Η στροφή από την ταξική προς την πολιτισμική ταυτότητα
Μια αναφορά στις διαφορετικές μορφές οικογένειας αρκεί σήμερα για να ξεσπάσει μια δημόσια σύγκρουση. Μια κινηματογραφική διασκευή της Οδύσσειας προκαλεί παγκόσμια αντιπαράθεση πριν ακόμη προβληθεί. Μέσα σε λίγες ώρες εμφανίζονται καταγγελίες περί «woke ατζέντας», κατηγορίες για ομοφοβία ή τρανσφοβία, ειρωνείες, πολιτικές δηλώσεις και ατελείωτες αντιπαραθέσεις στα κοινωνικά δίκτυα.
Το ίδιο συμβαίνει διεθνώς με θέματα όπως το φύλο, η σεξουαλικότητα, η μετανάστευση, οι αμβλώσεις, η γλώσσα που χρησιμοποιούμε, η ιστορική μνήμη και τα όρια της ελευθερίας του λόγου. Ζητήματα που κάποτε βρίσκονταν στο περιθώριο της πολιτικής συζήτησης μοιάζουν να έχουν μετατραπεί σε κεντρικά πεδία πολιτικής και συναισθηματικής σύγκρουσης.
Είναι εύλογο, επομένως, να αναρωτηθεί κανείς: γιατί αφιερώνεται τόση κοινωνική ενέργεια σε αυτά τα θέματα, ενώ παραμένουν άλυτα πολύ μεγάλα προβλήματα, όπως η οικονομική ανισότητα, η στεγαστική κρίση, η εργασιακή ανασφάλεια, η υποβάθμιση της δημόσιας υγείας και η κλιματική κρίση;
Μήπως οι λεγόμενοι «πολιτισμικοί πόλεμοι» αποτελούν μια βολική μετάθεση της συζήτησης από τα δύσκολα οικονομικά ζητήματα σε συμβολικές αντιπαραθέσεις; Ή μήπως η κοινωνική εξέλιξη έφερε αναπόφευκτα στο προσκήνιο ομάδες και εμπειρίες που επί δεκαετίες παρέμεναν αόρατες;
Η βιβλιογραφία δεν υποστηρίζει μια μονοδιάστατη απάντηση. Τα στοιχεία δείχνουν ότι μπορούν να ισχύουν και τα δύο: η διεκδίκηση ίσων δικαιωμάτων αποτελεί πραγματική κοινωνική πρόοδο, αλλά τα θέματα αυτά διαθέτουν και ορισμένα ψυχολογικά χαρακτηριστικά που τα καθιστούν εξαιρετικά κατάλληλα για πολιτική εργαλειοποίηση, ηθική καταδίκη και μαζική πόλωση.
Η εκρηκτική άνοδος των culture wars στον δημόσιο διάλογο
Δεν υπάρχει ένας ενιαίος παγκόσμιος δείκτης που να καταγράφει τη χρήση αυτών των όρων σε όλες τις γλώσσες. Τα διαθέσιμα στοιχεία από τον αγγλόφωνο Τύπο, όμως, δείχνουν μια εξαιρετικά γρήγορη μεταβολή. Ανάλυση του King’s College London και της Ipsos στη βάση δεδομένων Nexis, βρήκε ότι τα άρθρα του βρετανικού Τύπου που ανέφεραν τον όρο «anti-woke» αυξήθηκαν από μόλις 10 το 2019 σε 882 το 2022. Τα άρθρα που περιείχαν τον όρο «culture wars» έφτασαν τα 2.224 το 2022, ενώ οι αναφορές στην «cancel culture» αυξήθηκαν από 157 το 2019 σε 2.800 το 2022, έχοντας κορυφωθεί στις 3.670 το 2021 [1].

Η τάση δεν περιορίζεται σε έναν μόνο τίτλο εφημερίδας. Μελέτη γλωσσικών σωμάτων που χρησιμοποίησε, μεταξύ άλλων, το News on the Web Corpus —μια βάση δισεκατομμυρίων λέξεων από διαδικτυακά μέσα ενημέρωσης 20 αγγλόφωνων χωρών— διαπίστωσε ότι η συχνότητα του «woke» άρχισε να αυξάνεται απότομα από το 2021, ξεπερνώντας αισθητά τον προηγούμενο μέσο όρο των περίπου οκτώ εμφανίσεων ανά εκατομμύριο λέξεις. Την ίδια περίοδο, οι παλαιότεροι όροι «political correctness» και «politically correct» μειώθηκαν περισσότερο από το μισό, ένδειξη ότι το νέο λεξιλόγιο δεν προστέθηκε απλώς στον δημόσιο διάλογο αλλά αντικατέστησε σε σημαντικό βαθμό το προηγούμενο πλαίσιο της «πολιτικής ορθότητας» [2].
Τα στοιχεία αυτά δεν αποδεικνύουν ότι η ίδια αύξηση σημειώθηκε με την ίδια ένταση σε κάθε χώρα ή ότι οι πραγματικές κοινωνικές συγκρούσεις αυξήθηκαν στον ίδιο βαθμό με τις δημοσιογραφικές αναφορές. Δείχνουν, όμως, ότι μέσα σε ελάχιστα χρόνια οι όροι «woke», «anti-woke» και «culture wars» μετατράπηκαν από σχετικά περιθωριακές εκφράσεις σε βασικά σχήματα μέσω των οποίων παρουσιάζονται ετερόκλητες συζητήσεις για την οικογένεια, το φύλο, τη φυλή, τη μετανάστευση, την εκπαίδευση και την ελευθερία του λόγου.
Τι είναι οι «culture wars»;
Ο όρος culture wars, που αποδίδεται συνήθως ως «πολιτισμικοί πόλεμοι», περιγράφει συγκρούσεις γύρω από τις αξίες, τους κοινωνικούς κανόνες και τη συλλογική ταυτότητα μιας κοινωνίας.
Δεν αφορούν πρωτίστως την κατανομή του εισοδήματος ή το ύψος της φορολογίας, αλλά ερωτήματα όπως:
- Τι θεωρείται οικογένεια;
- Ποιος μπορεί να παντρεύεται ή να αποκτά γονικά δικαιώματα;
- Πώς ορίζεται το φύλο;
- Ποια γλώσσα θεωρείται προσβλητική ή συμπεριληπτική;
- Ποια είναι τα όρια της θρησκευτικής ελευθερίας;
- Πότε η ελευθερία του λόγου μετατρέπεται σε διάκριση ή υποκίνηση μίσους;
- Ποιες ιστορικές και εθνικές αφηγήσεις πρέπει να διδάσκονται;
Παρά το όνομα culture wars, προκείται για φαινόμενο με έντονα πολιτικά χαρακτηριστικά.
Ο όρος «woke» είχε αρχικά θετικό περιεχόμενο και παρέπεμπε στην εγρήγορση απέναντι στον ρατσισμό και την κοινωνική αδικία. Στη σημερινή δημόσια συζήτηση, όμως, χρησιμοποιείται τόσο αόριστα ώστε μπορεί να περιλαμβάνει από τη νομική ισότητα των ομόφυλων ζευγαριών μέχρι μια υπερβολική ή αμφιλεγόμενη πρακτική σε κάποιο πανεπιστήμιο, μια διαφήμιση ή μια ανάρτηση στα κοινωνικά δίκτυα.
Αντίστοιχα, το «anti-woke» μπορεί να σημαίνει από μια συγκεκριμένη κριτική σε ορισμένες πολιτικές μέχρι μια συνολική απόρριψη των αιτημάτων μειονοτικών ομάδων. Οι δύο όροι λειτουργούν επομένως συχνά περισσότερο ως πολιτικές ταυτότητες και λιγότερο ως σαφώς ορισμένες θέσεις.
Δεν είναι απλώς μετάθεση: η κοινωνική εξέλιξη ανέδειξε πραγματικά αιτήματα
Η πρώτη αναγκαία διόρθωση είναι ότι τα ζητήματα των culture wars δεν εμφανίστηκαν από το πουθενά ούτε κατασκευάστηκαν αποκλειστικά από πολιτικούς και μέσα ενημέρωσης.
Η θεωρία της μετατόπισης από τις υλικές προς τις μεταϋλιστικές αξίες υποστηρίζει ότι, όταν μεγάλα τμήματα μιας κοινωνίας αποκτούν μεγαλύτερη οικονομική και σωματική ασφάλεια, αρχίζουν να δίνουν μεγαλύτερη σημασία στην αυτονομία, την ελευθερία επιλογής, την ποιότητα ζωής, την ισότητα των φύλων και την αποδοχή της διαφορετικότητας.
Σε ανάλυση δεδομένων από 80 χώρες, οι Ronald Inglehart και συνεργάτες περιέγραψαν μια μακροχρόνια μετάβαση από κανόνες που συνδέονταν με την αναπαραγωγή, τους αυστηρούς έμφυλους ρόλους και τη συμμόρφωση προς «ατομικές επιλογές» σχετικά με το φύλο, το διαζύγιο, την άμβλωση και τη σεξουαλικότητα. Οι αλλαγές αυτές δεν υπήρξαν άμεσες: σε πολλές δυτικές κοινωνίες μεσολάβησαν δεκαετίες ανάμεσα στην αύξηση της υλικής ασφάλειας και στη θεσμική αναγνώριση νέων δικαιωμάτων [3].
Δεν πρόκειται για αλλαγή των ιδεών της πλειονότητας. Πρόκειται και για το γεγονός ότι ομάδες που παλαιότερα δεν είχαν δημόσια φωνή, πολιτική εκπροσώπηση ή ασφάλεια απέκτησαν σταδιακά τη δυνατότητα να περιγράψουν την εμπειρία τους και να διεκδικήσουν θεσμική ισότητα.
Επομένως, η μεγαλύτερη ορατότητα αυτών των ζητημάτων μπορεί πράγματι να είναι ένδειξη κοινωνικής εξέλιξης. Δεν σημαίνει αναγκαστικά ότι η κοινωνία «ασχολείται ξαφνικά με δευτερεύοντα θέματα». Μπορεί να σημαίνει ότι εμπειρίες που ήταν πάντοτε σημαντικές για ορισμένους ανθρώπους έγιναν επιτέλους ορατές και στους υπόλοιπους.
Για τις μειονότητες η σύγκρουση δεν είναι απλώς συμβολική
Για έναν άνθρωπο που δεν έχει υποστεί περιορισμό των δικαιωμάτων του εξαιτίας της οικογενειακής του κατάστασης, της σεξουαλικότητας, του φύλου ή της εθνικής του προέλευσης, πολλές σχετικές αντιπαραθέσεις μπορεί να φαίνονται υπερβολικές.
Η οπτική αλλάζει όταν το ζήτημα αφορά:
- τη δυνατότητα νομικής αναγνώρισης μιας οικογένειας,
- την προστασία ενός παιδιού και της σχέσης του με τους γονείς του,
- την πρόσβαση σε υπηρεσίες υγείας,
- την προστασία από απόλυση, έξωση ή άρνηση εξυπηρέτησης,
- τον σχολικό εκφοβισμό,
- την καθημερινή απειλή βίας ή κοινωνικού αποκλεισμού,
- την ανάγκη απόκρυψης μιας σημαντικής πλευράς της ταυτότητας.
Το μοντέλο του minority stress, δηλαδή του στρες μειονότητας, περιγράφει πώς η χρόνια έκθεση σε διακρίσεις, η προσδοκία απόρριψης, η απόκρυψη της ταυτότητας και η εσωτερίκευση αρνητικών κοινωνικών στερεοτύπων μπορούν να επιβαρύνουν την ψυχική υγεία [4].
Συστηματική ανασκόπηση ευρωπαϊκών ερευνών σε τρανς και φυλοδιαφορετικά άτομα βρήκε σταθερή σύνδεση ανάμεσα στις εμπειρίες διάκρισης και σε δυσμενέστερους δείκτες ψυχικής υγείας, αν και οι περισσότερες διαθέσιμες μελέτες ήταν παρατηρητικές και παρουσίαζαν μεθοδολογικούς περιορισμούς [5].
Υπάρχουν επίσης ενδείξεις ότι το ευρύτερο θεσμικό περιβάλλον δεν είναι αδιάφορο. Πρόσφατη πολυεπίπεδη μελέτη σε περισσότερα από 6.000 άτομα σεξουαλικών και έμφυλων μειονοτήτων στις ΗΠΑ διαπίστωσε ότι ένα περισσότερο συμπεριληπτικό πολιτειακό πλαίσιο συνδεόταν με ασθενέστερη σχέση ανάμεσα στο αντιλαμβανόμενο στρες και στα συμπτώματα κατάθλιψης και άγχους. Η μελέτη ήταν συγχρονική και δεν αποδεικνύει από μόνη της αιτιότητα, αλλά ενισχύει την υπόθεση ότι οι νόμοι και οι θεσμικοί κανόνες μπορούν να επηρεάζουν την καθημερινή ψυχολογική ασφάλεια [6].
Άρα, τουλάχιστον ένα μέρος των culture wars αφορά πραγματικές διαφορές σε δικαιώματα, ασφάλεια, κοινωνική αποδοχή και υγεία. Δεν μπορεί να απορριφθεί συνολικά ως «συμβολική πολιτική».
Γιατί όμως η κοινωνική αλλαγή βιώνεται από άλλους ως απειλή;
Η αναγνώριση ενός δικαιώματος δεν συνεπάγεται συνήθως ότι η πλειονότητα χάνει το αντίστοιχο δικό της δικαίωμα. Η αναγνώριση διαφορετικών οικογενειακών μορφών, για παράδειγμα, δεν αφαιρεί από κανέναν τη δυνατότητα να ζήσει μέσα σε μια παραδοσιακή οικογένεια.
Γιατί λοιπόν αρκετοί άνθρωποι αντιδρούν σαν να απειλείται ολόκληρος ο τρόπος ζωής τους;
Η απάντηση βρίσκεται εν μέρει στην κοινωνική ταυτότητα. Οι άνθρωποι δεν αντιλαμβάνονται τον εαυτό τους μόνο ως μεμονωμένα άτομα. Αντλούν ταυτότητα, αυτοεκτίμηση και αίσθηση συνέχειας από ομάδες, θεσμούς και κοινωνικούς ρόλους: την οικογένεια, το έθνος, τη θρησκεία, το φύλο, την κοινωνική τάξη και την πολιτική παράταξη.
Όταν οι κανόνες που συνδέονται με αυτές τις ομάδες μεταβάλλονται, ορισμένοι άνθρωποι δεν βιώνουν απλώς μια αλλαγή πολιτικής. Μπορεί να βιώνουν:
- απώλεια οικειότητας και προβλεψιμότητας,
- αμφισβήτηση αξιών που θεωρούσαν αυτονόητες,
- μείωση του συμβολικού κύρους της ομάδας τους,
- φόβο ότι δεν επιτρέπεται πλέον να εκφράζουν τις απόψεις τους,
- αίσθηση ότι η κοινωνία που γνώριζαν εξαφανίζεται,
- αβεβαιότητα για το ποιοι κανόνες ισχύουν πλέον.
Ανασκόπηση στο Nature Reviews Psychology περιγράφει πώς η ανάγκη υπεράσπισης του εαυτού, της ομάδας και του υπάρχοντος κοινωνικού συστήματος αλληλεπιδρά με τα μηνύματα των πολιτικών, των μέσων και των κοινωνικών δικτύων. Η πολιτική διαφωνία μπορεί έτσι να μετασχηματιστεί σε ένα σχήμα «εμείς εναντίον αυτών», όπου η αποδοχή ενός επιχειρήματος της άλλης πλευράς μοιάζει με προδοσία της ομάδας [7].
Αυτό δεν σημαίνει ότι κάθε φόβος είναι αντικειμενικά βάσιμος. Σημαίνει ότι η υποκειμενική εμπειρία της απειλής μπορεί να είναι ισχυρή ακόμη και όταν δεν υπάρχει αντίστοιχη απώλεια νομικών ή υλικών δικαιωμάτων.
Οι απειλές των δύο πλευρών είναι ψυχολογικά πραγματικές, αλλά όχι πάντα ισοδύναμες
Εδώ χρειάζεται μια κρίσιμη διάκριση.
Ένα μέλος μιας μειονότητας μπορεί να φοβάται:
- απώλεια νομικής προστασίας,
- περιορισμό οικογενειακών ή εργασιακών δικαιωμάτων,
- διάκριση,
- βία,
- αποκλεισμό από θεσμούς,
- επιβάρυνση της ψυχικής και σωματικής του υγείας.
Ένα μέλος της κοινωνικής πλειονότητας μπορεί να φοβάται:
- απώλεια της κυρίαρχης θέσης των αξιών του,
- αλλαγή της γλώσσας και των κοινωνικών κανόνων,
- μείωση του κύρους της ομάδας του,
- αμφισβήτηση της ηθικής του εικόνας,
- απομάκρυνση από έναν οικείο τρόπο ζωής.
Και οι δύο εμπειρίες μπορούν να προκαλέσουν γνήσιο άγχος, θυμό ή αμυντικότητα. Δεν είναι όμως υποχρεωτικά συμμετρικές ως προς το αντικειμενικό τους περιεχόμενο.
Η πιθανότητα να χάσει κάποιος ένα νομικό δικαίωμα ή να υποστεί διάκριση δεν είναι το ίδιο με την ενόχληση που προκαλεί η απώλεια της αποκλειστικής κοινωνικής κανονικότητας. Η δημοκρατική συζήτηση δεν οφείλει να απορρίπτει το συναίσθημα του δεύτερου, αλλά ούτε και να το εξισώνει αυτομάτως με τη θεσμική ευαλωτότητα του πρώτου.
Από την άλλη πλευρά, η επίκληση των δικαιωμάτων δεν καταργεί την ανάγκη συζήτησης συγκεκριμένων και δύσκολων ζητημάτων. Μπορούν να υπάρξουν πραγματικές συγκρούσεις ανάμεσα σε δικαιώματα, όπως μεταξύ προστασίας από διακρίσεις και θρησκευτικής ελευθερίας ή μεταξύ προστασίας της αξιοπρέπειας και ελευθερίας της έκφρασης.
Παράδειγμα: Ένας άνθρωπος έχει δικαίωμα να πιστεύει ότι ο γάμος πρέπει να αφορά μόνο έναν άνδρα και μία γυναίκα. Διαφορετικό ερώτημα είναι αν ένας δημόσιος λειτουργός μπορεί, επικαλούμενος αυτή την πεποίθηση, να αρνηθεί να παρέχει ισότιμα μια υπηρεσία σε ομόφυλα ζευγάρια. Στην υπόθεση Eweida and Others v. United Kingdom, το Ευρωπαϊκό Δικαστήριο Δικαιωμάτων του Ανθρώπου εξέτασε, μεταξύ άλλων, την περίπτωση υπαλλήλου ληξιαρχείου που αρνήθηκε να αναλάβει τελετές πολιτικής ένωσης ομόφυλων ζευγαριών. Το Δικαστήριο έκρινε ότι η πολιτική ίσης μεταχείρισης της δημόσιας υπηρεσίας και η προστασία των δικαιωμάτων των ομόφυλων ζευγαριών αποτελούσαν θεμιτούς σκοπούς, οι οποίοι μπορούσαν στη συγκεκριμένη περίπτωση να δικαιολογήσουν τον περιορισμό του τρόπου εκδήλωσης της θρησκευτικής πεποίθησης της υπαλλήλου [8].
Από τη διαφωνία στην ταυτοτική και συναισθηματική πόλωση
Η πολιτική πόλωση δεν σημαίνει μόνο ότι οι άνθρωποι έχουν διαφορετικές απόψεις. Η λεγόμενη συναισθηματική ή affective polarization εμφανίζεται όταν οι πολιτικές ομάδες αρχίζουν να αντιπαθούν, να περιφρονούν ή να φοβούνται η μία την άλλη.
Τότε το βασικό ερώτημα παύει να είναι «ποια πολιτική είναι αποτελεσματικότερη;» και γίνεται «τι είδους άνθρωπος υποστηρίζει αυτή την πολιτική;».
Έρευνες σε πολυκομματικά συστήματα έχουν συνδέσει την αντιλαμβανόμενη απειλή από άλλες ομάδες με μεγαλύτερη κοινωνική απόσταση, αρνητικότερα στερεότυπα και εντονότερη συναισθηματική πόλωση [9].
Τα culture wars ευνοούν ιδιαίτερα αυτόν τον μηχανισμό επειδή αφορούν θέματα με υψηλό ηθικό φορτίο. Όταν μια θέση ηθικοποιείται, δεν θεωρείται απλώς λανθασμένη. Θεωρείται επικίνδυνη, ανήθικη ή απάνθρωπη.
Έτσι, οι αντιμαχόμενες πλευρές μπαίνουν σε διαχωρισμό (split) σχηματίζοντας δύο αντίθετες αφηγήσεις:
- «Οι άλλοι θέλουν να αφαιρέσουν τα δικαιώματά μας και να μας εξαφανίσουν».
- «Οι άλλοι θέλουν να καταστρέψουν την οικογένεια, τις παραδόσεις και την κοινωνία μας».
Από τη στιγμή που η αντίπαλη ομάδα παρουσιάζεται ως υπαρξιακή απειλή, η υποχώρηση, ο συμβιβασμός και ακόμη και η απλή ακρόαση του άλλου μπορούν να βιώνονται ως ηθική συνενοχή.
Μάθετε περισσότερα για το φαινόμενο της διχοτόμησης και τη σχέση του με το φανατισμό

Οι γνωστικές μεροληψίες που ενισχύουν τα culture wars
Η ένταση των πολιτισμικών συγκρούσεων δεν οφείλεται μόνο στις απόψεις που υποστηρίζουμε, αλλά και στον τρόπο με τον οποίο επιλέγουμε, ερμηνεύουμε και θυμόμαστε τις πληροφορίες.
- Μεροληψία επιβεβαίωσης: Αναζητούμε και αξιολογούμε ως πιο αξιόπιστες τις πληροφορίες που επιβεβαιώνουν όσα ήδη πιστεύουμε. Έτσι, ο προοδευτικός χρήστης προσέχει κυρίως περιστατικά διάκρισης, ενώ ο συντηρητικός κυρίως ακραίες ή παράλογες εκφάνσεις της συμπεριληπτικής πολιτικής.
- Μεροληψία αρνητικότητας: Οι απειλές, οι προσβολές και οι ακραίες περιπτώσεις τραβούν περισσότερο την προσοχή από τις συνηθισμένες περιπτώσεις συνύπαρξης ή συμφωνίας. Ένα προκλητικό περιστατικό μπορεί επομένως να αποκτήσει πολύ μεγαλύτερη ψυχολογική και δημοσιογραφική βαρύτητα από χιλιάδες μη συγκρουσιακές εμπειρίες.
- Ευρετική διαθεσιμότητας και παραμέληση της επιλογής: Ό,τι βλέπουμε συχνότερα ή θυμόμαστε ευκολότερα μάς φαίνεται και συχνότερο στην πραγματική ζωή. Επειδή τα κοινωνικά δίκτυα προβάλλουν τους πιο θορυβώδεις, ακραίους ή ασυνήθιστους χρήστες, μπορεί να τους αντιμετωπίζουμε λανθασμένα ως αντιπροσωπευτικούς μιας ολόκληρης κοινωνικής ή πολιτικής ομάδας.
- Μεροληψία υπέρ της δικής μας ομάδας (ingroup bias) και ομοιογένεια της αντίπαλης ομάδας: Αντιλαμβανόμαστε τη δική μας πλευρά ως πολύμορφη και λογική, αλλά την άλλη ως ένα ενιαίο και ακραίο σύνολο. «Εμείς» έχουμε αποχρώσεις και επιμέρους διαφωνίες· «εκείνοι» υποτίθεται ότι σκέφτονται όλοι με τον ίδιο τρόπο.
- Κατευθυνόμενη ή ταυτοτικά προστατευτική σκέψη: Δεν εξετάζουμε πάντοτε τα στοιχεία για να διαπιστώσουμε τι ισχύει, αλλά για να υπερασπιστούμε την ομάδα, την ηθική ταυτότητα και την προηγούμενη θέση μας. Το ίδιο επιχείρημα μπορεί να θεωρείται πειστικό όταν προέρχεται από τη δική μας πλευρά και ύποπτο όταν προέρχεται από την αντίπαλη.
- Υπερεκτίμηση της εχθρότητας του άλλου: Οι χρήστες των κοινωνικών δικτύων τείνουν να διαβάζουν στις αναρτήσεις περισσότερη αγανάκτηση από όση δηλώνουν ότι αισθάνονται οι ίδιοι οι συντάκτες τους. Έτσι, κάθε πλευρά μπορεί να πιστεύει ότι η άλλη είναι περισσότερο εχθρική, ακραία και αδιάλλακτη από όσο είναι στην πραγματικότητα.
Οι μηχανισμοί αυτοί μπορούν να εμφανίζονται σε διαφορετικούς βαθμούς σε όλες τις πολιτικές και κοινωνικές ομάδες.
Διαβάστε περισσότερα για τις γνωστικές μεροληψίες
Τα κοινωνικά δίκτυα δεν δημιουργούν τη σύγκρουση, αλλά αλλάζουν την κλίμακά της
Οι αντιπαραθέσεις γύρω από την οικογένεια, το φύλο και την ηθική υπήρχαν πολύ πριν από τα κοινωνικά δίκτυα. Οι ψηφιακές πλατφόρμες, όμως, άλλαξαν ριζικά τον τρόπο με τον οποίο διαδίδονται.
Σε ανάλυση περισσότερων από 2,7 εκατομμύρια αναρτήσεων πολιτικών και μέσων ενημέρωσης, η αναφορά στην αντίπαλη πολιτική ομάδα αναδείχθηκε σε ιδιαίτερα ισχυρό προγνωστικό παράγοντα κοινοποιήσεων και αναδημοσιεύσεων. Οι αναρτήσεις για την αντίπαλη ομάδα κοινοποιούνταν περίπου δύο φορές περισσότερο από εκείνες που αναφέρονταν στην ίδια την ομάδα του χρήστη [10].
Μια άλλη σειρά ερευνών έδειξε ότι οι χρήστες τείνουν να αντιλαμβάνονται μεγαλύτερη ηθική αγανάκτηση στις αναρτήσεις από όση δήλωναν ότι αισθάνονταν οι ίδιοι οι συντάκτες τους. Η υπερεκτίμηση αυτή ενίσχυε την εντύπωση ότι οι αντίπαλες ομάδες είναι πιο εχθρικές και ακραίες από όσο πραγματικά είναι [11].
Δημιουργείται έτσι ένας αυτοενισχυόμενος κύκλος:
- Η έντονη και καταγγελτική ανάρτηση τραβά περισσότερο την προσοχή.
- Οι αλγόριθμοι και οι χρήστες την προωθούν.
- Η ακραία θέση εμφανίζεται αντιπροσωπευτική ολόκληρης της άλλης πλευράς.
- Η άλλη πλευρά αισθάνεται ότι απειλείται.
- Απαντά με ακόμη μεγαλύτερη ένταση.
- Η σύγκρουση γίνεται πιο ορατή, πιο απόλυτη και πιο επικερδής σε όρους αλληλεπίδρασης.
Ένα μεμονωμένο ακραίο περιστατικό μπορεί έτσι να παρουσιάζεται ως απόδειξη ότι «ολόκληρη η κοινωνία» έχει παραδοθεί είτε στον αυταρχικό συντηρητισμό είτε στην «woke παράνοια».
Και οι οικονομικές ανισότητες; Είναι άσχετες με τη σύγκρουση;
Οι οικονομικές και πολιτισμικές εξηγήσεις συχνά παρουσιάζονται σαν να αλληλοαποκλείονται. Είτε, υποτίθεται, οι άνθρωποι αντιδρούν επειδή φοβούνται την κοινωνική αλλαγή είτε επειδή βιώνουν οικονομική ανασφάλεια.
Η έρευνα υποδεικνύει ότι τα δύο επίπεδα αλληλεπιδρούν.
Η οικονομική ανισότητα δεν δημιουργεί αυτομάτως ομοφοβία, ξενοφοβία ή συντηρητισμό. Μπορεί όμως να μειώνει την εμπιστοσύνη, να αποδυναμώνει την κοινωνική συνοχή, να ενισχύει τον ανταγωνισμό μεταξύ ομάδων και να αυξάνει την ανάγκη αναζήτησης ασφάλειας, κύρους και σαφών ορίων.
Μελέτη σε 35 δημοκρατίες διαπίστωσε ότι η αποδοχή της ομοφυλοφιλίας έτεινε να είναι χαμηλότερη στις χώρες με μεγαλύτερη εισοδηματική ανισότητα. Η οικονομική ανάπτυξη συνδεόταν με μεγαλύτερη ανεκτικότητα κυρίως στα κοινωνικά στρώματα που είχαν ωφεληθεί περισσότερο από αυτήν, γεγονός που δείχνει ότι η ανάπτυξη χωρίς σχετικά δίκαιη κατανομή δεν οδηγεί αναγκαστικά σε γενικευμένο κοινωνικό φιλελευθερισμό [12].
Ευρύτερη ανασκόπηση της κοινωνικοψυχολογικής βιβλιογραφίας συνέδεσε την οικονομική ανισότητα με χαμηλότερη κοινωνική συνοχή, μεγαλύτερη εχθρότητα μεταξύ ομάδων, αρνητικότερες στάσεις απέναντι στους μετανάστες, ενίσχυση συνωμοσιολογικών πεποιθήσεων και μεγαλύτερη έλξη προς ισχυρούς ή αυταρχικούς ηγέτες [13].
Σε διακρατική μελέτη 9.105 ατόμων, τόσο η οικονομική δυσφορία όσο και η αντίδραση απέναντι στην πολιτισμική αλλαγή συνδέονταν με λαϊκιστικές στάσεις. Κοινός ψυχολογικός μεσολαβητής ήταν η απειλή του αισθήματος ότι κάποιος ανήκει και έχει αναγνωρισμένη θέση μέσα στην κοινωνία [14].
Επομένως, η οικονομική ανασφάλεια δεν εξηγεί από μόνη της τα culture wars. Μπορεί, όμως, να δημιουργεί το ψυχολογικό έδαφος πάνω στο οποίο οι πολιτισμικές απειλές αποκτούν μεγαλύτερη δύναμη.
Όταν η πολιτισμική ταυτότητα επισκιάζει την κοινωνική τάξη
Ένα ενδιαφέρον θεωρητικό μοντέλο των Bonomi, Gennaioli και Tabellini υποστηρίζει ότι οι άνθρωποι διαθέτουν πολλές δυνητικές ταυτότητες: ταξική, εθνική, θρησκευτική, πολιτισμική ή κομματική. Το ποια από αυτές γίνεται κυρίαρχη εξαρτάται από το ποια σύγκρουση βρίσκεται κάθε φορά στο επίκεντρο.
Όταν οι πολιτισμικές διαφορές αποκτούν μεγαλύτερη πολιτική προβολή, οι ψηφοφόροι μπορούν να ταυτίζονται περισσότερο με την πολιτισμική τους ομάδα και λιγότερο με την οικονομική τους θέση. Σύμφωνα με το μοντέλο, η αύξηση της σημασίας της πολιτισμικής σύγκρουσης μπορεί να συνοδεύεται από υποχώρηση της σύγκρουσης γύρω από την αναδιανομή [15].
Αυτό δεν αποδεικνύει ότι κάποιος οργανώνει κεντρικά έναν αποπροσανατολισμό. Δείχνει, όμως, έναν πιθανό μηχανισμό: ένας εργαζόμενος και ένας πολύ πλούσιος άνθρωπος μπορούν να αισθάνονται ότι ανήκουν στο ίδιο πολιτικό στρατόπεδο επειδή συμμερίζονται μια στάση για το έθνος, τη μετανάστευση ή την οικογένεια, παρότι τα οικονομικά τους συμφέροντα διαφέρουν ριζικά.
Αντίστοιχα, άνθρωποι με παρόμοια οικονομικά προβλήματα μπορεί να τοποθετούνται σε αντίπαλα στρατόπεδα εξαιτίας των απόψεών τους για το φύλο, τη θρησκεία ή την πολιτισμική ταυτότητα.
Με αυτή την έννοια, τα culture wars μπορούν πράγματι να απορροφούν πολιτική ενέργεια που διαφορετικά θα κατευθυνόταν προς τις ανισότητες. Αυτό δεν σημαίνει ότι τα θέματα δικαιωμάτων είναι ασήμαντα ή τεχνητά. Σημαίνει ότι ο τρόπος με τον οποίο οργανώνεται η δημόσια αντιπαράθεση μπορεί να αποσυνδέει την αναγνώριση από την αναδιανομή.
Δικαιοσύνη της αναγνώρισης και αναδιανεμητική δικαιοσύνη
Το σφάλμα είναι να αντιμετωπίζουμε τα δικαιώματα των μειονοτήτων και την οικονομική ισότητα ως δύο ανταγωνιστικές πολυτέλειες, από τις οποίες πρέπει να επιλέξουμε μία.
Η αναδιανεμητική δικαιοσύνη αφορά:
- το εισόδημα και τον πλούτο,
- την εργασία,
- τη στέγη,
- την υγεία και την εκπαίδευση,
- την πρόσβαση σε κοινωνικούς πόρους.
Η δικαιοσύνη της αναγνώρισης αφορά:
- την ίση αξιοπρέπεια,
- τη θεσμική ορατότητα,
- την προστασία από διακρίσεις,
- το δικαίωμα συμμετοχής χωρίς απόκρυψη της ταυτότητας,
- την ισότητα απέναντι στον νόμο.
Η αναγνώριση χωρίς υλική πολιτική κινδυνεύει να περιοριστεί σε συμβολικές διακηρύξεις. Μια εταιρεία, για παράδειγμα, μπορεί να χρησιμοποιεί συμπεριληπτική διαφήμιση ενώ ταυτόχρονα διατηρεί χαμηλούς μισθούς και επισφαλείς συνθήκες εργασίας.
Αλλά και η αναδιανομή χωρίς αναγνώριση μπορεί να αφήνει ορισμένους ανθρώπους εκτεθειμένους σε αποκλεισμό, βία ή θεσμική ανισότητα. Ένα κοινωνικό κράτος δεν είναι πραγματικά καθολικό όταν κάποιες οικογένειες ή ομάδες δεν αναγνωρίζονται ισότιμα.
Η πιο συνεπής κοινωνική πολιτική δεν επιλέγει ανάμεσα στα δύο. Συνδέει την υλική ασφάλεια με την ίση αξιοπρέπεια.

Γιατί η άνοδος μοιάζει να σημειώθηκε τα τελευταία χρόνια;
Η απότομη αύξηση των αναφορών σε «woke», «anti-woke» και «culture wars» μετά το 2019 δεν φαίνεται να οφείλεται σε μία μοναδική αιτία. Προέκυψε μάλλον από τη σύμπτωση κοινωνικών γεγονότων, τεχνολογικών αλλαγών και πολιτικών στρατηγικών που ενίσχυσαν αμοιβαία η μία την άλλη.
Το έδαφος είχε ήδη προετοιμαστεί κατά τη δεκαετία του 2010. Κινήματα για τη φυλετική ισότητα, τα δικαιώματα των γυναικών και των ΛΟΑΤΚΙ+ ατόμων απέκτησαν μεγαλύτερη ορατότητα, ενώ τα κοινωνικά δίκτυα επέτρεψαν σε εμπειρίες που προηγουμένως παρέμεναν στο περιθώριο να εισέλθουν απευθείας στον δημόσιο διάλογο. Ο όρος «woke», προερχόμενος από την αφροαμερικανική πολιτική και γλωσσική παράδοση, άρχισε παράλληλα να αποσπάται από το αρχικό του πλαίσιο και να χρησιμοποιείται για ένα ολοένα ευρύτερο σύνολο προοδευτικών ιδεών και πρακτικών.
Η καθοριστική επιτάχυνση ήρθε ενδεχομένως το 2020. Η δολοφονία του George Floyd και οι διεθνείς κινητοποιήσεις του Black Lives Matter προκάλεσαν πρωτοφανή δημόσια συζήτηση γύρω από τον ρατσισμό, την αστυνομική βία και τις θεσμικές διακρίσεις. Μέσα σε λιγότερο από δύο εβδομάδες, το hashtag #BlackLivesMatter χρησιμοποιήθηκε περίπου 47,8 εκατομμύρια φορές στο Twitter, ενώ η συζήτηση επεκτάθηκε γρήγορα σε πολιτικούς, επιχειρήσεις, πανεπιστήμια, μέσα ενημέρωσης και οργανισμούς εκτός των ΗΠΑ.
Την ίδια περίοδο, η πανδημία μετέφερε ακόμη μεγαλύτερο μέρος της κοινωνικής, επαγγελματικής και πολιτικής ζωής στο διαδίκτυο. Ενδεικτικά, τον Απρίλιο του 2020 οι ενήλικοι χρήστες στο Ηνωμένο Βασίλειο περνούσαν κατά μέσο όρο περισσότερο από τέσσερις ώρες ημερησίως online, ενώ αυξήθηκε απότομα η χρήση πλατφορμών παραγωγής και διάδοσης σύντομου περιεχομένου. Η πανδημία δεν δημιούργησε τους πολιτισμικούς πολέμους, αλλά διεύρυνε θεαματικά το περιβάλλον μέσα στο οποίο μπορούσαν να εξαπλωθούν.
Η αυξημένη θεσμική υιοθέτηση της γλώσσας της συμπερίληψης προκάλεσε στη συνέχεια τη δική της αντίδραση. Επιχειρήσεις και δημόσιοι οργανισμοί άρχισαν να τοποθετούνται περισσότερο σε ζητήματα φυλής, φύλου και διαφορετικότητας, άλλοτε με ουσιαστικές πολιτικές και άλλοτε με περισσότερο συμβολικές ενέργειες. Αυτή η μερική «εμπορευματοποίηση» της κοινωνικής ευαισθησίας έκανε το woke ακόμη πιο ορατό, αλλά συγχρόνως το εξέθεσε σε κατηγορίες για ηθικολογία, υποκρισία ή «woke washing».
Παράλληλα, πολιτικοί, μέσα ενημέρωσης και οργανωμένα δίκτυα αναγνώρισαν ότι το «anti-woke» μπορούσε να λειτουργήσει ως ένα εξαιρετικά ευέλικτο πολιτικό πλαίσιο. Κάτω από μία μόνο λέξη μπορούσαν πλέον να ενταχθούν η αντιπαράθεση για τη φυλή, τη μετανάστευση, τα πανεπιστήμια, τις μορφές οικογένειας, τα δικαιώματα των τρανς ατόμων, την ιστορία, ακόμη και την κλιματική πολιτική. Μελέτες του δημόσιου λόγου στη Βρετανία και σε άλλες ευρωπαϊκές χώρες δείχνουν ότι λίγες δηλώσεις πολιτικών και άλλων προσώπων με θεσμική ισχύ μπορούσαν να μετατρέψουν επιμέρους περιστατικά σε γενικευμένη αφήγηση περί μιας ενιαίας και απειλητικής «woke ιδεολογίας».
Το γεγονός ότι ο όρος δεν διαθέτει σταθερό και κοινά αποδεκτό ορισμό συνέβαλε καθοριστικά στην επιτυχία του. Όσο πιο ασαφής είναι μια πολιτική ετικέτα, τόσο περισσότερους διαφορετικούς φόβους και δυσαρέσκειες μπορεί να συγκεντρώνει. Έτσι το «woke» κατέληξε να σημαίνει διαφορετικά πράγματα για διαφορετικούς ανθρώπους, ενώ το «anti-woke» εξελίχθηκε σε αυτοτελή πολιτική ταυτότητα. Στη Βρετανία, οι αναφορές του Τύπου στον όρο «anti-woke» αυξήθηκαν από 10 το 2019 σε 882 το 2022, παρότι το 2023 το 44% του κοινού εξακολουθούσε να δηλώνει ότι δεν γνώριζε τι ακριβώς σημαίνουν οι σχετικοί όροι.
Τέλος, το ίδιο το επιχειρηματικό μοντέλο των κοινωνικών δικτύων ευνόησε τη διάδοση της σύγκρουσης. Οι απόλυτες ηθικές κρίσεις, η αγανάκτηση και οι επιθέσεις στην αντίπαλη ομάδα προσελκύουν περισσότερη προσοχή από τις σύνθετες αναλύσεις. Παράλληλα, οι χρήστες επιλέγουν συχνά πιο κομματικό περιεχόμενο από εκείνο στο οποίο αρχικά εκτίθενται, ενώ τείνουν να υπερεκτιμούν πόσο θυμωμένοι και ακραίοι είναι οι πολιτικοί τους αντίπαλοι.
Επομένως, η άνοδος της culture war ρητορικής των τελευταίων ετών δεν δείχνει ότι οι κοινωνίες ανακάλυψαν ξαφνικά τα ζητήματα ταυτότητας. Δείχνει ότι πραγματικά αιτήματα ισότητας συνάντησαν ένα νέο ψηφιακό περιβάλλον, μια εκτεταμένη θεσμική ανταπόκριση και μια οργανωμένη πολιτική αντίδραση. Από αυτή τη συνάντηση γεννήθηκε ένας αυτοτροφοδοτούμενος κύκλος: περισσότερη ορατότητα προκαλεί μεγαλύτερη αντίδραση, η αντίδραση αυξάνει ακόμη περισσότερο την ορατότητα και η σύγκρουση μετατρέπεται τελικά σε πολιτική ταυτότητα και για τις δύο πλευρές.
Πώς μπορούμε να συζητάμε χωρίς να παγιδευόμαστε στον πολιτισμικό πόλεμο;
Μια πιο ουσιαστική αξιολόγηση κάθε διαμάχης μπορεί να βασίζεται σε ορισμένα πρακτικά ερωτήματα.
1. Υπάρχει συγκεκριμένο δικαίωμα ή συγκεκριμένη βλάβη;
Δεν αρκεί η γενική επίκληση της «παράδοσης», της «προόδου», της «woke ατζέντας» ή της «μισαλλοδοξίας». Χρειάζεται να προσδιοριστεί ποιο δικαίωμα περιορίζεται, ποιος βλάπτεται και με ποιον τρόπο.
2. Η απειλή είναι υλική, νομική ή κυρίως συμβολική;
Η απώλεια εργασίας, η έκθεση σε βία και η άρνηση ενός νομικού δικαιώματος δεν είναι το ίδιο με την ενόχληση που προκαλεί η αλλαγή μιας κοινωνικής νόρμας.
3. Συζητάμε ένα πραγματικό κοινωνικό φαινόμενο ή ένα ακραίο περιστατικό;
Η διάδοση μιας παράλογης ανάρτησης ή μιας ακραίας δήλωσης δεν αποδεικνύει ότι αντιπροσωπεύει εκατομμύρια ανθρώπους. Το ίδιο ισχύει και για τις δύο πλευρές.
4. Ποια είναι η ποιότητα των δεδομένων;
Πολλές από τις διαθέσιμες έρευνες είναι συγχρονικές και δείχνουν συσχετίσεις, όχι βέβαιες αιτιώδεις σχέσεις. Τα ευρήματα από τις ΗΠΑ δεν μεταφέρονται αυτομάτως στην Ελλάδα ή σε κάθε ευρωπαϊκή κοινωνία.
5. Ποιος ωφελείται από τη δραματοποίηση;
Η πολιτική, τα μέσα ενημέρωσης, οι influencers και οι ψηφιακές πλατφόρμες έχουν συχνά κίνητρο να παρουσιάζουν μια επιμέρους διαφωνία ως υπαρξιακή μάχη.
6. Μπορεί η λύση να ενισχύει συγχρόνως την ισότητα και την κοινωνική ασφάλεια;
Η πρόσβαση στη στέγη, η υποστήριξη των παιδιών, η δημόσια υγεία, η προστασία από τη βία και η ισότητα στην εργασία μπορούν να ωφελούν διαφορετικές οικογενειακές μορφές χωρίς να αφαιρούν δικαιώματα από άλλους.
Τελικά, είναι τα culture wars πρόοδος ή αποπροσανατολισμός;
Η πιο τεκμηριωμένη απάντηση είναι ότι μπορούν να είναι και τα δύο, ανάλογα με το επίπεδο στο οποίο εξετάζονται.
Είναι πρόοδος όταν άνθρωποι που παρέμεναν αόρατοι αποκτούν ίσα δικαιώματα, φωνή, ασφάλεια και θεσμική αναγνώριση.
Γίνονται πολιτισμικός πόλεμος όταν πολύπλοκα ζητήματα μετατρέπονται σε απόλυτες ταυτότητες, όταν η αντίπαλη πλευρά παρουσιάζεται ως υπαρξιακός εχθρός και όταν κάθε διαφωνία ερμηνεύεται ως απόδειξη συνολικής ηθικής διαφθοράς.
Μπορούν να λειτουργούν ως μετάθεση όταν η πολιτική και τα μέσα επενδύουν στη συναισθηματική τους ένταση, ενώ αποφεύγουν πολύ δυσκολότερες συγκρούσεις γύρω από τον πλούτο, τη φορολογία, την εργασία και την αναδιανομή.
Διαβάστε για τη μετάθεση ως ψυχολογικό μηχανισμό
Ωστόσο, η απάντηση δεν είναι να ζητήσουμε από τις μειονοτικές ομάδες να περιμένουν μέχρι να λυθούν πρώτα όλες οι οικονομικές ανισότητες. Ούτε να δεχτούμε ότι κάθε συμβολική αντιπαράθεση αποτελεί αυτόματα τη σημαντικότερη πολιτική μάχη της εποχής.
Μια ώριμη δημοκρατική κοινωνία πρέπει να μπορεί να ασχολείται συγχρόνως με τη φτώχεια και τη διάκριση, με τη στέγη και την οικογενειακή ισότητα, με την εργασιακή ασφάλεια και την αξιοπρέπεια.
Το πραγματικό πρόβλημα δεν είναι ότι μιλάμε για ταυτότητα και δικαιώματα. Είναι ότι συχνά μιλάμε γι’ αυτά με τρόπο που μας εμποδίζει να κατανοήσουμε τόσο την εμπειρία του άλλου όσο και τις κοινωνικές και οικονομικές συνθήκες που κάνουν τη σύγκρουση τόσο εκρηκτική.

Συχνές ερωτήσεις
Τι σημαίνει ο όρος culture wars;
Περιγράφει πολιτικές και κοινωνικές συγκρούσεις γύρω από αξίες, ταυτότητες και κοινωνικούς κανόνες, όπως η οικογένεια, το φύλο, η σεξουαλικότητα, η θρησκεία, η μετανάστευση και η ελευθερία του λόγου.
Είναι τα culture wars ένας τρόπος αποπροσανατολισμού από τις οικονομικές ανισότητες;
Μπορούν να λειτουργούν έτσι, ιδιαίτερα όταν η πολιτισμική ταυτότητα επισκιάζει τα κοινά οικονομικά συμφέροντα. Ωστόσο, πολλά από τα αιτήματα που βρίσκονται στο επίκεντρό τους αφορούν πραγματικά δικαιώματα και πραγματικές μορφές διάκρισης.
Γιατί τα ζητήματα ταυτότητας προκαλούν τόσο έντονες αντιδράσεις;
Επειδή συνδέονται με την κοινωνική ταυτότητα, την ηθική, το αίσθημα του ανήκειν και την ανάγκη σταθερότητας. Η διαφωνία μπορεί έτσι να βιώνεται ως απειλή για την ομάδα και όχι απλώς ως διαφορετική πολιτική άποψη.
Απειλούνται πραγματικά και οι δύο πλευρές;
Και οι δύο μπορεί να βιώνουν γνήσιο φόβο ή ανασφάλεια. Οι απειλές, όμως, δεν είναι πάντοτε ισοδύναμες. Μια μειονότητα μπορεί να αντιμετωπίζει απώλεια δικαιωμάτων ή διάκριση, ενώ η πλειονότητα μπορεί κυρίως να βιώνει απώλεια κοινωνικής κυριαρχίας ή οικειότητας.
Πώς επηρεάζουν τα social media την πολιτική πόλωση;
Ενισχύουν το περιεχόμενο που προκαλεί θυμό, ηθική αγανάκτηση και εχθρότητα προς την αντίπαλη ομάδα. Παράλληλα, οι χρήστες τείνουν να υπερεκτιμούν πόσο θυμωμένοι και ακραίοι είναι οι άλλοι, με αποτέλεσμα να αυξάνεται η αντιλαμβανόμενη κοινωνική σύγκρουση.
Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος
Βιβλιογραφία
- Duffy, B., Hewlett, K., Murkin, G. et al. (2023). Woke vs anti-woke? Culture war divisions and politics. The Policy Institute, King’s College London & Ipsos UK.
- Schroeter, M. (2025). Political correctness gone woke in polarised society: The emergence of a new keyword in an old “culture war” discourse. Journal of Corpora and Discourse Studies, 8, 123–158. DOI: 10.18573/jcads.135.
- Inglehart, R. F., Ponarin, E. & Inglehart, R. C. (2017). Cultural Change, Slow and Fast: The Distinctive Trajectory of Norms Governing Gender Equality and Sexual Orientation. Social Forces, 95(4), 1313–1340. DOI: 10.1093/sf/sox008.
- Hoy-Ellis, C. P. (2021). Minority Stress and Mental Health: A Review of the Literature. Journal of Homosexuality, 70, 806–830. DOI: 10.1080/00918369.2021.2004794.
- Mezza, F., Mezzalira, S., Pizzo, R., Maldonato, N. M., Bochicchio, V. & Scandurra, C. (2023). Minority stress and mental health in European transgender and gender diverse people: A systematic review of quantitative studies. Clinical Psychology Review, 107, 102358. DOI: 10.1016/j.cpr.2023.102358.
- Queiroz, A. et al. (2026). A multilevel analysis of LGBT-relevant laws and sexual and gender minority mental health: evidence for the protective role of inclusive policies. BMC Public Health, 26. DOI: 10.1186/s12889-026-26309-4. 2 αναφορές στο Consensus.
- Jost, J. T., Baldassarri, D. & Druckman, J. N. (2022). Cognitive–motivational mechanisms of political polarization in social-communicative contexts. Nature Reviews Psychology, 1, 560–576. DOI: 10.1038/s44159-022-00093-5. 221 αναφορές στο Consensus.
- European Court of Human Rights. (2013). Eweida and Others v. the United Kingdom, Applications nos. 48420/10, 59842/10, 51671/10 and 36516/10, Judgment of 15 January 2013.
- Renström, E. A., Bäck, H. & Carroll, R. (2021). Intergroup Threat and Affective Polarization in a Multi-Party System. Journal of Social and Political Psychology. 57 αναφορές στο Consensus.
- Rathje, S., Van Bavel, J. J. & van der Linden, S. (2021). Out-group animosity drives engagement on social media. Proceedings of the National Academy of Sciences, 118(26), e2024292118. DOI: 10.1073/pnas.2024292118. 488 αναφορές στο Consensus.
- Brady, W. J. et al. (2023). Overperception of moral outrage in online social networks inflates beliefs about intergroup hostility. Nature Human Behaviour, 7, 917–927. DOI: 10.1038/s41562-023-01582-0. 76 αναφορές στο Consensus.
- Andersen, R. & Fetner, T. (2008). Economic Inequality and Intolerance: Attitudes toward Homosexuality in 35 Democracies. American Journal of Political Science, 52(4), 942–958. DOI: 10.1111/j.1540-5907.2008.00352.x. 368 αναφορές στο Consensus.
- Jetten, J. et al. (2021). Consequences of Economic Inequality for the Social and Political Vitality of Society: A Social Identity Analysis. Political Psychology, 42, 241–266. DOI: 10.1111/pops.12800. 92 αναφορές στο Consensus.
- Manunta, E. et al. (2024). Populism, Economic Distress, Cultural Backlash, and Identity Threat: Integrating Patterns and Testing Cross-National Validity. Personality and Social Psychology Bulletin, 51, 1760–1775. DOI: 10.1177/01461672241231727. 15 αναφορές στο Consensus.
- Bonomi, G., Gennaioli, N. & Tabellini, G. (2021). Identity, Beliefs, and Political Conflict. The Quarterly Journal of Economics, 136(4), 2371–2411. DOI: 10.1093/qje/qjab034.
