Όταν ο εγκέφαλος φιλτράρει τον κόσμο: Δίκτυο Σημαντικότητας
Κάθε στιγμή ο εγκέφαλός μας δέχεται ένα συνεχές πλήθος πληροφοριών: τον ήχο του κινητού, τις εκφράσεις των ανθρώπων γύρω μας, μια σκέψη, μια μυρωδιά, την αίσθηση της πείνας ή έναν πόνο στο σώμα. Δεν είναι δυνατόν να επεξεργαστεί όλες αυτές τις πληροφορίες με την ίδια ένταση. Χρειάζεται επομένως να ιεραρχεί τα ερεθίσματα και να κατευθύνει την προσοχή και τη συμπεριφορά προς όσα είναι περισσότερο σχετικά με τις ανάγκες και τους στόχους της συγκεκριμένης στιγμής.
Κεντρικό ρόλο σε αυτή τη διαδικασία φαίνεται ότι διαδραματίζει το Δίκτυο Σημαντικότητας ή Salience Network, ένα από τα βασικά λειτουργικά δίκτυα του εγκεφάλου. Συμμετέχει στον εντοπισμό σημαντικών εξωτερικών και εσωτερικών σημάτων και στον συντονισμό της προσοχής, της σωματικής εγρήγορσης, της συναισθηματικής επεξεργασίας και της συμπεριφορικής αντίδρασης.
Τι είναι το Δίκτυο Σημαντικότητας;
Στη νευροεπιστήμη, η «σημαντικότητα» δεν αφορά το πόσο σημαντικό είναι αντικειμενικά ένα γεγονός. Αναφέρεται στην προτεραιότητα που αποκτά ένα ερέθισμα για τον εγκέφαλο σε ένα συγκεκριμένο πλαίσιο. Η «σημαντικότητα» εδώ δεν σημαίνει αντικειμενική σπουδαιότητα.
Καθώς περπατάμε, για παράδειγμα, σε έναν θορυβώδη δρόμο, αγνοούμε μεγάλο μέρος των ήχων που ακούγονται γύρω μας. Μια σειρήνα, η απότομη κίνηση ενός αυτοκινήτου ή κάποιος που φωνάζει το όνομά μας μπορούν, ωστόσο, να τραβήξουν αμέσως την προσοχή μας. Αντίστοιχα, ένας ξαφνικός πόνος, μια έντονη μυρωδιά ή μια μεταβολή στον καρδιακό ρυθμό μπορεί να αποκτήσουν προτεραιότητα έναντι άλλων πληροφοριών.
Η αξιολόγηση αυτή επηρεάζεται από πολλούς παράγοντες: τις ανάγκες του σώματος, το περιβάλλον, τους στόχους μας, τις προηγούμενες εμπειρίες, τις προσδοκίες και τη συναισθηματική μας κατάσταση. Το ίδιο ερέθισμα μπορεί επομένως να θεωρηθεί σημαντικό σε μία περίσταση και σχεδόν αδιάφορο σε μια άλλη.
Οι βασικές περιοχές του δικτύου
Οι κύριοι φλοιϊκοί κόμβοι του Δικτύου Σημαντικότητας είναι:
- η πρόσθια νήσος (anterior insula)
- ο ραχιαίος πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου (anterior cingulate cortex)
Η πρόσθια νήσος συμμετέχει στην επεξεργασία τόσο εξωτερικών ερεθισμάτων όσο και σημάτων που προέρχονται από το ίδιο το σώμα, όπως ο πόνος, η αναπνοή, ο καρδιακός ρυθμός και η σωματική ένταση. Η ικανότητα αντίληψης και ερμηνείας αυτών των εσωτερικών σημάτων ονομάζεται ενδοδεκτικότητα ή εσωδεκτικότητα (interoception).
Ο πρόσθιος φλοιός του προσαγωγίου συνδέεται περισσότερο με την κινητοποίηση της προσοχής, την ανίχνευση συγκρούσεων ή σφαλμάτων και την επιλογή της κατάλληλης αντίδρασης.
Το δίκτυο δεν περιορίζεται, πάντως, σε αυτές τις δύο περιοχές. Ανάλογα με τον ορισμό και τη μέθοδο μελέτης του, περιλαμβάνει συνδέσεις με την αμυγδαλή, τον θάλαμο, το ραβδωτό σώμα, τον υποθάλαμο και περιοχές του εγκεφαλικού στελέχους. Η ακριβής ενιαία λειτουργία του εξακολουθεί να αποτελεί αντικείμενο έρευνας. [1]

Ένας δυναμικός «διακόπτης» μεταξύ εγκεφαλικών δικτύων
Σύμφωνα με το Μοντέλο των Τριών Δικτύων ή Triple Network Model, το Δίκτυο Σημαντικότητας συμβάλλει στον συντονισμό δύο ακόμη μεγάλων λειτουργικών συστημάτων του εγκεφάλου. [2], [3]
Το πρώτο είναι το Δίκτυο Προεπιλεγμένης Λειτουργίας ή Default Mode Network. Συμμετέχει στην αυτοαναφορική σκέψη, στην ανάκληση προσωπικών αναμνήσεων, στη νοητική περιπλάνηση και στην κατασκευή μιας εσωτερικής αφήγησης για τον εαυτό μας και τη ζωή μας. [6]
Το δεύτερο είναι το Μετωποβρεγματικό ή Κεντρικό Εκτελεστικό Δίκτυο. Εμπλέκεται στη συγκέντρωση, στην εργαζόμενη μνήμη, στην επίλυση προβλημάτων και στον γνωστικό έλεγχο.
Το Triple Network Model προτείνει ότι, όταν εντοπίζεται κάτι σημαντικό, η πρόσθια νήσος και οι υπόλοιποι κόμβοι του Δικτύου Σημαντικότητας βοηθούν τον εγκέφαλο να απομακρυνθεί από την εσωτερική σκέψη και να κινητοποιήσει τα συστήματα που απαιτούνται για συγκέντρωση και δράση.
Ο χαρακτηρισμός του δικτύου ως «διακόπτη» είναι χρήσιμος για την κατανόηση της λειτουργίας του, αλλά αποτελεί απλουστευμένη περιγραφή ενός πολύ πιο σύνθετου και δυναμικού μηχανισμού.
Όταν αλλάζει η σημασία που αποδίδουμε στα ερεθίσματα
Η διαδικασία ιεράρχησης των ερεθισμάτων δεν είναι αλάνθαστη. Το στρες, οι προηγούμενες εμπειρίες, η μάθηση, οι φόβοι και η ψυχική μας κατάσταση μπορούν να επηρεάσουν το τι αντιλαμβανόμαστε ως επείγον, επικίνδυνο ή συναισθηματικά φορτισμένο.
Ένα άτομο με έντονο άγχος μπορεί, για παράδειγμα, να εστιάσει υπερβολικά σε μια σωματική αίσθηση και να την ερμηνεύσει ως ένδειξη σοβαρής ασθένειας. Μια καθυστερημένη απάντηση σε ένα μήνυμα μπορεί να αποκτήσει δυσανάλογη σημασία και να εκληφθεί ως απόρριψη. Μετά από ένα τραυματικό γεγονός, ένας ήχος ή μια μυρωδιά που συνδέθηκε με την εμπειρία μπορεί να προκαλεί έντονη εγρήγορση, ακόμη και όταν δεν υπάρχει πραγματικός κίνδυνος.
Δεν αλλάζει απαραίτητα το ίδιο το εξωτερικό γεγονός. Αλλάζει η προτεραιότητα που αποκτά και η ερμηνεία που του αποδίδεται από τον εγκέφαλο.
Το Δίκτυο Σημαντικότητας και η ψυχική υγεία
Μελέτες νευροαπεικόνισης έχουν καταγράψει διαφοροποιήσεις στη δραστηριότητα και στη λειτουργική συνδεσιμότητα του Δικτύου Σημαντικότητας σε πολλές ψυχικές και νευρολογικές διαταραχές.
Τέτοιες διαφοροποιήσεις έχουν περιγραφεί, μεταξύ άλλων, στην κατάθλιψη, στις αγχώδεις διαταραχές, στη σχιζοφρένεια, στη διαταραχή μετατραυματικού στρες, στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή, στις διαταραχές χρήσης ουσιών και σε ορισμένες νευροεκφυλιστικές παθήσεις. [4], [5]
Στις αγχώδεις και μετατραυματικές διαταραχές, ορισμένα ευρήματα έχουν συνδεθεί με αυξημένη επαγρύπνηση και μεγαλύτερη ευαισθησία σε απειλητικά ερεθίσματα. Στην κατάθλιψη, έχουν παρατηρηθεί διαταραχές στη συνεργασία μεταξύ δικτύων που σχετίζονται με την εσωτερική σκέψη, τη συναισθηματική επεξεργασία και τον γνωστικό έλεγχο. Στην ιδεοψυχαναγκαστική διαταραχή έχουν επίσης περιγραφεί μεταβολές στις αλληλεπιδράσεις μεταξύ του Δικτύου Σημαντικότητας, του Δικτύου Προεπιλεγμένης Λειτουργίας και του Εκτελεστικού Δικτύου.
Τα ευρήματα αυτά χρειάζονται προσεκτική ερμηνεία. Προέρχονται κυρίως από συγκρίσεις ομάδων και παρουσιάζουν σημαντική ετερογένεια. Δεν σημαίνουν ότι υπάρχει ένα συγκεκριμένο και κοινό «ελάττωμα» του Δικτύου Σημαντικότητας σε όλους τους ανθρώπους με μια ψυχική διαταραχή. Προς το παρόν, οι μετρήσεις του δικτύου δεν μπορούν να χρησιμοποιηθούν από μόνες τους για τη διάγνωση ενός ατόμου.
Μπορούμε να βελτιώσουμε τη λειτουργία του;
Δεν γνωρίζουμε κάποια καθημερινή πρακτική που να «ενισχύει» επιλεκτικά και άμεσα το Δίκτυο Σημαντικότητας. Ο επαρκής ύπνος, η συστηματική σωματική δραστηριότητα, η αντιμετώπιση του χρόνιου στρες και οι σταθερές κοινωνικές σχέσεις υποστηρίζουν συνολικά την υγεία και την προσαρμοστικότητα του εγκεφάλου, αλλά δεν θα πρέπει να παρουσιάζονται ως ειδικές θεραπείες για ένα συγκεκριμένο εγκεφαλικό δίκτυο.
Οι τεχνικές ενσυνειδητότητας ή mindfulness έχουν επίσης μελετηθεί ως προς την επίδρασή τους στη λειτουργική συνδεσιμότητα του εγκεφάλου. Ορισμένες μελέτες δείχνουν μεταβολές στην επικοινωνία ανάμεσα στο Δίκτυο Σημαντικότητας, το Δίκτυο Προεπιλεγμένης Λειτουργίας και τα δίκτυα γνωστικού ελέγχου. [7], [8]
Τα αποτελέσματα είναι ενδιαφέροντα, αλλά η έρευνα βρίσκεται ακόμη σε εξέλιξη. Οι μελέτες διαφέρουν σημαντικά μεταξύ τους ως προς τα προγράμματα mindfulness, τη διάρκεια της παρέμβασης, τους συμμετέχοντες και τις μεθόδους νευροαπεικόνισης. Επομένως, δεν μπορούμε ακόμη να μιλάμε για έναν αποδεδειγμένο τρόπο «εκπαίδευσης» του Δικτύου Σημαντικότητας.
Η μεγάλη εικόνα
Η εμπειρία που σχηματίζουμε για τον κόσμο δεν εξαρτάται αποκλειστικά από όσα συμβαίνουν γύρω μας. Εξαρτάται και από το ποια ερεθίσματα ο εγκέφαλος επιλέγει να θέσει σε προτεραιότητα, πώς τα ερμηνεύει και ποια αντίδραση προετοιμάζει.
Το Δίκτυο Σημαντικότητας αποτελεί βασικό μέρος αυτής της διαδικασίας. Βοηθά τον οργανισμό να εντοπίζει αλλαγές που μπορεί να είναι σημαντικές για την ασφάλεια, τις ανάγκες, τους στόχους ή τη συναισθηματική του κατάσταση και να κατανέμει ανάλογα την προσοχή και τους γνωστικούς του πόρους.
Η καλύτερη κατανόηση της λειτουργίας του μπορεί να φωτίσει πλευρές της προσοχής, της ενδοδεκτικότητας και της συναισθηματικής επεξεργασίας. Μπορεί επίσης να συμβάλει στην έρευνα για τις ψυχικές και νευρολογικές διαταραχές, χωρίς να περιορίζει την πολυπλοκότητά τους σε μία μόνο περιοχή ή ένα μόνο εγκεφαλικό δίκτυο.
Ο κόσμος που αντιλαμβανόμαστε διαμορφώνεται, τελικά, τόσο από όσα συμβαίνουν γύρω μας όσο και από όσα ο εγκέφαλός μας επιλέγει να θεωρήσει σημαντικά.
Η συντακτική ομάδα του Kalimeristherapist
Επιμέλεια : Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος
Ενδεικτική βιβλιογραφία
- Seeley, W. W. (2019). The Salience Network: A Neural System for Perceiving and Responding to Homeostatic Demands. The Journal of Neuroscience, 39(50), 9878–9882.
- Menon, V., & Uddin, L. Q. (2010). Saliency, switching, attention and control: a network model of insula function. Brain Structure and Function, 214, 655–667.
- Menon, V. (2011). Large-scale brain networks and psychopathology: a unifying triple network model. Trends in Cognitive Sciences, 15(10), 483–506.
- Sha, Z., Wager, T. D., Mechelli, A., & He, Y. (2019). Common Dysfunction of Large-Scale Neurocognitive Networks Across Psychiatric Disorders. Biological Psychiatry, 85(5), 379–388.
- Brandl, F., Weise, B., Mulej Bratec, S., et al. (2022). Common and specific large-scale brain changes in major depressive disorder, anxiety disorders, and chronic pain: a transdiagnostic multimodal meta-analysis of structural and functional MRI studies. Neuropsychopharmacology, 47, 1071–1080.
- Menon, V. (2023). 20 years of the default mode network: a review and synthesis. Neuron, 111(16), 2469–2487.
- Rahrig, H., Vago, D. R., Passarelli, M. A., Auten, A., Lynn, N. A., & Brown, K. W. (2022). Meta-analytic evidence that mindfulness training alters resting state default mode network connectivity. Scientific Reports, 12, 12260.
- Melis, M., Schroyen, G., Pollefeyt, J., et al. (2022). The Impact of Mindfulness-Based Interventions on Brain Functional Connectivity: a Systematic Review. Mindfulness, 13, 1857–1875.
