Πώς πείθεται ένας άνθρωπος με σοβαρή ψυχική διαταραχή να δει ειδικό;
Όταν κάποιος αρνείται να πάει σε ψυχίατρο με τρόπο απόλυτο, επίμονο και ενδεχομένως για χρόνια, η οικογένεια συνήθως καταλήγει να κάνει την ίδια ερώτηση: «Τι πρέπει να κάνουμε ή να του πούμε για να πειστεί;»
Η ειλικρινής απάντηση είναι ότι δεν υπάρχει μία φράση, μία τεχνική ή ένα οικογενειακό «τελεσίγραφο» που να εγγυάται την αποδοχή βοήθειας. Υπάρχει όμως τρόπος να αυξήσουμε τις πιθανότητες να γίνει ένα πρώτο βήμα, να διατηρήσουμε τη σχέση ως γέφυρα προς τη φροντίδα και να αναγνωρίσουμε έγκαιρα πότε η κατάσταση απαιτεί επείγουσα αξιολόγηση.
Αυτός ο οδηγός αφορά κυρίως οικογένειες που βλέπουν έντονες και επίμονες αλλαγές —όπως παραληρητικές ιδέες, ψευδαισθήσεις, σοβαρή αποδιοργάνωση, μανιακή διέγερση, εμμονικές συμπεριφορές, βαριά κατάθλιψη ή μεγάλη λειτουργική έκπτωση— ενώ ο ίδιος ο άνθρωπος απορρίπτει κάθε πρόταση να δει ειδικό. Δεν μπορεί να αντικαταστήσει την εξατομικευμένη κλινική εκτίμηση.
Η βασική αρχή: προσπαθούμε να μειώσουμε την άμυνα, να συνδεθούμε με ένα πρόβλημα που αναγνωρίζει ο ίδιος ο άνθρωπος και να προτείνουμε το μικρότερο, πιο ελεγχόμενο επόμενο βήμα. Παράλληλα, η οικογένεια χρειάζεται ένα σαφές σχέδιο ασφάλειας.
Γιατί μπορεί ένας άνθρωπος να αρνείται κάθε βοήθεια;
Η άρνηση δεν έχει μία μόνο εξήγηση. Αν τη βαφτίσουμε αμέσως «πείσμα», κινδυνεύουμε να απαντήσουμε με περισσότερη πίεση και να κλείσουμε ακόμη περισσότερο την πόρτα.
Πιθανοί λόγοι είναι:
- Έλλειψη εναισθησίας ή ανοσογνωσία. Σε ορισμένες ψυχωτικές ή μανιακές καταστάσεις, ο άνθρωπος δεν αναγνωρίζει ότι οι εμπειρίες και οι δυσκολίες του σχετίζονται με διαταραχή. Για τον ίδιο, το πρόβλημα μπορεί να είναι οι άλλοι, μια απειλή ή μια αδικία. Αυτό δεν είναι πάντοτε συνειδητή άρνηση.
- Διαφορετική ερμηνεία της κατάστασης. Μπορεί να παραδέχεται ότι δεν κοιμάται, φοβάται ή συγκρούεται με όλους, χωρίς να θεωρεί ότι χρειάζεται ψυχίατρο. Στις περισσότερες σχετικές καταστάσεις όμως πρόκειται για παρερμηνεία και η βοήθεια ενός ειδικού είναι αναγκαία.
- Φόβος και στίγμα. Ο φόβος της «ταμπέλας», της φαρμακευτικής αγωγής, της απώλειας εργασίας ή της κοινωνικής έκθεσης παραμένει ισχυρός, ιδίως σε μικρές κοινότητες.
- Προηγούμενη αρνητική ή τραυματική εμπειρία. Ανεπιθύμητες ενέργειες, αίσθημα ότι δεν ακούστηκε, κακή μεταχείριση ή μια βίαιη εμπειρία ακούσιας νοσηλείας μπορούν να προκαλέσουν βαθιά δυσπιστία.
- Συμπτώματα φόβου ή καχυποψίας. Η ίδια η ιδέα του ραντεβού, του νοσοκομείου ή της καταγραφής προσωπικών στοιχείων μπορεί να βιώνεται ως απειλή.
- Πρακτικά εμπόδια. Κόστος, απόσταση, δυσκολία μετακίνησης, άγνοια για τις διαθέσιμες υπηρεσίες ή πολύπλοκες διαδικασίες.
- Χρήση ουσιών, σωματική νόσος ή άλλη ιατρική κατάσταση. Μπορούν να επηρεάζουν την κρίση, τα συμπτώματα και τη δυνατότητα συνεργασίας.
Η εναισθησία δεν είναι απαραίτητα σταθερή. Μπορεί να μεταβάλλεται με την πορεία των συμπτωμάτων και τη θεραπεία.7 Εξίσου σημαντικό: η διάγνωση ή η άρνηση μιας πρότασης δεν αποδεικνύει οπωσδήποτε από μόνη της ανικανότητα λήψης αποφάσεων. Η ικανότητα κρίνεται για τη συγκεκριμένη απόφαση και τη συγκεκριμένη χρονική στιγμή, αν και συχνά παραβλάπτεται. Οι ανασκοπήσεις δείχνουν ότι πολλοί άνθρωποι με σοβαρή ψυχική διαταραχή διατηρούν ικανότητα συναίνεσης, ιδίως όταν η πληροφορία δίνεται κατανοητά και υποστηρίζεται η λήψη απόφασης.5, 6
Η οικογενειακή παρέμβαση: πότε βοηθά και πότε μπορεί να αυξήσει την αντίσταση
Όταν μια σοβαρή κατάσταση διαρκεί μήνες ή χρόνια, δεν είναι ρεαλιστικό να περιμένουμε από την οικογένεια να αντιδρά πάντοτε με ψυχραιμία, υπομονή και άψογη επικοινωνία. Οι συγγενείς μπορεί να είναι εξαντλημένοι, φοβισμένοι, θυμωμένοι ή διχασμένοι ως προς το τι πρέπει να κάνουν. Συχνά δεν έχουν λάβει επαγγελματική καθοδήγηση και καλούνται να διαχειριστούν συμπεριφορές που επηρεάζουν ολόκληρο το σπίτι.
Μια οικογενειακή συνάντηση μπορεί να είναι μια επιλογή. Μπορεί να δείξει στον άνθρωπο ότι η οικογένεια λειτουργεί ενωμένα με στόχο τη φροντίδα του και ότι η ανησυχία δεν αποτελεί προσωπική υπερβολή ενός μόνο συγγενή. Παράλληλα, δίνει τη δυνατότητα να διατυπωθούν κοινά και σταθερά όρια απέναντι σε συμπεριφορές όπως η βία, οι απειλές, η οικονομική εκμετάλλευση, η καταστροφή αντικειμένων ή η σοβαρή διατάραξη της ζωής των υπόλοιπων μελών.
Και πάλι όμως δε σημαίνει ότι η “οικογενειακή συνέλευση” θα αποβεί θετική σε κάθε περίπτωση. Η συνάντηση είναι πιθανότερο να επιδεινώσει την αντίσταση όταν μετατρέπεται σε πολιορκία ή σε άτυπη «δίκη». Αυτό μπορεί να συμβεί όταν:
- μιλούν πολλοί ταυτόχρονα, με διαφορετικά ή αντιφατικά μηνύματα,
- η συζήτηση επικεντρώνεται στο να παραδεχτεί ο άνθρωπος ότι «είναι άρρωστος»,
- γίνεται παρατεταμένη αντιπαράθεση για το αν μια πεποίθηση είναι αληθινή ή ψευδής,
- χρησιμοποιούνται προσβλητικοί χαρακτηρισμοί, ειρωνεία ή ταπείνωση,
- διατυπώνονται απειλές που η οικογένεια δεν είναι έτοιμη ή δεν δικαιούται να πραγματοποιήσει,
- επαναλαμβάνεται καθημερινά η ίδια συζήτηση χωρίς νέο σχέδιο,
- άλλοι συγγενείς θέτουν όρια και άλλοι τα ακυρώνουν αμέσως μετά,
- χρησιμοποιούνται εξαπάτηση, αιφνιδιασμός ή κρυφή χορήγηση ψυχιατρικών φαρμάκων.
Το κρίσιμο στοιχείο δεν είναι πόσα άτομα συμμετέχουν, αλλά αν υπάρχει συνεννόηση μεταξύ τους. Πριν από τη συζήτηση, η οικογένεια μπορεί να συμφωνήσει σε έναν βασικό εκπρόσωπο, σε δύο ή τρεις συγκεκριμένες παρατηρήσεις και σε μία ρεαλιστική πρόταση. Τα υπόλοιπα μέλη μπορούν να επιβεβαιώσουν σύντομα ότι συμμερίζονται την ανησυχία, χωρίς να προσθέτουν κατηγορίες ή να ανοίγουν παλαιότερες οικογενειακές συγκρούσεις.
Το μήνυμα χρειάζεται να περιλαμβάνει και φροντίδα και όρια:
«Ανησυχούμε επειδή βλέπουμε ότι εδώ και αρκετές ημέρες δεν κοιμάσαι, έχεις απομονωθεί και οι συγκρούσεις έχουν αυξηθεί. Θέλουμε να σε βοηθήσουμε να μιλήσεις με έναν επαγγελματία που θα επιλέξεις εσύ. Ταυτόχρονα, δεν μπορούμε να δεχτούμε έλλειψη σεβασμού, απειλές ή βία μέσα στο σπίτι. Αν συμβούν ξανά, θα απομακρυνθούμε και θα ζητήσουμε επείγουσα βοήθεια.»
Τα όρια περιγράφουν τι θα κάνει η οικογένεια για να προστατευθεί· δεν χρησιμοποιούνται ως τιμωρία ή ως μέσο εξαναγκασμού σε θεραπεία. Η ενότητα της οικογένειας μπορεί να είναι προστατευτική όταν συνοδεύεται από σαφές μήνυμα, συγκεκριμένες επιλογές και συνέπειες που μπορούν πράγματι να εφαρμοστούν.
Καμία συζήτηση δεν χρειάζεται να είναι ιδανική για να έχει αξία. Ένας πιο εφικτός στόχος είναι να περιοριστούν οι ταυτόχρονες πιέσεις, να αποφευχθεί η ταπείνωση και να παραμείνει ανοιχτή μια συγκεκριμένη οδός προς τη βοήθεια. Αν η συνάντηση εξελιχθεί σε έντονη σύγκρουση, είναι προτιμότερο να διακοπεί και να επαναληφθεί με καλύτερη προετοιμασία ή με την καθοδήγηση επαγγελματία ψυχικής υγείας.
Η αντιπαράθεση συχνά μετατρέπει τη συζήτηση σε μάχη για το ποιος έχει δίκιο. Η έρευνα για τη θεραπευτική συμμαχία και την επικοινωνία στην ψύχωση δείχνει ότι η συνεργατική σχέση, η κοινή κατανόηση και η αίσθηση ότι ο άνθρωπος ακούγεται συνδέονται με καλύτερη εμπλοκή στη θεραπεία.2, 3
Πώς ανοίγουμε μια συζήτηση που έχει πιθανότητες να ακουστεί
1. Επιλέγουμε τη στιγμή και το πρόσωπο
Η συζήτηση γίνεται σε ήρεμη στιγμή, χωρίς κοινό και χωρίς να βρίσκεται κανείς σε έντονη διέγερση, μέθη ή πανικό. Μιλά κατά προτίμηση ένα πρόσωπο που διατηρεί κάποια εμπιστοσύνη. Οι υπόλοιποι συμφωνούν εκ των προτέρων σε κοινό μήνυμα ώστε να αποφεύγονται οι αντιφατικές πιέσεις.
2. Ξεκινάμε από κάτι παρατηρήσιμο
Περιγράφουμε συγκεκριμένες αλλαγές, χωρίς διάγνωση και χωρίς απόδοση πρόθεσης:
«Βλέπω ότι εδώ και τρεις νύχτες κοιμάσαι ελάχιστα και ότι αυτό σε έχει εξαντλήσει.»
Αντί για:
«Έχεις ψύχωση και πρέπει να το παραδεχτείς.»
Η πρώτη διατύπωση αφήνει χώρο για συζήτηση. Η δεύτερη ζητά από τον άνθρωπο να αποδεχθεί αμέσως ένα συμπέρασμα που πιθανόν βιώνει ως ξένο ή απειλητικό.
3. Ακούμε για να καταλάβουμε, όχι για να διορθώσουμε κάθε πρόταση
Ρωτάμε:
- «Τι σε δυσκολεύει περισσότερο αυτή την περίοδο;»
- «Τι φοβάσαι ότι θα συμβεί αν μιλήσεις με έναν ειδικό;»
- «Τι θα ήθελες να αλλάξει πρώτα;»
- «Υπήρξε κάτι σε προηγούμενη θεραπεία που σε έκανε να μην εμπιστεύεσαι ξανά;»
Μπορούμε να αναγνωρίσουμε το συναίσθημα χωρίς να επιβεβαιώνουμε μια παραληρητική εξήγηση:
«Καταλαβαίνω ότι αυτό που βιώνεις σε φοβίζει πολύ.»
Δεν χρειάζεται να πούμε ότι συμφωνούμε πως μια απειλή είναι πραγματική. Χρειάζεται να δείξουμε ότι καταλαβαίνουμε πως ο φόβος είναι πραγματικός για τον άνθρωπο.
4. Βρίσκουμε έναν κοινό στόχο
Ο στόχος μπορεί να μην είναι «να δεχτεί ότι έχει διαταραχή». Μπορεί να είναι:
- να κοιμηθεί,
- να μειωθεί η αγωνία,
- να σταματήσουν οι συγκρούσεις,
- να επιστρέψει στη δουλειά ή στις σπουδές,
- να αντιμετωπιστούν ανεπιθύμητες ενέργειες προηγούμενης αγωγής,
- να νιώσει ασφαλέστερος στο σπίτι.
Η κινητοποιητική συζήτηση δουλεύει ακριβώς με αυτή τη λογική: διερευνά την αμφιθυμία και ενισχύει τα κίνητρα που προέρχονται από τον ίδιο τον άνθρωπο. Σε μετα-ανάλυση υπηρεσιών ψυχικής υγείας, παρεμβάσεις κινητοποιητικής συνέντευξης πριν από τη θεραπεία αύξησαν την προσέλευση, με μεγαλύτερο πιθανό όφελος σε ανθρώπους που αρχικά δεν ζητούσαν θεραπεία. Τα ευρήματα είχαν ανομοιογένεια, άρα δεν πρόκειται για εγγυημένη τεχνική.1
5. Ζητάμε άδεια πριν προτείνουμε
Μια απλή ερώτηση μειώνει την αίσθηση επιβολής:
«Θέλεις να σου πω μια ιδέα που θα μπορούσε να βοηθήσει στον ύπνο;»
Αν απαντήσει «όχι», μπορούμε να πούμε:
«Εντάξει. Δεν θα το πιέσω τώρα. Θα ήθελα μόνο να ξέρεις ότι είμαι διαθέσιμος να το ξανασυζητήσουμε.»
6. Προτείνουμε το μικρότερο, αναστρέψιμο βήμα
Η λέξη «θεραπεία» μπορεί να ακούγεται σαν μεγάλη, αόριστη δέσμευση. Μια πιο συγκεκριμένη πρόταση είναι:
- μία μόνο ενημερωτική συνάντηση,
- αξιολόγηση για τον ύπνο, το άγχος ή τη συγκέντρωση,
- πρώτη συζήτηση με γιατρό που επιλέγει ο ίδιος,
- τηλεσυνάντηση ή κατ’ οίκον επίσκεψη, όπου προσφέρεται και γίνεται αποδεκτή,
- παρουσία συγγενή στο ραντεβού ή αναμονή του έξω,
- δικαίωμα δεύτερης γνώμης,
- συμφωνία ότι θα ακούσει τις επιλογές χωρίς να δεσμευτεί επιτόπου.
Παράδειγμα ολοκληρωμένης πρότασης:
«Δεν σου ζητώ να συμφωνήσεις με κάποια διάγνωση. Βλέπω ότι ο ύπνος και η ένταση σε εξαντλούν. Θα δεχόσουν μία συνάντηση μόνο για να ακούσεις επιλογές γι’ αυτά; Μπορείς να επιλέξεις τον επαγγελματία και να αποφασίσεις αν θέλεις να είμαι μέσα, έξω ή να μην έρθω.»
7. Αφήνουμε πραγματικές επιλογές
Η επιλογή δεν πρέπει να είναι προσχηματική. Ο άνθρωπος μπορεί να επιλέξει επαγγελματία, μορφή συνάντησης, ώρα, συνοδό και ποιο πρόβλημα θα συζητηθεί πρώτο. Η επικοινωνιακή εκπαίδευση επαγγελματιών στην ψύχωση έχει δείξει ότι η κοινή κατανόηση και η συνεργασία μπορούν να βελτιωθούν όταν ο διάλογος οργανώνεται γύρω από την οπτική του ασθενούς.3
Φυσικά θα πρέπει να είμαστε προετοιμασμένοι ότι οι πιθανότητες απόρριψης της πρότασης σε οποιοδήποτε στάδιο δεν είναι λίγες, καθώς όπως έχουμε πει η άρνηση αποτελεί συχνά μέρος της διαταραχής.
Τι κάνει η οικογένεια όταν η άρνηση κρατά μήνες ή χρόνια;
Η αναμονή χωρίς σχέδιο εξαντλεί τους πάντες. Η αδιάκοπη πίεση επίσης φθείρει τη σχέση. Υπάρχει μια πιο οργανωμένη ενδιάμεση πορεία.

Η οικογένεια ζητά επαγγελματική καθοδήγηση για τον εαυτό της
Ένας συγγενής μπορεί να συναντήσει ψυχίατρο ή άλλο κατάλληλο επαγγελματία χωρίς το άτομο που αρνείται. Σκοπός δεν είναι να δοθεί διάγνωση εξ αποστάσεως ούτε να συνταγογραφηθεί αγωγή σε άνθρωπο που δεν έχει αξιολογηθεί. Σκοπός είναι:
- να οργανωθούν οι παρατηρήσεις,
- να εκτιμηθούν οι ενδείξεις κινδύνου,
- να προετοιμαστεί μια καλύτερη προσέγγιση,
- να χαραχθούν όρια,
- να δημιουργηθεί σχέδιο για πιθανή κρίση,
- να υποστηριχθούν οι φροντιστές.
Η εμπιστευτικότητα μπορεί να περιορίζει τι επιτρέπεται να αποκαλύψει ένας επαγγελματίας για τον ασθενή χωρίς συναίνεση. Δεν τον εμποδίζει κατ’ ανάγκη να ακούσει πληροφορίες από την οικογένεια.18 Αυτό πρέπει να γίνεται με ακρίβεια και σεβασμό, όχι ως κρυφή «δίκη» του απόντος.
Καταγράφουμε γεγονότα, όχι χαρακτηρισμούς
Ένα σύντομο χρονολόγιο βοηθά περισσότερο από γενικές φράσεις όπως «έχει γίνει άλλος άνθρωπος». Καταγράφουμε:
- πότε άρχισε η αλλαγή,
- ύπνο, φαγητό και αυτοφροντίδα,
- εργασία, σπουδές και κοινωνική λειτουργικότητα,
- συγκεκριμένες δηλώσεις ή συμπεριφορές που προκάλεσαν ανησυχία,
- χρήση αλκοόλ ή άλλων ουσιών,
- σωματικές/νευρολογικές παθήσεις και φάρμακα,
- προηγούμενα επεισόδια, νοσηλείες, θεραπείες και ανεπιθύμητες ενέργειες,
- απειλές, αυτοτραυματισμούς, πρόσβαση σε όπλα ή άλλους άμεσους κινδύνους.
Η καταγραφή χρειάζεται να είναι σύντομη, χρονολογική και χωρίς προσβλητικές ετικέτες.
Συμφωνούμε σε σταθερά όρια
Όριο σημαίνει τι θα κάνει ή δεν θα κάνει ο συγγενής. Δεν σημαίνει προσπάθεια ελέγχου του άλλου.
Παραδείγματα:
- «Δεν θα σου δώσω χρήματα όταν φοβάμαι ότι θα χρησιμοποιηθούν με επικίνδυνο τρόπο.»
- «Αν υπάρξει βία ή άμεση απειλή, θα ζητήσω επείγουσα βοήθεια.»
- «Μπορώ να μιλήσω όταν δεν με βρίζεις ή δεν με απειλείς. Αν συμβεί, θα απομακρυνθώ και θα ξαναμιλήσουμε αργότερα.»
Τα όρια προσαρμόζονται στην πραγματική κατάσταση και καλό είναι να σχεδιάζονται με επαγγελματική υποστήριξη. Η ασφάλεια του φροντιστή έχει την ίδια σημασία με τη διατήρηση της σχέσης.
Επαναλαμβάνουμε την πρόσκληση σε κατάλληλες στιγμές
Μια άρνηση σήμερα δεν προβλέπει όλες τις επόμενες αποφάσεις. Η πρόσκληση μπορεί να επανέλθει όταν ο άνθρωπος αναγνωρίζει κάποιο κόστος της κατάστασης —για παράδειγμα μετά από πολλές νύχτες αϋπνίας ή μια σύγκρουση στη δουλειά— χωρίς θριαμβολογία και χωρίς «σου τα έλεγα».
Εκπαιδεύσεις φροντιστών βασισμένες στην κινητοποιητική συνέντευξη μπορούν να μειώσουν την οικογενειακή σύγκρουση και να ενισχύσουν την αυτοπεποίθηση του φροντιστή. Σε μία τυχαιοποιημένη μελέτη πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου, δεν αύξησαν άμεσα την προσήλωση του ασθενούς στη θεραπεία.4 Η διάκριση είναι ουσιαστική: η σωστότερη επικοινωνία βοηθά, αλλά δεν δίνει στην οικογένεια έλεγχο πάνω στην απόφαση ενός άλλου ανθρώπου.
Πότε η άρνηση γίνεται επείγον ζήτημα ασφάλειας;
Η σοβαρή ψυχική διάγνωση δεν ισοδυναμεί με επικινδυνότητα. Η εκτίμηση χρειάζεται να βασίζεται στη σημερινή συμπεριφορά, σε συγκεκριμένες απειλές, στην πρόσβαση σε μέσα, στη χρήση ουσιών και στο ιστορικό — όχι στον φόβο που προκαλεί μια διαγνωστική λέξη. Μεγάλη ανασκόπηση για τη βία και τις ψυχικές διαταραχές έδειξε ότι παράγοντες όπως προηγούμενη βία/παραβατικότητα και χρήση ουσιών έχουν ιδιαίτερη σημασία και ότι η διάγνωση μόνη της δεν αρκεί για πρόβλεψη.19
Επείγουσα αξιολόγηση χρειάζεται όταν υπάρχει, μεταξύ άλλων:
- σαφής αυτοκτονική πρόθεση, σχέδιο, προετοιμασία ή πρόσφατη απόπειρα,
- συγκεκριμένη απειλή ή πράξη βίας προς άλλον,
- πρόσβαση σε όπλο ή άλλο άμεσα επικίνδυνο μέσο μαζί με απειλές ή σοβαρή αποδιοργάνωση,
- ακραία διέγερση, αδυναμία στοιχειώδους συνεργασίας ή ταχεία επιδείνωση,
- αδυναμία λήψης νερού/τροφής ή φροντίδας βασικών σωματικών αναγκών,
- πολλές ημέρες σχεδόν χωρίς ύπνο με κλιμακούμενη μανία ή ψύχωση,
- έντονη σύγχυση, παραλήρημα, πυρετός, τραυματισμός κεφαλής ή άλλα σημεία πιθανού ιατρικού/νευρολογικού επείγοντος,
- σοβαρή μέθη, υπερδοσολογία ή επικίνδυνη στέρηση ουσίας,
- αιφνίδια ψυχωτικά ή μανιακά συμπτώματα μετά τον τοκετό.
Σε άμεσο κίνδυνο, η οικογένεια ζητά επείγουσα βοήθεια από τις αρμόδιες υπηρεσίες ή προσέρχεται σε εφημερεύον Τμήμα Επειγόντων Περιστατικών, εφόσον η μετακίνηση μπορεί να γίνει με ασφάλεια. Δεν επιχειρεί να ακινητοποιήσει ή να μεταφέρει μόνη της έναν διεγερμένο ή βίαιο άνθρωπο. Απομακρύνει τρίτους και επικίνδυνα αντικείμενα μόνο εφόσον αυτό μπορεί να γίνει χωρίς να εκτεθεί σε κίνδυνο.
Εισαγγελική παραγγελία και ακούσια νοσηλεία στην Ελλάδα
Στη δημόσια συζήτηση συχνά χρησιμοποιούνται σαν να είναι το ίδιο πράγμα η εισαγγελική παραγγελία για ψυχιατρική εξέταση και η τελική ακούσια νοσηλεία. Δεν είναι.
Η εισαγγελική παραγγελία μπορεί να αφορά τη μεταφορά για εξέταση όταν το άτομο αρνείται να εξεταστεί και δεν μπορούν να συνταχθούν οι αναγκαίες ιατρικές γνωματεύσεις. Δεν αποτελεί διάγνωση ούτε αυτοδίκαιη απόφαση εγκλεισμού. Η ακούσια νοσηλεία προϋποθέτει ιατρική τεκμηρίωση και δικαστικό έλεγχο σύμφωνα με τα άρθρα 95–99 του ν. 2071/1992.14
Ποιες είναι οι νόμιμες προϋποθέσεις;
Σε απλουστευμένη γλώσσα, ο νόμος προβλέπει δύο διακριτές βάσεις:
- Να υπάρχει ψυχική διαταραχή, το άτομο να μην είναι ικανό να κρίνει το συμφέρον της υγείας του και η μη νοσηλεία να οδηγεί σε αποκλεισμό της θεραπείας ή επιδείνωση της κατάστασής του.
- Η νοσηλεία να είναι αναγκαία για να αποτραπούν πράξεις βίας κατά του ίδιου ή τρίτου.
Η απλή άρνηση, η δύσκολη συμπεριφορά, η οικογενειακή σύγκρουση ή η απόκλιση από κοινωνικές, ηθικές ή πολιτικές αξίες δεν επαρκούν. Ο ίδιος ο νόμος διευκρινίζει ότι η αδυναμία ή η άρνηση προσαρμογής σε τέτοιες αξίες δεν συνιστά από μόνη της ψυχική διαταραχή.14
Ποιος κινεί τη διαδικασία και τι ακολουθεί;
Το αίτημα μπορεί να υποβληθεί από τα πρόσωπα που ορίζει ο νόμος, όπως σύζυγος και συγκεκριμένοι στενοί συγγενείς ή νόμιμος επίτροπος. Υπό τις προϋποθέσεις του νόμου μπορεί να κινηθεί αυτεπάγγελτα από τον αρμόδιο εισαγγελέα. Κανονικά απαιτούνται δύο αιτιολογημένες ιατρικές γνωματεύσεις, αλλά αυτό δεν είναι συνήθως εφικτό να υπάρξει όταν το άτομο δεν έχει εξεταστεί από ειδικό.
Αν το άτομο αρνείται να εξεταστεί, ο εισαγγελέας μπορεί να διατάξει τη μεταφορά του σε δημόσια ψυχιατρική κλινική για εξέταση· η παραμονή γι’ αυτόν τον σκοπό δεν μπορεί να υπερβεί τις 48 ώρες. Ακολουθούν συγκεκριμένες προθεσμίες για την εισαγγελική αίτηση και τη δικαστική κρίση. Ο άνθρωπος έχει δικαίωμα ενημέρωσης, παρουσίας με δικηγόρο και τεχνικό σύμβουλο ψυχίατρο.14
Η ακούσια διαδικασία πρέπει να αντιμετωπίζεται ως έσχατο μέτρο για συγκεκριμένη κλινική και νομική ανάγκη. Δεν είναι εργαλείο για να «συμμορφωθεί» ένας συγγενής ούτε τρόπος να παρακαμφθεί μια δύσκολη συζήτηση.
Τι ισχύει για τη μεταφορά;
Η κατεύθυνση της νομοθεσίας είναι η μεταφορά να γίνεται ως υγειονομική πράξη, με σεβασμό στην αξιοπρέπεια και με τη μικρότερη δυνατή καταστολή. Το 2022 θεσπίστηκε ειδικότερο υγειονομικό πλαίσιο μεταφοράς, ενώ ο ν. 5243/2025 προέβλεψε ειδικό τμήμα διαχείρισης ψυχικά ασθενών στο ΕΚΑΒ και μεταβατικές ρυθμίσεις μέχρι την πλήρη λειτουργία του.15, 16
Στην πράξη το μέτρο αυτό δεν εφαρμόζεται μέχρι στιγμής.
Αν υπάρχει προηγούμενη τραυματική εμπειρία μεταφοράς ή νοσηλείας, η δυσπιστία δεν πρέπει να υποτιμάται. Η εμπειρία χρειάζεται να ακούγεται, να καταγράφεται και να λαμβάνεται υπόψη στον σχεδιασμό της επόμενης φροντίδας.
Σημείωση επικαιροποίησης — Ιούλιος 2026: Η παραπάνω ενότητα αποτελεί γενική ενημέρωση και όχι νομική γνωμοδότηση. Για συγκεκριμένο περιστατικό απαιτείται επιβεβαίωση της ισχύουσας διαδικασίας και εξατομικευμένη κλινική/νομική συμβουλή. Επειδή η επιχειρησιακή εφαρμογή είναι αμφίβολη και μπορεί να διαφέρει ανά περιοχή και χρονική περίοδο, η οικογένεια χρειάζεται να επιβεβαιώνει την τρέχουσα τοπική διαδικασία από την αρμόδια δημόσια υπηρεσία ή εισαγγελία.
Μπορεί η οικογένεια να συναινέσει ή να πάρει φάρμακα για έναν ενήλικο;
Η συγγένεια δεν υποκαθιστά αυτομάτως τη συναίνεση ενός ενήλικου ανθρώπου που έχει ικανότητα λήψης της συγκεκριμένης απόφασης. Ένας συγγενής μπορεί να κλείσει ένα ραντεβού ή να ζητήσει καθοδήγηση για τον εαυτό του. Δεν μπορεί να μετατρέψει την άρνηση του άλλου σε έγκυρη συναίνεση ούτε να απαιτήσει συνταγογράφηση χωρίς την κατάλληλη αξιολόγηση.
Η κρυφή χορήγηση φαρμάκου είναι επικίνδυνη. Μπορεί να προκαλέσει αλληλεπιδράσεις, ανεπιθύμητες ενέργειες, λανθασμένη δόση, σοβαρή ρήξη εμπιστοσύνης και νομικά/δεοντολογικά προβλήματα. Αν η κατάσταση είναι τόσο σοβαρή ώστε ο άνθρωπος να μην μπορεί να λάβει απόφαση ή να υπάρχει άμεσος κίνδυνος, χρειάζεται επίσημη επείγουσα αξιολόγηση — όχι αυτοσχέδια φαρμακευτική παρέμβαση στο σπίτι.
Όμως στην Ελλάδα είναι τέτοια η απόγνωση των συγγενών σε πολλές περιπτώσεις μέσα σε ένα γενικό πλαίσιο δυσλειτουργικών εώς ανύπαρκτων ψυχιατρικών υπηρεσιών στην κοινότητα που η καταφυγή σε αυτό μοιάζει αναπόφευκτη.
Είναι πράγματι περισσότερες οι ακούσιες νοσηλείες στην Ελλάδα;
Τα διαθέσιμα δεδομένα δείχνουν σοβαρό πρόβλημα, απαιτούν όμως ακριβή διατύπωση.
Η ελληνική ανασκόπηση του 2023 επισημαίνει ότι δεν υπάρχει ακόμη ενιαίο, πλήρως αξιόπιστο εθνικό σύστημα δεδομένων. Οι δημοσιευμένες εκτιμήσεις διαφέρουν έντονα ανά περιοχή: περίπου 25% στην Αλεξανδρούπολη και πάνω από 50% σε ορισμένα μεγάλα αστικά κέντρα, ενώ παλαιότερες τοπικές μελέτες έχουν αναφέρει εύρος περίπου 25%–60%. Στην ίδια βιβλιογραφία, τα αντίστοιχα ποσοστά που αναφέρονται για ευρωπαϊκές χώρες κινούνται περίπου από 3,2% έως 30%.12
Συνεπώς, η φράση «η Ελλάδα είναι πάνω από τον ευρωπαϊκό μέσο όρο» αποτυπώνει την κατεύθυνση των διαθέσιμων ευρημάτων, ιδίως για Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Δεν είναι επιστημονικά ασφαλές να παρουσιάζεται ένα μοναδικό, σημερινό εθνικό ποσοστό ή να συγχέονται οι εισαγγελικές παραγγελίες εξέτασης με τις τελικές ακούσιες εισαγωγές. Διαφέρουν επίσης οι ορισμοί και οι παρονομαστές μεταξύ μελετών.
Μια πρόσφατη ελληνική μελέτη στη Θεσσαλονίκη, δημοσιευμένη το 2026, συνέδεσε την ψυχιατρική νοσηλεία ανθρώπων που ζουν με οικογένεια με μεγαλύτερη βαρύτητα/διάρκεια προβλημάτων, ανεπαρκή επαφή με υπηρεσίες και κοινωνικοοικονομική επιβάρυνση. Περίπου τέσσερις στους δέκα συμμετέχοντες δεν είχαν επαφή με υπηρεσία ψυχικής υγείας το προηγούμενο έτος, ενώ η χρήση κοινοτικών υπηρεσιών ήταν ελάχιστη. Η μελέτη είναι παρατηρητική και τοπική· δείχνει συσχετίσεις, όχι απλές αιτίες που ισχύουν για όλη τη χώρα.13
Γιατί καταλήγουν τόσες οικογένειες στην εισαγγελική οδό;
Συχνά η οικογένεια φτάνει στον εισαγγελέα όταν έχουν προηγηθεί μήνες ή χρόνια χωρίς προσβάσιμη ενδιάμεση λύση. Οι παράγοντες που συζητούνται στην ελληνική και διεθνή βιβλιογραφία περιλαμβάνουν:
- ελλιπή ή άνιση κάλυψη από κοινοτικές υπηρεσίες,
- περιορισμένη δυνατότητα άμεσης αξιολόγησης στο σπίτι,
- απουσία εξειδικευμένων ομάδων πρώτου ψυχωτικού επεισοδίου σε πολλές περιοχές,
- κατακερματισμό μεταξύ νοσοκομείου, εξωτερικών ιατρείων, κοινωνικών υπηρεσιών και πρωτοβάθμιας φροντίδας,
- ανεπαρκή συνέχεια μετά το εξιτήριο,
- μεγάλη επιβάρυνση της οικογένειας, η οποία λειτουργεί άτυπα ως βασικός συντονιστής,
- οικονομικές δυσκολίες, στέγαση, ανεργία και χρήση ουσιών,
- έλλειψη εθνικής, συγκρίσιμης καταγραφής που θα έδειχνε πού και γιατί αποτυγχάνει το σύστημα.
Οι διαφορές μέσα στην ίδια τη χώρα είναι αποκαλυπτικές. Στην Αλεξανδρούπολη έχει αναφερθεί χαμηλότερη αναλογία ακούσιων νοσηλειών και πολύ μεγαλύτερη παραπομπή σε υπηρεσίες μετά το εξιτήριο σε σύγκριση με Αθήνα και Θεσσαλονίκη. Αυτό δεν αποδεικνύει από μόνο του αιτιότητα, υποστηρίζει όμως την ανάγκη να μελετηθούν η συνέχεια φροντίδας και η οργάνωση των τοπικών δικτύων.12
Πώς μπορούν να μειωθούν οι ακούσιες νοσηλείες;
Η μείωση δεν επιτυγχάνεται με μια εγκύκλιο ή με την απλή αύξηση των νομικών εμποδίων. Αν δεν υπάρχει έγκαιρη, προσιτή εναλλακτική, το βάρος επιστρέφει στην οικογένεια και στην επείγουσα διαδικασία.
Χρειάζεται συνδυασμός μέτρων:
- Άμεση κοινοτική πρόσβαση. Κινητές μονάδες, κατ’ οίκον αξιολόγηση, ομάδες αντιμετώπισης κρίσης, δομές βραχείας παραμονής τύπου crisis house και δυνατότητα ταχείας επανεξέτασης.
- Υπηρεσίες πρώιμης παρέμβασης στην ψύχωση. Η έγκαιρη, πολυκλαδική φροντίδα μειώνει το διάστημα χωρίς θεραπεία και βοηθά πριν η οικογένεια φτάσει σε αδιέξοδο.
- Σταθερός συντονιστής φροντίδας. Ένα γνωστό πρόσωπο ή ομάδα που ακολουθεί τον άνθρωπο μεταξύ νοσοκομείου, κοινότητας και πρωτοβάθμιας φροντίδας.
- Οικογενειακή ψυχοεκπαίδευση και παρέμβαση. Οι οικογενειακές παρεμβάσεις στην πρώιμη ψύχωση μειώνουν τη δυσφορία των φροντιστών και μπορούν να περιορίσουν τις νοσηλείες.8
- Κοινά σχέδια κρίσης και εκ των προτέρων δηλώσεις προτιμήσεων. Καταγράφουν πρώιμα σημεία, προτιμώμενες παρεμβάσεις, πρόσωπα επικοινωνίας και ό,τι είχε βοηθήσει ή βλάψει στο παρελθόν. Μετα-ανάλυση βρήκε περίπου 25% χαμηλότερο κίνδυνο ακούσιας εισαγωγής με παρεμβάσεις σχεδιασμού κρίσης, αν και οι μελέτες ήταν λίγες και ανομοιογενείς.9 Άλλη μετα-ανάλυση βρήκε όφελος για advance statements, ενώ άλλες παρεμβάσεις δεν είχαν σταθερό αποτέλεσμα.10
- Υποστηριζόμενη λήψη αποφάσεων και κοινός σχεδιασμός. Απλή γλώσσα, χρόνος, δεύτερη γνώμη, συμμετοχή ομότιμων υποστηρικτών και πραγματικές επιλογές.
- Μεταφορά ως υγειονομική πράξη. Εκπαιδευμένο προσωπικό, αποκλιμάκωση, προστασία της ιδιωτικότητας και αστυνομική εμπλοκή μόνο όταν είναι αναγκαία για άμεση ασφάλεια.
- Εκπαίδευση προσωπικού και λογοδοσία. Η ομπρέλα τυχαιοποιημένων μελετών δείχνει ότι ορισμένες εκπαιδεύσεις προσωπικού μπορούν να μειώσουν περιοριστικά μέτρα, ενώ τα αποτελέσματα άλλων πολιτικών είναι μεικτά.11
- Οργανωμένο εξιτήριο και γρήγορη συνέχεια. Ραντεβού πριν από την έξοδο, σαφής υπεύθυνος, αντιμετώπιση ανεπιθύμητων ενεργειών και ενεργή επανασύνδεση αν χαθεί η επαφή.
- Εθνικό παρατηρητήριο ακούσιας φροντίδας. Ενιαίοι ορισμοί, δημόσια δεδομένα ανά περιοχή, καταγραφή λόγων, διάρκειας, μεταφοράς, δικαστικού ελέγχου, επανανοσηλείας και εμπειρίας ασθενών/οικογενειών.
Ο Παγκόσμιος Οργανισμός Υγείας προτείνει κοινοτικές, προσωποκεντρικές υπηρεσίες που σέβονται τα δικαιώματα και προσφέρουν εναλλακτικές στην ιδρυματική και καταναγκαστική φροντίδα.17 Η διεθνής εμπειρία δεν προσφέρει μία «μαγική» ξένη λύση. Δείχνει ότι η ακούσια νοσηλεία μειώνεται όταν υπάρχουν πραγματικές επιλογές πριν από το επείγον.
Τι χρειάζεται μετά από μια νοσηλεία;
Η σταθεροποίηση της οξείας φάσης είναι η αρχή μιας πορείας, όχι η ολοκλήρωσή της. Αν ο άνθρωπος επιστρέψει στο ίδιο περιβάλλον χωρίς σαφές σχέδιο, χωρίς σχέση με υπηρεσία και με ανεπιθύμητες ενέργειες που δεν ακούστηκαν, ο κίνδυνος ρήξης και υποτροπής παραμένει.
Πριν ή αμέσως μετά το εξιτήριο χρειάζεται, όσο είναι εφικτό και με τη συμμετοχή του ίδιου:
- γραπτό και κατανοητό σχέδιο θεραπείας,
- έγκαιρο ραντεβού παρακολούθησης και ονομαστικό πρόσωπο επικοινωνίας,
- συζήτηση για οφέλη, ανεπιθύμητες ενέργειες και εναλλακτικές της αγωγής,
- καταγραφή πρώιμων σημείων υποτροπής,
- κοινό σχέδιο κρίσης και προτιμήσεων,
- έλεγχος σωματικής υγείας, ύπνου και χρήσης ουσιών,
- υποστήριξη για στέγαση, εργασία, οικονομικά και καθημερινή λειτουργικότητα,
- οικογενειακή συνάντηση, όταν ο άνθρωπος συναινεί ή όταν επιτρέπεται η παροχή γενικής υποστήριξης στους φροντιστές,
- δυνατότητα επεξεργασίας μιας τραυματικής εμπειρίας νοσηλείας και ενημέρωση για τα δικαιώματα/διαδικασίες αναφοράς.
Οι μεταβατικές παρεμβάσεις μετά το εξιτήριο δεν έχουν όλες το ίδιο αποτέλεσμα. Συστηματική ανασκόπηση δεν βρήκε στατιστικά σαφή συνολική μείωση των επανεισαγωγών, παρότι οι χρήστες συχνά προτιμούσαν τις παρεμβάσεις που γεφύρωναν νοσοκομείο και κοινότητα.20 Αυτό σημαίνει ότι χρειάζεται ποιοτική, εξατομικευμένη συνέχεια — όχι μια τυπική παραπομπή στο χαρτί.
Αν η προηγούμενη νοσηλεία βιώθηκε ως ταπεινωτική ή βίαιη, το «πρέπει να είσαι ευγνώμων» βαθαίνει τη ρήξη. Χρειάζεται αναγνώριση της εμπειρίας, έλεγχος τυχόν παραβίασης δικαιωμάτων, δεύτερη γνώμη και ένα νέο σχέδιο που επιστρέφει όσο γίνεται τον έλεγχο στον άνθρωπο.
Στην ελληνική πραγματικότητα που περιγράψαμε παραπάνω τα πράγματα δεν είναι ρόδινα. Οι ψυχιατρικές κλινικές είναι γεμάτες, τα ράντζα συχνά είναι κανόνας και η διάρκεια των νοσηλειών είναι μικρότερη από όσο θα χρειαζόταν για μια πιο αποτελεσματική παρέμβαση.

Συχνές ερωτήσεις (FAQ)
«Μπορεί ένας συγγενής να κλείσει ραντεβού για εκείνον;»
Μπορεί να διερευνήσει διαθεσιμότητα ή να κλείσει ένα ραντεβού, αλλά η κράτηση δεν δημιουργεί συναίνεση. Για μια προγραμματισμένη αξιολόγηση χρειάζεται ο ενήλικος να συμφωνήσει να συμμετάσχει, εκτός αν έχει ενεργοποιηθεί η νόμιμη επείγουσα/ακούσια διαδικασία.
«Μπορεί ο ψυχίατρος να τον διαγνώσει ή να γράψει φάρμακα από όσα λέει η οικογένεια;»
Η οικογένεια μπορεί να δώσει σημαντικές πληροφορίες και να λάβει γενική καθοδήγηση. Αξιόπιστη διάγνωση και ασφαλής συνταγογράφηση για τον ίδιο τον άνθρωπο απαιτούν κατάλληλη κλινική αξιολόγηση. Υπό κανονικές συνθήκες η έμμεση περιγραφή δεν αρκεί.
«Αν έχει ήδη διάγνωση αλλά την αρνείται;»
Δεν επαναλαμβάνουμε τη διάγνωση ως κατηγορία. Επιστρέφουμε στις εμπειρίες και στους στόχους που αναγνωρίζει: ύπνος, φόβος, συγκρούσεις, εργασία, ανεπιθύμητες ενέργειες. Προτείνουμε ένα μικρό βήμα και διατηρούμε σαφή όρια ασφάλειας.
«Μπορεί να γίνει κατ’ οίκον επίσκεψη;»
Ναι, όπου υπάρχει διαθέσιμη υπηρεσία ή επαγγελματίας και ο άνθρωπος το αποδέχεται. Σε οξεία κρίση χρειάζεται να αξιοποιηθεί η αρμόδια κινητή/επείγουσα υπηρεσία ή, όταν πληρούνται οι νόμιμες προϋποθέσεις, η επίσημη διαδικασία εξέτασης. Μια αιφνιδιαστική ιδιωτική επίσκεψη μπορεί να αυξήσει την καχυποψία.
«Είναι η ακούσια νοσηλεία η μόνη λύση όταν αρνείται;»
Όχι. Είναι έσχατη λύση όταν πληρούνται συγκεκριμένα κλινικά και νομικά κριτήρια. Πριν από το επείγον υπάρχουν παρεμβάσεις επικοινωνίας, επαγγελματική καθοδήγηση της οικογένειας, κοινοτική αξιολόγηση, οικογενειακή παρέμβαση και σχεδιασμός κρίσης. Όταν υπάρχει άμεσος σοβαρός κίνδυνος, η καθυστέρηση στο όνομα της πειθούς μπορεί να είναι εξίσου προβληματική.
«Τι γίνεται στο εξωτερικό;»
Σε αρκετά συστήματα υπάρχουν κινητές ομάδες κρίσης, θεραπεία στο σπίτι, crisis houses, υπηρεσίες πρώιμης ψύχωσης, advance statements, κοινά σχέδια κρίσης και υποστήριξη από ομότιμους. Η διαθεσιμότητα και η ποιότητά τους διαφέρουν. Η κρίσιμη διαφορά είναι αν η οικογένεια και ο άνθρωπος έχουν προσβάσιμες επιλογές πριν η κατάσταση φτάσει στην αστυνομία, στον εισαγγελέα ή στο νοσοκομείο.
«Τι κάνουμε αν η προηγούμενη νοσηλεία τον τραυμάτισε;»
Ακούμε χωρίς να ακυρώνουμε την εμπειρία. Κάποια πράγματα μπορεί να ισχύουν και κάποια όχι. Ζητάμε, όπου είναι δυνατό, άλλο επαγγελματία ή δεύτερη γνώμη, καταγράφουμε τι πρέπει να αποφεύγεται, συζητάμε προτιμήσεις για μελλοντική κρίση και αναζητούμε ενημέρωση για δικαιώματα και διαδικασίες καταγγελίας αν αναφέρεται κακομεταχείριση.
«Και αν η οικογένεια έχει καταρρεύσει;»
Οι φροντιστές δικαιούνται υποστήριξη, ανάπαυση και ασφάλεια. Η αγάπη δεν απαιτεί να ανέχονται βία, απειλές ή πλήρη διάλυση της ζωής τους. Χρειάζονται καταμερισμό ευθυνών, επαγγελματική συμβουλευτική, πρακτικό σχέδιο κρίσης και σαφή όρια.
Το πιο ρεαλιστικό μέτρο επιτυχίας
Θα πρέπει να τονίσουμε ότι στο δύσκολο αυτό θέμα ιδανικές και σίγουρες λύσεις δεν υπάρχουν. Θα πρέπει να υπάρξει αποδοχή ότι το στρες, η στενοχώρια και οι εντάσεις/συγκρούσεις είναι δύσκολο να αποφευχθούν. Στο πλαίσιο αυτής της πραγματικότητας οι προσδοκίες δεν μπορεί να είναι ένα “πες μας τι να κάνουμε γιατρέ” γιατί ούτε οι ειδικοί μπορούν σε όλες τις περιπτώσεις να προσπελάσουν τόσο την άρνηση που απορρέει από τα ατομικά δικαιώματα, ούτε τα συστημικά προβλήματα στις υπηρεσίες ψυχικής υγείας.
Σε αυτό το πλαίσιο θα μπορούσαν τόσο οι επίσημοι ψυχιατρικοί φορείς, όσο και οι σύλλογοι ασθενών και φροντιστών να ασκήσουν μεγαλύτερη πίεση για βελτίωση των υπηρεσιών υγείας.
Μια οικογένεια δεν μπορεί να εγγυηθεί ότι ένας ενήλικος θα αναγνωρίσει το πρόβλημα ή θα δεχτεί θεραπεία. Μπορεί να βελτιώσει τον τρόπο της επικοινωνίας, να μην ενισχύει άθελά της το αδιέξοδο, να συμβουλευτεί ειδικό, να προστατεύσει τους φροντιστές και να είναι προετοιμασμένη για την κρίση.
Μερικές φορές επιτυχία είναι ένα ραντεβού. Άλλες φορές είναι μια συζήτηση που δεν κατέληξε σε ρήξη, η αποδοχή βοήθειας για τον ύπνο, ένα κοινό σχέδιο κρίσης ή η έγκαιρη αναγνώριση ότι η κατάσταση δεν μπορεί πλέον να αντιμετωπιστεί μόνο μέσα στο σπίτι.
Το ζητούμενο είναι να παραμείνει ανοιχτός ένας αξιοπρεπής δρόμος προς τη βοήθεια — και να υπάρχει ασφαλές σχέδιο όταν αυτός ο δρόμος δεν αρκεί.
Το άρθρο παρέχει γενική ενημέρωση και δεν αποτελεί διάγνωση, θεραπευτική οδηγία ή νομική συμβουλή. Σε άμεσο κίνδυνο για τον ίδιο τον άνθρωπο ή τρίτους, ζητήστε επείγουσα επαγγελματική αξιολόγηση από τις αρμόδιες υπηρεσίες.
Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος
Επιλεγμένες πηγές
- Lawrence P, Fulbrook P, Somerset S, Schulz P. Motivational interviewing to enhance treatment attendance in mental health settings: A systematic review and meta-analysis. Journal of Psychiatric and Mental Health Nursing. 2017;24(9–10):699–718.
- Browne J, Wright AC, Berry K, et al. The alliance–outcome relationship in individual psychosocial treatment for schizophrenia and early psychosis: A meta-analysis. Schizophrenia Research. 2021;231:154–163.
- McCabe R, John P, Dooley J, et al. Training to enhance psychiatrist communication with patients with psychosis (TEMPO): Cluster randomised controlled trial. British Journal of Psychiatry. 2016;209(6):517–524.
- Kline ER, Thibeau H, et al. Motivational interviewing for loved ones: Randomized controlled trial of brief training for first episode psychosis caregivers. Schizophrenia Research. 2022;250:43–49.
- Calcedo-Barba A, Fructuoso A, et al. A meta-review of literature reviews assessing the capacity of patients with severe mental disorders to make decisions about their healthcare. BMC Psychiatry. 2020;20:339.
- Marcó-García S, Ariyo K, Owen GS, David AS. Decision making capacity for treatment in psychiatric inpatients: Systematic review and meta-analysis. Psychological Medicine. 2024;54(6):1074–1083.
- Pijnenborg GHM, van Donkersgoed RJM, David AS, Aleman A. Changes in insight during treatment for psychotic disorders: A meta-analysis. Schizophrenia Research. 2013;144(1–3):109–117.
- Gleeson JFM, Ludwig KA, et al. Systematic review and meta-analysis of family-based interventions for early psychosis: Carer and patient outcomes. Schizophrenia Research. 2025;276:57–78.
- Molyneaux E, Turner A, et al. Crisis-planning interventions for people with psychotic illness or bipolar disorder: Systematic review and meta-analyses. BJPsych Open. 2019;5(4):e53.
- de Jong MH, Kamperman AM, et al. Interventions to reduce compulsory psychiatric admissions: A systematic review and meta-analysis. JAMA Psychiatry. 2016;73(7):657–664.
- Barbui C, Purgato M, et al. Efficacy of interventions to reduce coercive treatment in mental health services: Umbrella review of randomised evidence. British Journal of Psychiatry. 2021;218:185–195.
- Stylianidis S, Georgaca E, et al. Involuntary psychiatric hospitalizations in Greece: Contemporary research and policy implications. Psychiatriki. 2023;34:204–211.
- Anastasopoulos D, et al. Exploring factors associated with psychiatric hospitalization for persons living with family. Scientific Reports. 2026;16:9949.
- Ελληνική Δημοκρατία. Νόμος 2071/1992 – Άρθρα 95–99 για την ακούσια νοσηλεία.
- Υπουργείο Υγείας. Διάταξη νόμου για τη μεταφορά κατά τη διαδικασία της ακούσιας νοσηλείας. 2022.
- Ελληνική Δημοκρατία. Νόμος 5243/2025 – ΦΕΚ Α΄ 187/31.10.2025.
- World Health Organization. Guidance on community mental health services: Promoting person-centred and rights-based approaches. 2021.
- Royal College of Psychiatrists. Caring for someone with a mental illness.
- Whiting D, Lichtenstein P, Fazel S. Violence and mental disorders: A structured review of associations by individual diagnoses, risk factors, and risk assessment. The Lancet Psychiatry. 2021;8(2):150–161.
- Hegedüs A, Kozel B, et al. Effectiveness of transitional interventions in improving patient outcomes and service use after discharge from psychiatric inpatient care: A systematic review and meta-analysis. Frontiers in Psychiatry. 2020;10:969.
