιοι λίγοι μαθαίνουν αυτό το μάθημα και παίρνουν τον χρόνο τους για κάθε διαδρομή. Ανακαλύπτουν και απολαμβάνουν την κάθε γωνιά, το κάθε βήμα. Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.
“ΝΑ ΣΟΥ ΠΩ ΜΙΑ ΙΣΤΟΡΙΑ”
ΧΟΡΧΕ ΜΠΟΥΚΑΙ

Από : Ξέρουν πως δε θα είναι δωρεάν, αλλά καταλαβαίνουν ότι το κόστος του να ζεις, αξίζει τον κόπο.

Νευρικά Κύτταρα που διαχωρίζουν πραγματικότητα από φαντασία

 

Ορισμένοι νευρώνες που διαπιστώθηκε ότι δυσλειτουργούν στην ψύχωση παίζουν σημαντικό ρόλο στην ικανότητά μας να διακρίνουμε μεταξύ του πραγματικού ερεθίσματος και του τι γίνεται αντιληπτό τελικά, λένε οι ερευνητές.

Source: University of Western Ontario.

New Western University research shows that neurons in the part of the brain found to be abnormal in psychosis are also important in helping people distinguish between reality and imagination.

The researchers, Dr. Julio Martinez-Trujillo, principal investigator and professor at Western University’s Schulich School of Medicine & Dentistry and Dr. Diego Mendoza-Halliday, postdoctoral researcher at M.I.T., investigated how the brain codes visual information in reality versus abstract information in our working memory and how those differences are distributed across neurons in the lateral prefrontal cortex region of the brain. The results were published today in Nature Communications.

“You can look at my shirt, and then if I move out of your vision, even with your eyes open you can still see the colour of my shirt in your mind,” explained Martinez-Trujillo, based at the Brain and Mind Institute and Robarts Research Institute at Western University. “That is what we call working memory representations or short-term memory representations – they are abstract, they are imaginary and they don’t exist in reality, but in our minds. Real objects in our visual field, we call perceptual representations. We are trying to determine whether there are neurons in the brain that can signal to a person whether a representation is real or imaginary.”

By having subjects perform two tasks – one where they had to report the direction of movement of a cloud of dots they could see on a computer screen, and one where they had to report the cloud direction a few seconds after it disappeared based on a memory of the image – they found that neurons in the Lateral Prefrontal Cortex encoded perceived and memorized information to various degrees and in different combinations of strength.

“We might have expected that the neurons that are active when we perceive a visual object are the same ones that memorize it; or, on the contrary, that one group of neurons perceives the object and a completely different group memorizes it; but instead, we found that all of the above are true to a certain extent,” said Mendoza-Halliday, first author on the study. “We have perception neurons, memory neurons, and also neurons that do both things.”

The Lateral Prefrontal Cortex has been shown to be dysfunctional in individuals with schizophrenia, who have hallucinations or delusions. However, so far, researchers have not been able to pinpoint the source of this dysfunction.

Using machine-learning, the researchers created a computer algorithm that could read out the pattern of neurons firing in the Prefrontal Cortex and reliably determine whether a subject was perceiving a cloud of dots or remembering one they had seen before. Martinez-Trujillo hopes that by pinpointing the specific neurons responsible for distinguishing between reality and imagination, they might be better able to treat disorders like schizophrenia that cause patients to confuse what’s real and what isn’t.

Image shows a woman's face.

“I would argue that schizophrenia is not a neurochemical disorder of the whole brain,” said Martinez-Trujillo. “It is only a neurochemical disorder in specific parts of the brain.”

Currently, pharmacological treatments for these disorders change the neurochemistry in the entire brain, often causing unintended side-effects. By targeting only the specific neurons responsible for these disturbances, Martinez-Trujillo hopes they may be able to minimize these side-effects.

Πηγή : Neurons That Distinguish Between Reality and Imagination Discovered

Ακόμη μαθαίνω

Psychiatry is a strange field
«Η Ψυχιατρική είναι ένα παράξενο πεδίο γιατί σε αντίθεση με κάθε άλλο ιατρικό πεδίο, ποτέ δεν τελειώνεις πραγματικά. Το μεγαλύτερο εργαλείο σου είσαι Εσύ, ο εαυτός σου και η δουλειά της κατανόησης του εαυτού σου είναι ατελείωτη. Ακόμη μαθαίνω». Ίρβιν Γιάλομ

 

Γλωσσοφαγιά

γλωσσοφαγιά αναζητήσεις

Μερικές φορές συμβαίνουν σε ένα άτομο μαζεμένα κάποια δυσάρεστα περιστατικά. Δηλαδή σε σύντομο χρονικό διάστημα κάποια προβλήματα υγείας, κάποια απώλεια, κάτι εργασιακό ή και κάτι οτιδήποτε άλλο. «Δεν μπορώ να το πιστέψω» είναι η πρώτη αντίδραση.

Είναι μάτι? Είναι γλωσσοφαγιά? Είναι μούντζα? Πολλοί θα το σκεφτούν έτσι γιατί ο δεισιδαιμονικός ή αλλιώς μαγικός τρόπος σκέψης διατηρεί ακόμη τα ηνία σε μεγάλο ποσοστό του πληθυσμού. Ταυτόχρονα λειτουργεί στο «νοητικό παρασκήνιο» και η πανανθρώπινη τάση για νοηματοδότηση των πάντων. Γιατί η νοηματοδότηση συντηρεί την υπαρξιακή σημαντικότητα του ατόμου. «Όλα συμβαίνουν για κάποιο λόγο» είναι η πεποίθηση. Και αφού πρέπει να υπάρχει λόγος, αλλά δεν έχουμε στοιχεία, θα πρέπει να πιστέψουμε ένα λόγο.

Οι περισσότεροι δεν έχουν τη δυνατότητα να επεξεργαστούν το ενδεχόμενο οτι κάποια πράγματα δεν υπόκεινται στον έλεγχό μας και είναι απλά θέμα συμπαντικής τύχης, ατυχίας ή σύμπτωσης. Όταν μας συμβαίνουν μαζεμένες ατυχίες δε χρειάζεται να το ρίξουμε στο υπερφυσικό και στη μοιρολατρία. Μπορεί κάποιους να βολεύει συναισθηματικά να πάρουν το ρόλο του θύματος της μοίρας, διότι ίσως αποκομίζουν το γνωστό δευτερογενές όφελος και αποφεύγουν την ευθύνη. Όμως αυτοί δε βγαίνουν κερδισμένοι σε τελική ανάλυση.

Αυτό που χρειάζεται είναι να συνεχίσουμε να ζούμε σα να μην μας έχει σταμπάρει καμία υπερφυσική διαδικασία. Να μη πληγεί η αισιοδοξία μας. Να επιστρατεύουμε κίνητρο να ξεπερνάμε ενεργητικά κάθε εμπόδιο. Είναι ωραίο να πιστεύουμε σε κάποια θετική ενέργεια που μας προστατεύει από ψηλά, όμως η ύπαρξη ατυχιών δε σημαίνει οτι μπήκαμε στη μαύρη λίστα. Απλά συμβαίνουν έστω και μαζικά ενίοτε. Είναι απλά η ζωή η ίδια. Γιατί μπορεί οι ατυχίες να μην έχουν κάποιο ειδικό νόημα, αλλά η ζωή μας έχει και είναι αυτό που εμείς με το νου μας της δίνουμε.

Evolution Path

Οι περισσότεροι άνθρωποι βιώνουν προβλήματα ψυχικής υγείας κάποια στιγμή στη ζωή τους

ΣΤΙΓΜΑ ΟΧΙ

It can be scary to deal with mental health problems — for many who are afflicted, there’s a sense of a loss of control, of not feeling like oneself. And since anxiety and depression appear to be on a long-running upswing, more and more people are dealing with these feelings, at least in the United States. In fact, a growing body of research capped off by a new study suggests that a majority of people experience at least one bout of mental illness over their lifespan.

Writing for Science News, Bruce Bowler sums up the result of the study, which examined the mental health of New Zealanders born in one town between April 1972 and March 1973. The participants were administered eight mental health assessments between the ages of 11 and 38. “Only 171 of 988 participants, or 17 percent, experienced no anxiety disorders, depression or other mental ailments from late childhood to middle age, researchers report in the February Journal of Abnormal Psychology,” writes Bowler. “Of the rest, half experienced a transient mental disorder, typically just a single bout of depression, anxiety or substance abuse by middle age.” That is, 83 percent of participants dealt with at least one episode of mental illness.

Normally, this is where I’d say that it’s important not to over-extrapolate from such a specific population. But as it turns out, the 83 percent figure “coincides with recent estimates from four other long-term projects. In those investigations — two in the United States, one in Switzerland and another in New Zealand — between 61 percent and 85 percent of participants developed mental disorders over 12- to 30-year spans.” In this latest study, the small minority of participants who never experienced mental health problems reported “more education, better jobs, higher-quality relationships and more satisfaction with their lives than their peers did.” This is a classic case of correlation and causation being hard to untangle, though — it’s easy to see how, for example, experiencing significant mental illness might make it harder to form close relationships, but also how an absence of close social relationships could cause or exacerbate mental illness.

Part of what this research suggests is simply that mental illness, as society currently defines it, is quite common and can hit just about anyone. But there’s also a practical takeaway, especially given how discomfiting an experience it can be to endure mental health struggles: If you hit a psychological rough patch for the first time, you should know that it’s very, very common, and that it may well be a one-time thing. That doesn’t mean you should ignore it or not seek help if need be — you’ll better the odds that it is fleeting if you address it head on — but it’s also important to understand just how common this sort of thing is.

Η τέχνη της εσωτερικής ηρεμίας – Eckhart Tolle

Η κατάσταση του ανθρώπου είναι να βυθίζεται στη σκέψη.

Οι περισσότεροι άνθρωποι μένουν φυλακισμένοι σ’όλη τους τη ζωή στα περιθώρια των σκέψεων τους. Ποτέ δεν πηγαίνουν πέρα από μια αίσθηση του εαυτού τους, που χτίστηκε από το μυαλό και εξαρτάται από το παρελθόν.

Όπως σε κάθε ανθρώπινο ον, η συνείδησή σας έχει μια πολύ βαθύτερη διάσταση από τη σκέψη. Είναι η ουσία σας. Μπορούμε να την ονομάσουμε παρουσία, προσοχή, άνευ όρων συνείδηση.

Στις αρχαίες διδασκαλίες, είναι ο εσωτερικός Χριστός, ο Βούδας μέσα σας. Να ανακαλύψετε τη διάσταση αυτή σας ελευθερώνει, το ίδιο και τον κόσμο, από τον πόνο που προκαλείτε στον εαυτό σας, καθώς και στους άλλους, όταν το «μικρό εγώ» καθορίζει όλες τις αποσκεύες σας και οδηγει τη ζωή σας. Η αγάπη, η χαρά, η δημιουργική επέκταση και η διαρκή εσωτερική ειρήνη μπορούν να μπουν στη ζωή σας μόνο μέσα από αυτήν την άνευ όρων διάσταση της συνείδησης.

Εάν αναγνωρίζετε, ακόμη και κατά διαστήματα, πως οι σκέψεις που περνάνε από το μυαλό σας είναι μόνο σκέψεις, αν παρατηρείτε τις αντίδρασείς σας, όπως αυτά έρχονται, τότε αυτή η διάσταση αναδύεται ήδη μέσα σας : είναι η συνείδητότητα στην οποία συμβαίνουν οι σκέψεις και τα συναισθήματα, είναι το άχρονο εσωτερικό χώρο στο οποίο ξεδιπλώνεται το περιεχόμενο της ζωής σας.

Η ροή της σκέψης έχει τεράστια δύναμη η οποία μπορεί εύκολα να σας παρασυρεί. Κάθε σκέψη δίνει στον εαυτό της τόσο μεγάλη σημασία! Θέλει να επιστήσω όλη την προσοχή σας.
Μια νέα πνευματική άσκηση για σας : μην πάρετε τις σκέψεις σας πάρα πολύ σοβαρά.

Πόσο εύκολο είναι να μπούμε στην παγίδα των ιδίων μας των εννοιολογικών φυλακών !
Ο ανθρώπινος νους, στην επιθυμία του να γνωρίζει, να κατανοεί και να ελέγχει, παίρνει τις γνώμες και τις απόψεις του για την αλήθεια. Λέει ότι έτσι λειτουργεί. Θα πρέπει να υπερβαίνετε τη σκέψη σας για να διαπιστώσετε ότι δεν έχει σημασία το πώς θα ερμηνεύσετε «τη ζωή σας», ενός άλλου ή η συμπεριφορά του, και δεν έχει σημασία η γνώμη σας πάνω σε μία υπόθεση, είναι μόνο μια άποψη ανάμεσα σε πολλές δυνατότητες. Είναι απλά ένα μάτσο σκέψεις. Αλλά η πραγματικότητα είναι ένα ενιαίο σύνολο μέσα στο οποίο τα πάντα είναι συνυφασμένα, όπου τίποτα δεν υπάρχει από μόνο του ή χωριστά. Η σκέψη κομματιάζει την πραγματικότητα, την κόβει σε τεμάχια εννοιολογικά.

Ο νους, αυτό το ισχυρό και χρήσιμο εργαλείο, θα γίνει περιοριστικός αν κυριεύσει τη ζωή σας, αν δεν βλέπετε ότι είναι μια σημαντική πτυχή της συνείδησης που είστε.

Πηγή : Η τέχνη της εσωτερικής ηρεμίας – Eckhart Tolle

Η υποκειμενική δυσφορία στην εμπειρία του άγχους

Ένα ισχυρό αίσθημα άγχους μπορεί να εμπεριέχει το συστατικό μιας έντονης, υποκειμενικά βιωμένης δυσανεξίας, παρεμφερούς με αυτής που χαρακτηρίζει το αίσθημα του πόνου. Το αίσθημα του άγχους μπορεί να περιλαμβάνει επιμέρους εμπειρικά χαρακτηριστικά που να το καθιστούν υποκειμενικά δυσβάσταχτο όπως φανερώνουν οι περιγραφικοί όροι κατακλυσμιαίο, εσωτερικά απειλητικό, ανεξέλεγκτο, μεταφυσικό, ακαθόριστο κ.α. (Ενίοτε οι λεκτικές δυνατότητες δεν επαρκούν να αποδώσουν το βίωμα). Αυτό οδηγεί σε μια τάση συνεχούς αποφυγής του άγχους, όπως αντίστοιχα επειδή δε μας αρέσει να πονάμε, θα προσπαθούσαμε να κάνουμε ό,τι είναι δυνατόν για να μην πονάμε.

Η διαφορά είναι ότι ενώ για τον πόνο συνήθως ανευρίσκουμε φυσικό (οργανικό) αίτιο, για το άγχος αυτό είναι σπανιότερο (βλέπε εδώ). Δηλαδή το αίτιο που προκαλεί το αίσθημα του άγχους δεν είναι συνήθως εύκολα σαφές για την αντίληψή μας. Έτσι αφενώς το άγχος παρερμηνεύεται ως κάτι άλλο, αφετέρου εξαιτίας της υποκειμενικά αφόρητης και δυσφορικής χροιάς του μετατρέπεται το ίδιο σε αντικείμενο του φόβου. Αυτά τα φαινόμενα οπωσδήποτε κωδικοποιούνται βιολογικά με τη «γλώσσα» του εγκεφάλου, δηλαδή τη νευρική επικοινωνία. Όταν τα παραπάνω αποκτήσουν ένταση και διάρκεια, το άτομο εισέρχεται στην περίφημη «αγχώδη διαταραχή».

Ας δούμε ένα σύντομο παράδειγμα, απλουστευμένο ώστε να γίνει κατανοητό το νόημα. Φανταστείτε τον ισχυρό και ενοχλητικό θόρυβο που παράγει ένας συναγερμός, όταν κάποιος προσπαθεί να εισβάλλει σε ένα σπίτι. Δε θα εστιάσουμε στο συναγερμό ως το πρόβλημα, αλλά στο γιατί χτύπησε και τι θα κάνουμε γι’ αυτό. Με το άγχος ισχύει περίπου το ίδιο, δεν είναι αυτό το πρόβλημα, αλλά ότι κάτι άλλο δεν πάει καλά. Η πλειοψηφία του κόσμου εστιάζοντας επιλεκτικά στο υποκειμενικά δυσφορικό συστατικό του άγχους, είναι σα να αποδίδει το πρόβλημα στο συναγερμό λέγοντας «δεν τον αντέχω το συναγερμό, δε θέλω να ακούω το συναγερμό, ανησυχώ πότε θα ξαναχτυπήσει ο συναγερμός, δε δέχομαι να χτυπάει ο συναγερμός» κ.α.

Κατά μία έννοια το υπερβολικό άγχος φτάνει να προκαλεί δυσφορία στο άτομο ακριβώς για να του δώσει το μήνυμα της άρσης του αιτίου, άρα μιας βελτιωτικής αλλαγής.

Συγγραφέας του παραπάνω άρθρου είναι ο Σπύρος Καλημέρης Ιατρός, Ψυχίατρος & Ψυχοθεραπευτής. Είναι μέλος του Ιατρικού Συλλόγου Αθηνών & της Ελληνικής Ψυχιατρικής Εταιρείας και ζει και εργάζεται στην Αθήνα.

Στο ιατρείο του στην Αθήνα ο ψυχίατρος Σπύρος Καλημέρης σας παρέχει την πιο σύγχρονη ψυχοθεραπευτική και φαρμακευτική αντιμετώπιση του συνόλου των ψυχικών διαταραχών. Η εξειδικευμένη εκπαίδευση στις ψυχωτικές, συναισθηματικές (διπολική διαταραχή - κατάθλιψη) και αγχώδεις διαταραχές αποτελεί το βασικό ατού της δουλειάς του. Η επιστράτευση νέων διαγνωστικών εξετάσεων που συνεισφέρουν στην επιλογή καταλληλότερης αγωγής, είναι άλλο ένα πλεονέκτημα στην υπηρεσία του ασθενή.

Επίκεντρο της προσέγγισής του είναι η ποιότητα ζωής του ασθενή, με τον οποίο θα ασχοληθεί σοβαρά, υπεύθυνα και όσο χρόνο χρειάζεται για να του δώσει τη βοήθεια που χρειάζεται. Η διακριτικότητα, η ειλικρίνεια, η συναισθηματική κατανόηση θα είναι βασικά χαρακτηριστικά της θεραπευτικής σχέσης μαζί του.
Αρέσει σε %d bloggers: