Επιδημία παχυσαρκίας
Η παχυσαρκία αναγνωρίζεται πλέον ως ένα από τα σημαντικότερα προβλήματα δημόσιας υγείας που αντιμετωπίζει ο κόσμος σήμερα. Η παχυσαρκία των ενηλίκων είναι πιο συχνή παγκοσμίως από τον υποσιτισμό και μεγάλο μέρος της επιστημονικής κοινότητας μιλάει ανοιχτά πλέον για παγκόσμια επιδημία παχυσαρκίας.
Σύμφωνα με τα νεότερα στοιχεία από τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας (2022), 2,5 δισεκατομμύρια ενήλικες (18 ετών και άνω) ήταν υπέρβαροι. Από αυτούς, 890 εκατομμύρια ζούσαν με παχυσαρκία (1 στα 8 άτομα). Αυτό αντιστοιχεί στο 43% των ενηλίκων ηλικίας 18 ετών και άνω (43% των ανδρών και 44% των γυναικών), ενώ το 16% είναι παχύσαρκοι.
Ο παγκόσμιος επιπολασμός σχεδόν τριπλασιάστηκε μεταξύ 1975 και 2022. Εκτιμάται τώρα ότι το μεγαλύτερο μέρος του παγκόσμιου πληθυσμού ζει σε χώρες όπου το υπερβολικό βάρος και η παχυσαρκια σκοτώνουν περισσότερους ανθρώπους από ότι ο υποσιτισμός.
Αντίστοιχα ανησυχητικά είναι τα στοιχεία για τον παιδικό πληθυσμό καθώς σε πρόσφατη έρευνα που δημοσιεύτηκε στο Lancet διαπιστώνεται πως κατά την περίοδο 1990-2022 η παιδική παχυσαρκία τετραπλασιάστηκε.
Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, 37 εκατομμύρια παιδιά ηλικίας κάτω των 5 ετών ήταν υπέρβαρα το 2022. Πάνω από 390 εκατομμύρια παιδιά και έφηβοι ηλικίας 5-19 ετών ήταν υπέρβαρα το 2022, εκ των οποίων 160 εκατομμύρια ζούσαν με παχυσαρκία.
- Για τα κορίτσια από το 1,7% του παγκόσμιου πληθυσμού το 1990 το ποσοστό έφτασε στο 6,9% το 2022.
- Για τα αγόρια, το αντίστοιχο ποσοστό ήταν από 2,1% σε 9,3%.
Πρόκειται για τεράστια αύξηση που δικαιολογεί τον όρο επιδημία ενώ οι προεκτάσεις στη συνολική υγεία του πληθυσμού, συμπεριλαμβανομένου και της ψυχικής, είναι ανυπολόγιστες.
Πηγή : Obesity and overweight από WHO
Στην Ελλάδα το πρόβλημα είναι εξίσου σοβαρό. Σύμφωνα με δεδομένα του ΠΟΥ από το 2019, το ~38% των Ελλήνων ενηλίκων είναι υπέρβαροι και το ~25% είναι παχύσαρκοι (άτομα με δείκτη μάζας σώματος άνω του 25 θεωρούνται υπέρβαρα, ενώ άτομα με ΔΜΣ άνω του 30 παχύσαρκα). Αυτά και άλλα πολύ σημαντικά ποσοστά και στοιχεία περιλαμβάνονται σε πολύ πρόσφατη ελληνική έρευνα που μπορείτε να βρείτε εδώ.
Αίτια παχυσαρκίας
Πρόκειται για πολυπαραγοντική ασθένεια που αφορά άτομα με Δείκτη Μάζας Σώματος ≥30 kg/m² και προκαλείται από πολλούς γενετικούς και κοινωνικοπολιτισμικούς παράγοντες. Διάφορες γενετικές μελέτες έδειξαν ότι η παχυσαρκία είναι εξαιρετικά κληρονομική, με πολλά γονίδια να συσχετίζονται με αυξημένη εναπόθεση λίπους και την αύξηση βάρους.
Άλλες αιτίες παχυσαρκίας περιλαμβάνουν το κάπνισμα και το βάρος της μητέρας κατά την εγκυμοσύνη, τη μειωμένη σωματική δραστηριότητα, την αϋπνία, ενδοκρινικές διαταραχές, φάρμακα, προσβασιμότητα και κατανάλωση υπερβολικών υδατανθράκων και τροφών με υψηλή περιεκτικότητα σε ζάχαρη και μειωμένο ενεργειακό μεταβολισμό.
Παχυσαρκία & ψυχική υγεία
Αυξάνονται ολοένα και περισσότερο οι ερευνητικές δημοσιεύσεις που επισημαίνουν συσχέτιση μεταξύ της παχυσαρκιας και της ψυχικής υγείας. Η σχέση είναι αμφίδρομη, δηλαδή αφενός η έρευνα εστιάζει στο πόσο η παχυσαρκία μπορεί να αποτελεί παράγοντα κινδύνου για ψυχική διαταραχή ή ψυχολογικά προβλήματα και αφετέρου στο πόσο άτομα με προϋπάρχουσα επιβαρυμένη ψυχική υγεία ή διαταραχή είναι πιο επιρρεπή σε μεγάλη αύξηση βάρους.

Ψυχιατρικά/ψυχολογικά προβλήματα λόγω παχυσαρκίας
Οι αρνητικές επιπτώσεις της παχυσαρκίας στην ψυχική υγεία μπορεί να περιλαμβάνουν:
- Κατάθλιψη/διαταραχή διάθεσης
- Άγχος
- Χαμηλή αυτοεκτίμηση
- Αρνητική εικόνα σώματος
- Διαταραχές πρόσληψης τροφής
- Απομόνωση
Η αρνητική επίδραση προκύπτει καταρχήν με έμμεσο τρόπο λόγω των σοβαρών χρονίων παθήσεων για τις οποίες είναι παράγοντας κινδύνου η παχυσαρκία, οι βασικότερες εκ των οποίων είναι :
- Καρκίνος (πολλές μορφές)
- Καρδιαγγειακά νοσήματα
- Υπέρταση
- Σακχαρώδης διαβήτης
- Υπογονιμότητα
Η σύνδεση μεταξύ παχυσαρκίας και ψυχιατρικών προβλημάτων δεν αποτελεί έκπληξη: η κακή εικόνα του εαυτού, η σωματική αδράνεια, οι βιολογικές διαταραχές και το κοινωνικό στίγμα που σχετίζεται με το υπερβολικό βάρος συμβάλλουν στην προδιάθεση για ψυχικές ασθένειες.
Κατάθλιψη και χαμηλή αυτοεκτίμηση ωστόσο έχουν παρατηρηθεί σε παχύσαρκους ασθενείς σε όλο τον κόσμο, ακόμη και όταν δεν υπήρχε προηγούμενο ιστορικό ψυχικής ασθένειας. Στις Ηνωμένες Πολιτείες της Αμερικής το 43% των ενηλίκων με κατάθλιψη είναι παχύσαρκοι και οι ενήλικες με κατάθλιψη ήταν πιο πιθανό να είναι παχύσαρκοι από τους ενήλικες χωρίς κατάθλιψη. Αυτή η σχέση μεταξύ φαίνεται να είναι ισχυρότερη για τις γυναίκες από τους άνδρες, πιθανώς λόγω των ισχυρών διαχρονικών κοινωνικών στερεοτύπων αξιολόγησης της γυναίκας βάσει της εμφάνισής της.
Ενδιαφέρον παρουσιάζει το γεγονός ότι η αύξηση των καταθλιπτικών διαταραχών κατά τις τελευταίες δεκαετίες συμβαδίζει με τη μείωση πιο υγιών τρόπων ζωής, συμπεριλαμβανομένης της ποιότητας διατροφής (nutrition & depression).


Η ψυχική υγεία επηρεάζεται έμμεσα και από τις εξής πιθανές επιπτώσεις του υπερβολικού βάρους
- Μείωση της ποιότητας ζωής
- Μείωση της ποιότητας του ύπνου (π.χ. υπνική άπνοια)
- Μυοσκελετικά προβλήματα (π.χ. οστεοαρθρίτιδα)
- Στίγμα (το αίσθημα της ντροπής λόγω του υπερβολικού βάρους) & εκφοβισμός (bullying) σε μικρότερη ηλικία
Η παχυσαρκία ως το αποτέλεσμα ψυχολογικών παραγόντων
Φαίνεται ότι ψυχικές διαταραχές και διάφορες ψυχολογικές δυσκολίες αποτελούν ακόμη ένα λόγο που περισσότεροι άνθρωποι στον κόσμο είναι υπέρβαροι.
- Κατάθλιψη
- Αγχώδης διαταραχή
- Διαταραχές διατροφής : διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας & ψυχογενής βουλιμία
- Διπολική διαταραχή
- Σχιζοφρένεια
Ένας κύριος λόγος που ψυχικές διαταραχές οδηγούν σε αυξημένο βάρος είναι η λήψη της αναγκαίας ψυχιατρικής φαρμακευτικής αγωγής, η οποία δυστυχώς προκαλεί σε κάποιες περιπτώσεις την ανεπιθύμητη ενέργεια της αυξημένης όρεξης και μεταβολικά προβλήματα.
Από την άλλη η αύξηση βάρους και όρεξης αποτελεί ένα από τα βασικά συμπτώματα κάποιων μορφών κατάθλιψης, ενώ η υπερφαγία γνωρίζουμε ότι αποτελεί βασικό αντιρροπιστικό/αμυντικό μηχανισμό σε ανυπόφορα αρνητικά συναισθήματα. Αρκετοί άνθρωποι με άγχος για παράδειγμα καταφεύγουν στο φαγητό για να νιώσουν καλύτερα, η γνωστή και ως συναισθηματική υπερφαγία.
Η παχυσαρκία ως αποτέλεσμα ενός προβληματικού τρόπου ζωής ενίοτε αποτελεί κοινό χαρακτηριστικό όλων των μελών μιας οικογένειας. Οι οικογένειες αυτές δεν είναι ασυνήθιστο να αντιμετωπίζουν εσωτερικά προβλήματα, τα οποία τοποθετούνται κάτω από το χαλί, ενώ η υπερφαγία κανονικοποιείται και υιοθετείται ως τρόπος εκτόνωσης. Σε τέτοιες περιπτώσεις η πιθανότητα να γίνουν παχύσαρκα και τα παιδιά είναι υψηλότερη λόγω μάθησης.
Με απλά λόγια η αυξημένη κατανάλωση ζάχαρης σε αυτή την περίπτωση έρχεται να καλύψει την ανάγκη να βιωθούν ξανά και ξανά συναισθήματα ευχαρίστησης και ευφορίας.

Αξίζει να αναφερθεί ότι το φαγητό γενικά και η ζάχαρη ειδικότερα προκαλεί αύξηση ντοπαμίνης στον εγκέφαλο γεγονός που συχνά οδηγεί σε εθισμό. Επίσημα, η έννοια της “εξάρτησης από τη ζάχαρη” ως αντίστοιχης με την εξάρτηση από ψυχοδραστικές ουσίες δεν έχει τεκμηριωθεί επαρκώς στον άνθρωπο, ωστόσο μπορούμε να πούμε ότι τρόφιμα υψηλής ευγευστότητας, ιδιαίτερα υπερεπεξεργασμένα προϊόντα πλούσια σε ζάχαρη και λίπος, ενεργοποιούν εγκεφαλικά κυκλώματα ανταμοιβής και μπορούν σε ορισμένα άτομα να συνδέονται με έντονο craving και δυσκολία ελέγχου της πρόσληψης.
Η υψηλή κατανάλωση ζάχαρης μπορεί να συμβάλει στην αύξηση βάρους. Πολυάριθμες επιστημονικές μελέτες και ανασκοπήσεις έχουν δείξει τη σχέση μεταξύ υπερβολικής πρόσληψης ζάχαρης και αυξημένου κινδύνου παχυσαρκιας.
Στην εικόνα που ακολουθεί βλέπουμε συνοπτικά μια σειρά από προβλήματα υγείας για τα οποία η παχυσαρκια ειναι παράγοντας κινδύνου.

Αντιμετώπιση παχυσαρκίας
Τα προαναφερόμενα ευρήματα για την παχυσαρκία θα πρέπει να προκαλέσουν ισχυρό προβληματισμό στις κοινωνίες. Η παχυσαρκία είναι υπεύθυνη για αυξημένη θνησιμότητα, σοβαρές σωματικές παθήσεις και ψυχικές διαταραχές, γεγονότα στα οποία δεν μπορεί να εθελοτυφλούμε. Η αύξηση της παχυσαρκιας αποτελεί φαινόμενο των τελευταίων δεκαετιών και είναι πιο έκδηλη στο δυτικό κόσμο.
Η παχυσαρκία είναι χρόνια, πολυπαραγοντική και συχνά υποτροπιάζουσα νόσος και δεν ανάγεται οπωσδήποτε σε έλλειψη αυτοελέγχου. Αυτό δε σημαίνει ότι ο κώδωνας του κινδύνου για κυβερνήσεις και συστήματα υγείας δεν πρέπει να κρούσει έντονα.
GLP-1 και νεότερες θεραπείες για την παχυσαρκία
Τα τελευταία χρόνια η φαρμακευτική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας έχει αλλάξει σημαντικά με την εισαγωγή των αγωνιστών των υποδοχέων GLP-1, όπως η λιραγλουτίδη και η σεμαγλουτίδη, καθώς και νεότερων φαρμάκων όπως η τιρζεπατίδη, η οποία δρα ταυτόχρονα στους υποδοχείς GIP και GLP-1. Τα φάρμακα αυτά επηρεάζουν μηχανισμούς που ρυθμίζουν την πείνα και τον κορεσμό, μειώνουν την πρόσληψη τροφής και επιβραδύνουν τη γαστρική κένωση.
Η αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους είναι σημαντικά μεγαλύτερη από εκείνη των παλαιότερων φαρμακευτικών επιλογών. Σε μεγάλη τυχαιοποιημένη μελέτη η σεμαγλουτίδη, σε συνδυασμό με παρέμβαση στον τρόπο ζωής, οδήγησε σε μέση μείωση του σωματικού βάρους κατά περίπου 15% σε 68 εβδομάδες. Με την τιρζεπατίδη η μέση μείωση στη μελέτη SURMOUNT-1 κυμάνθηκε περίπου από 15% έως 21% σε 72 εβδομάδες, ανάλογα με τη δόση.
Η αλλαγή αυτή έχει ιδιαίτερη σημασία και για την ψυχική υγεία. Ορισμένα ψυχιατρικά φάρμακα, ιδιαίτερα ορισμένα αντιψυχωσικά, μπορούν να προκαλέσουν σημαντική αύξηση βάρους και μεταβολικές διαταραχές. Μέχρι πρόσφατα οι θεραπευτικές δυνατότητες για την αντιμετώπιση αυτής της παρενέργειας ήταν σχετικά περιορισμένες.
Νεότερα δεδομένα είναι ενθαρρυντικά. Στη μελέτη HISTORI, 154 άτομα με σχιζοφρένεια που λάμβαναν αντιψυχωσική αγωγή και είχαν προδιαβήτη και αυξημένο βάρος ή παχυσαρκία έλαβαν σεμαγλουτίδη ή placebo για 30 εβδομάδες. Η σεμαγλουτίδη συνδέθηκε με μέση μείωση του βάρους κατά 9,2 κιλά, χωρίς επιδείνωση των ψυχωτικών συμπτωμάτων ή άλλων δεικτών ψυχικής υγείας. Τα ευρήματα αυτά ανοίγουν μια σημαντική θεραπευτική δυνατότητα για την αντιμετώπιση του καρδιομεταβολικού κινδύνου σε άτομα που χρειάζονται μακροχρόνια ψυχιατρική φαρμακευτική αγωγή.
Είχαν επίσης εκφραστεί ανησυχίες σχετικά με πιθανή συσχέτιση των GLP-1 με αυτοκτονικό ιδεασμό. Ωστόσο, η ανασκόπηση των διαθέσιμων δεδομένων από τον Ευρωπαϊκό Οργανισμό Φαρμάκων δεν υποστήριξε αιτιώδη σχέση, ενώ τον Ιανουάριο του 2026 και ο FDA ανακοίνωσε ότι η συνολική αξιολόγησή του δεν έδειξε αυξημένο κίνδυνο αυτοκτονικού ιδεασμού ή συμπεριφοράς.
Τα GLP-1 δεν αποτελούν ωστόσο «εύκολη λύση» ούτε υποκαθιστούν τη συνολική αντιμετώπιση της παχυσαρκίας. Οι συχνότερες ανεπιθύμητες ενέργειες είναι γαστρεντερικές, όπως ναυτία, έμετος, διάρροια και δυσκοιλιότητα, και η επιλογή της θεραπείας πρέπει να γίνεται εξατομικευμένα και με ιατρική παρακολούθηση.
Επιπλέον, η παχυσαρκία αποτελεί χρόνια και συχνά υποτροπιάζουσα κατάσταση. Μετά τη διακοπή της σεμαγλουτίδης στη συνέχεια της μελέτης STEP-1, οι συμμετέχοντες ανέκτησαν κατά μέσο όρο σημαντικό μέρος του βάρους που είχαν χάσει, γεγονός που υποδεικνύει ότι για αρκετούς ανθρώπους η φαρμακευτική αντιμετώπιση μπορεί να χρειάζεται να είναι μακροχρόνια.
Αυτή είναι και η κατεύθυνση των νεότερων οδηγιών του Παγκόσμιου Οργανισμού Υγείας, ο οποίος από τον Δεκέμβριο του 2025 εντάσσει τις θεραπείες GLP-1 στις επιλογές μακροχρόνιας αντιμετώπισης της παχυσαρκίας στους ενήλικες, όχι ως μεμονωμένη παρέμβαση αλλά ως μέρος μιας συνολικής προσέγγισης που περιλαμβάνει υγιεινή διατροφή, σωματική δραστηριότητα, συμπεριφορική υποστήριξη και συνεχή παρακολούθηση.
Διαβάστε επίσης: Η συζήτηση γύρω από τα GLP-1 δεν περιορίζεται στην αποτελεσματικότητά τους στην απώλεια βάρους. Πώς συνδέονται με τα υπερεπεξεργασμένα τρόφιμα, τη βιομηχανία τροφίμων και τα οικονομικά συμφέροντα γύρω από την παχυσαρκία;
→ GLP-1, παχυσαρκία, υπερεπεξεργασμένα και στη μέση το κέρδος
Διατροφή
Υπάρχουν μελέτες που υποδηλώνουν ότι ένα υγιεινό διατροφικό πρότυπο που συνάδει με τις τρέχουσες διατροφικές συστάσεις και περιλαμβάνει λαχανικά και φρούτα, θαλασσινά, ελαιόλαδο, ξηρούς καρπούς και δημητριακά μπορεί να συμβάλλει στη βελτίωση καταθλιπτικών συμπτωμάτων σε μη καταθλιπτικά και κλινικά καταθλιπτικά άτομα. Ταυτόχρονα αυτή η αλλαγή παραδείγματος ως προς την υγιεινή διατροφή είναι σημαντική και για τον περιορισμό της παχυσαρκίας.
Βαριατρικό χειρουργείο
Η ανάγκη για χειρουργική επέμβαση στο επίπεδο του γαστρεντερικού συστήματος (βαριατρική χειρουργική) προκύπτει συχνά σε περιπτώσεις νοσογόνου παχυσαρκίας. Περίπου το ένα τρίτο των υποψηφίων για βαριατρικό χειρουργείο αναφέρει κλινικά σημαντικά συμπτώματα κατάθλιψης τη στιγμή της επέμβασης, ενώ ένα 50% περίπου αναφέρει ιστορικό κατάθλιψης κατά τη διάρκεια της ζωής τους. Πιο πρόσφατες μελέτες έχουν δείξει ότι η διαταραχή επεισοδιακής υπερφαγίας εμφανίζεται στο 5% έως 15% των υποψηφίων, ενώ η ψυχογενής βουλιμία και η νυχτερινή υπερφαγία παρατηρούνται επίσης σε μικρότερα ποσοστά.
Ψυχιατρικές/ψυχοθεραπευτικές παρεμβάσεις
Σε ατομικό επίπεδο η παχυσαρκία δεν μπορεί να χαρακτηριστεί ως ψυχική νόσος αν και φαίνεται ότι σε αρκετές περιπτώσεις συσχετίζεται με ψυχολογικούς παράγοντες. Εσφαλμένες και υπερτιμημένες αντιλήψεις για τη διατροφή, το βάρος, την όρεξη, την παχυσαρκία ενδέχεται να πλεονάζουν στο νου, αλληλεπιδρώντας με κάθε πτυχή της καθημερινότητας του ατόμου.
Σε αυτές τις περιπτώσεις συνίσταται η επιστράτευση ειδικών ψυχικής υγείας, ψυχιάτρων ή/και ψυχολόγων (και από την Ελληνική Ιατρική Εταιρεία Παχυσαρκίας) ως τμήμα μιας συνολικής αντιμετώπισης αυτού του σύνθετου προβλήματος υγείας.
Σε σύγκριση με τις κλασικές παρεμβάσεις (δίαιτα και άσκηση), η ψυχοθεραπεία πλεονεκτεί στη διατήρηση των αποτελεσμάτων για μεγαλύτερο διάστημα.
Εντέλει η σημερινή αντίληψη αφορά μια πολυτροπική αντιμετώπιση: διατροφή + κίνηση + συμπεριφορική/ψυχολογική παρέμβαση όπου χρειάζεται + φαρμακοθεραπεία ή βαριατρική θεραπεία ανάλογα με την περίπτωση. Αυτό ακριβώς τονίζει πλέον και ο WHO.
Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος Ψυχοθεραπευτής
