Ψυχική υγεία στην εκπαίδευση: ένα θέμα ταμπού

Όταν η “προβληματική συμπεριφορά” στην εκπαίδευση έρχεται από τους εκπαιδευτικούς

Αφορμή για αυτό το άρθρο αποτέλεσε πρόσφατο περιστατικό όπου διευθύντρια Γυμνασίου σχολείο στις Σέρρες, φέρεται να έκλεισε το στόμα 13χρονου μαθητή χρησιμοποιώντας μονωτική ταινία, ενώ παράλληλα ζήτησε να του δέσουν τα χέρια με χαρτοταινία.

Δεν είναι η πρώτη φορά που που απασχολείται η επικαιρότητα με περιστατικά σε σχολεία στα οποία εμπλέκονται εκπαιδευτικοί με κάποιου τύπου προβληματική συμπεριφορά.

Διαβάζουμε στα ΜΜΕ : Συγκλονίζει ο σύζυγος της καθηγήτριας που φίμωσε μαθητή – «Η γυναίκα μου έχει ψυχολογικά προβλήματα, το περίμενα». «Δεν καταλογίζω ευθύνη για αυτά που μου κάνει όλη μέρα, φταίει η αρρώστια της, την έχω πάει 15 φορές στον ψυχίατρο και αρνείται».

Καλώς ήρθατε σε ένα από τα πιο δυσχερή κομμάτια της πραγματικότητας των ψυχιάτρων όπου η έλλειψη εναισθησίας όπως την ονομάζουμε οδηγεί κόσμο με σοβαρές ψυχικές διαταραχές να αρνείται να λαμβάνει την ψυχιατρική θεραπεία που χρειάζεται.

Καθώς τέτοια ευαίσθητα ζητήματα ψυχικής υγείας δε συζητιούνται όσο θα μπορούσαν στο δημόσιο διάλογο, ας δούμε επ’ ευκαιρία το θέμα από την πλευρά του θεσμικού πλαισίου, των δικαιωμάτων και της υποστήριξης της ψυχικής υγείας των εκπαιδευτικών.

Σημείωση: Το άρθρο δεν επιχειρεί διάγνωση ή αξιολόγηση συγκεκριμένου προσώπου από δημοσιεύματα. Χρησιμοποιεί ένα δημόσια αναφερόμενο περιστατικό ως αφορμή για να συζητήσει θεσμικές δικλείδες ασφαλείας, δικαιώματα, και μηχανισμούς υποστήριξης της ψυχικής υγείας στην εκπαίδευση, με σεβασμό στην πολυπαραγοντική φύση των ζητημάτων, στο τεκμήριο αθωότητας και στην ιδιωτικότητα.

Ποιες θεωρούνται σοβαρές ψυχικές διαταραχές

Σχιζοφρένεια και γενικά ψυχώσεις, διπολική διαταραχή, βαριά κατάθλιψη, νευρική ανορεξία, εξαρτήσεις και κάποιες διαταραχές προσωπικότητας αποτελούν τις ψυχικες διαταραχες που πιο συχνά έχουν υψηλή βαρύτητα σήμερα. Βέβαια αυτό δεν είναι απόλυτο, καθώς κάθε διαταραχή έχει ατομικά χαρακτηριστικά και μπορεί να είναι ελαφριά, μέτρια ή σοβαρή.

Περισσότερα για τις ψυχικές διαταραχές στο αναλυτικό άρθρο.

Εκπαιδευτικοί και βεβαίωση διορισμού : το πλαίσιο στην Ελλάδα

Στον μόνιμο ή προσωρινό διορισμό στο Δημόσιο (άρα και στην εκπαίδευση), η «ικανότητα προς άσκηση καθηκόντων» συνδέεται θεσμικά με την υγεία/καταλληλότητα του υποψηφίου. Ο Υπαλληλικός Κώδικας προβλέπει ότι διορίζονται όσοι έχουν την υγεία που επιτρέπει την εκτέλεση των καθηκόντων της θέσης και ότι η υγεία/φυσική καταλληλότητα μπορεί να πιστοποιείται από αρμόδιες υγειονομικές επιτροπές, βάσει περιγραφής των καθηκόντων από την υπηρεσία.

Στην πράξη, για τους νεοδιόριστους εκπαιδευτικούς ζητούνται συνήθως πρόσφατες ιατρικές γνωματεύσεις (εντός συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος), μεταξύ των οποίων παθολόγου/γενικού ιατρού και ψυχιάτρου, με διατύπωση που αφορά την καταλληλότητα για άσκηση εκπαιδευτικών/διδακτικών καθηκόντων.

Στην πραγματικότητα αυτή η διαδικασία λειτουργεί ως έλεγχος “στιγμής” κατά τον διορισμό. Αν μάλιστα είναι ζητούμενο η όσο το δυνατόν υψηλότερη αξιοπιστία, μία μεμονωμένη συνεδρία με ψυχίατρο δεν μπορεί να θεωρείται επαρκής αξιολόγηση. Σε κάθε περίπτωση δε γίνεται σε καμία περίπτωση να ισοδυναμεί από μόνη της με τακτική, συστηματική επαναξιολόγηση κατά τη διάρκεια της υπηρεσίας. Πρόκειται για θεσμικό κενό.

Έχει δικαίωμα κάποιος να αρνείται να πάει σε ψυχίατρο;

Ναι όπως έχει δικαίωμα να μην επιλέξει να λάβει θεραπεία για οποιοδήποτε ιατρικό ζήτημα. Εδώ βέβαια πρέπει να σημειώσουμε ότι αναλαμβάνει ο ίδιος την ευθύνη των επιπτώσεων αυτής της επιλογής.

«Αρνείται να πάει στον ψυχίατρο, έπαιρνε τα φάρμακά της 16 χρόνια, το 2022 τα έκοψε και έκτοτε το χάος» εξομολογήθηκε ο σύζυγος της καθηγήτριας 

Οι λόγοι άρνησης δεν είναι πάντα μια “απλή επιλογή”. Συχνά η άρνηση θεραπείας είναι αποτέλεσμα απουσίας εναισθησίας δηλαδή επίγνωσης/αναγνώρισης της ψυχικής νόσου, φόβος/στίγμα, παρενέργειες ή δυσκολία πρόσβασης σε υπηρεσίες. Σε εργασιακά πλαίσια υψηλής ευθύνης, η διαχείριση κινδύνου είναι επίσης θεσμική υποχρέωση (διαδικασίες, υποστήριξη, εποπτεία).

Ποιες οι επιπτώσεις της άρνησης για τους συγγενείς;

Επίσης πρέπει να επισημάνουμε κάτι πολύ σημαντικό. Οι κοντινοί συγγενείς (γονείς, παιδιά κ.α.) ανθρώπων με σοβαρές ψυχικές διαταραχές που αρνούνται θεραπεία βρίσκονται χρονίως υπό υψηλό στρες και ψυχική οδύνη ζώντας από κοντά την ψυχική διαταραχή. Συχνά έχουν οι ίδιοι ανάγκη υποστήριξης/θεραπείας, ενώ συχνά αναγκάζονται και οι ίδιοι σε δυσλειτουργική διαχείριση της κατάστασης λόγω χειραγώγησης ή της συναισθηματικής τους εμπλοκής.

Ο σύζυγος δήλωσε μεταξύ άλλων : «Η γυναίκα μου πάσχει, έχει ψυχικά προβλήματα εδώ και χρόνια. Δεν μου είπε απολύτως τίποτα, ούτε την είδα, ούτε κατάλαβα ότι έφυγε γιατί εγώ επειδή δεν αντέχω ζω απομονωμένος στο υπόγειο του σπιτιού μου».

Τι εννοούμε όταν μιλάμε για «προβληματική» συμπεριφορά ;

Εννοούμε τη συμπεριφορά που έχει ως αποτέλεσμα την πρόκληση βλάβης στο ίδιο το άτομο ή/και στους γύρω του. Εννοούμε κάθε συμπεριφορά που ξεπερνάει τα όρια της έννομης τάξης ή μη σεβασμού των δικαιωμάτων/ελευθεριών άλλων ανθρώπων. Η βλάβη προς τρίτους μπορεί να είναι άμεση (σωματική) ή έμμεση όπως π.χ. λεκτική βία, εκφοβισμός, εξευτελισμός κ.α.

Επιπλέον, στο σχολικό περιβάλλον προβληματική συμπεριφορά μπορεί να εκδηλώνεται έμμεσα από εκπαιδευτικούς όταν ενεργούν βάσει προσωπικών αντιλήψεων που δε συνάδουν με τα κοινώς αποδεκτά κοινωνικά πρότυπα.

Στόχος της αναφοράς δεν είναι να ψυχιατρικοποιηθεί η κάθε σχολική συμπεριφορά, αλλά να δούμε πώς ένα σύστημα μπορεί να προστατεύει τα παιδιά και να υποστηρίζει τους εκπαιδευτικούς έγκαιρα, με σεβασμό στα δικαιώματα όλων.

Ξέρουμε αν μια προβληματική πράξη/συμπεριφορά έχει οπωσδήποτε να κάνει με την ψυχική διαταραχή του ατόμου;

Όχι πάντα. Είναι πιθανό, αλλά δεν πρέπει να θεωρείται αυτονόητο. Έχει να κάνει για παράδειγμα και με το κοινωνικοπολιτισμικό πλαίσιο. Στο παρελθόν το ξύλο προς τα παιδιά σε σχολείο και οικογένεια θεωρείτο παιδαγωγικό. Ένα μικρό μέρος της κοινωνίας διατηρεί ακόμα αυτή την αντίληψη.

Ποιος είναι ο ειδικός που μπορεί να διακρίνει αν μια προβληματική συμπεριφορά ατόμου με προϋπάρχουσα ψυχική διαταραχή έχει να κάνει με τη διαταραχή ή όχι;

Ο ψυχίατρος είναι ο κατεξοχήν αρμόδιος για διάγνωση/θεραπεία και εκτίμηση ψυχιατρικής λειτουργικότητας, στο πλαίσιο πολυεπιστημονικής και θεσμικής διαδικασίας.

Εκδηλώνουν όλα τα άτομα με σοβαρή ψυχική διαταραχή προβληματική συμπεριφορά;

Όχι. Δεν υπάρχει κανόνας. Άτομα με σοβαρή ψυχική διαταραχή δύναται να έχουν σωστά οριοθετημένη συμπεριφορά καθώς και σημαντικές δεξιότητες και ταλέντα.

Μπορεί μια ψυχική διαταραχή να εμποδίσει άτομα με δεξιότητες και ταλέντα να λειτουργήσουν σωστά στη ζωή τους;

Ναι μπορεί. Πάλι δεν είναι κανόνας.

Έχουν δικαίωμα τα άτομα με ψυχικές διαταραχές να εργαστούν;

Ναι και αυτό μάλιστα συχνά (όχι όμως πάντα) είναι προς όφελος της ψυχικής τους υγείας.

Μπορούν όλα τα άτομα με ψυχικές διαταραχές να εργαστούν;

Όχι όλα. Η εργασιακή λειτουργικότητα αποτελεί συχνά ένα τομέα που παραβλάπτεται στην ψυχική διαταραχή. Βέβαια με την κατάλληλη θεραπεία, αυξάνονται οι πιθανότητες να ανακτηθεί η εργασιακή λειτουργικότητα.

Ποιος είναι ο ειδικός που μπορεί να διακρίνει αν η ψυχική διαταραχή είναι αιτία για αδυναμία εργασίας;

Ο ψυχίατρος είναι ο κατεξοχήν αρμόδιος να εκτιμήσει κατά πόσο η ψυχική διαταραχή εμπλέκεται στην εργασιακή λειτουργικότητα.

Πως μπορεί ο ψυχίατρος να το κάνει αυτό με αξιόπιστο τρόπο;

Όταν παρακολουθεί το άτομο συστηματικά και όχι με μια μεμονωμένη αξιολόγηση κάποια στιγμή κατά τον πρώτο διορισμό κάποιου. Ο λόγος είναι ότι οι ψυχικές διαταραχές έχουν εξάρσεις και υφέσεις στην πορεία του χρόνου, ενώ η συμμόρφωση των ασθενών στη θεραπεία δεν είναι πάντα η ανάλογη. Επιπλέον μια μακροπρόθεσμη παρακολούθηση εξασφαλίζει την αξιοπιστία της αξιολόγησης που δε διασφαλίζεται με μία μεμονωμένη εξέταση.


Τι γίνεται αν η εργασία αυτή είναι εκπαιδευτικός, ένα λειτούργημα δηλαδή που έχει να κάνει με την παροχή παιδείας και μόρφωσης παιδιών;

Ακόμη ένας λόγος παραπάνω ο άνθρωπος αυτός να είναι καλά στην υγεία του, τόσο στη σωματική, όσο και στην ψυχική, ώστε αυτή η πλευρά να μην αποτελεί εμπόδιο στην επιτέλεση των καθηκόντων του.

Θα πρέπει να γνωρίζουμε ότι το εκπαιδευτικό επάγγελμα μπορεί να είναι συχνά ιδιαίτερα στρεσσογόνο. Άτομα με ψυχική διαταραχή μπορεί να δυσκολεύονται περισσότερο να διαχειριστούν το στρες της εκπαιδευτικής διαδικασίας.

Η εργασιακή καταλληλότητα ενός εκπαιδευτικού έχει να κάνει μόνο με την ψυχική του υγεία;

Όχι. Μπορεί να έχει να κάνει με τις ικανότητες, το παιδαγωγικό έργο, τη γνωστική επάρκεια, την υπηρεσιακή συνέπεια, τις προσωπικές πεποιθήσεις κ.α. Η ολοκληρωμένη αξιολόγηση της εργασιακής καταλληλότητας θα πρέπει να προκύπτει από ένα πλέγμα θεσμικής/πολυπαραγοντικής διαδικασίας.

ψυχικη υγεια εκπαίδευση εκπαιδευτικοί

Είναι αρμόδιος ο ψυχίατρος να αξιολογεί άλλους τομείς καταλληλότητας ενός εκπαιδευτικού πέρα από την ψυχική του υγεία;

Όχι.

Έχει δικαίωμα ένα άτομο με σοβαρή ψυχική διαταραχή να ασκήσει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού;

Ναι. Είναι χρέος της πολιτείας να διασφαλίζει τα δικαιώματα όλων των πολιτών στην εργασία, αλλά και με τις κατάλληλες δικλείδες ασφαλείας όταν πρόκειται για θέσεις υψηλής ευθύνης.

Είναι υποχρέωση της πολιτείας να διασφαλίζει την κατάλληλη εκπαιδευτική διαδικασία για τους μαθητές;

Ναι.

Τι γίνεται στην περίπτωση που το άτομο με σοβαρή ψυχική διαταραχή που θέλει να ασκήσει το επάγγελμα του εκπαιδευτικού αρνείται να αξιολογηθεί από ψυχίατρο;

Εδώ ερχόμαστε στη σύγκρουση του δικαιώματος με τις συλλογικές ελευθερίες και δικαιώματα. Μετά από όλους τους ανωτέρω συλλογισμούς, είναι εύλογο να φτάσουμε στο συμπέρασμα ότι τίθεται σε αμφισβήτηση το δικαίωμα του ατόμου να είναι εκπαιδευτικός αν λόγω ψυχικής διαταραχής αδυνατεί να επιτελέσει επαρκώς τα διδακτικά του καθήκοντα ή να ελέγξει τη συμπεριφορά του στο σχολικό περιβάλλον σύμφωνα με τα κοινώς αποδεκτά πολιτισμικά πρότυπα.

Υπάρχει θεσμική πρόβλεψη που να εξασφαλίζει την πρόληψη καταστάσεων όπως η παραπάνω;

Όχι. Αν μια ψυχική διαταραχή εκδηλωθεί ή επιδεινωθεί μετά από 10 ή 20 χρόνια υπηρεσίας, δεν διαπιστώνεται από ειδικό γιατί δεν υπάρχει τακτικός επανέλεγχος.

Υπάρχουν συγκεκριμένες διατάξεις που επιτρέπουν στην υπηρεσία να παρέμβει, ακόμη και αν ο υπάλληλος αρνείται να εξεταστεί;

Μάλλον ναι. Δεν είμαι ο καθ’ ύλην αρμόδιος αλλά μετά από ένα σχετικό ψάξιμο βρήκα τα εξής :

  • Σχετικό φαίνεται να είναι το Άρθρο 56 του Ν. 3528/2007 (Κώδικας Κατάστασης Δημοσίων Πολιτικών Διοικητικών Υπαλλήλων και Υπαλλήλων ΝΠΔΔ) που αφορά τη Διαδικασία χορήγησης αναρρωτικής άδειας.
    • Ο νόμος ορίζει ότι η παραπομπή στην υγειονομική επιτροπή δεν γίνεται μόνο μετά από προσωπική βούληση/αίτηση του υπαλλήλου, αλλά και αυτεπάγγελτα από την υπηρεσία (παράγραφος 2).
    • Η διαδικασία: Όταν ένας προϊστάμενος (π.χ. Διευθυντής Πρωτοβάθμιας/Δευτεροβάθμιας Εκπαίδευσης) διαπιστώσει ότι ένας υπάλληλος παρουσιάζει σοβαρά προβλήματα υγείας που καθιστούν αδύνατη την άσκηση των καθηκόντων του ή θέτουν σε κίνδυνο την εύρυθμη λειτουργία της υπηρεσίας, οφείλει να συντάξει έκθεση και να τον παραπέμψει στην Πρωτοβάθμια Υγειονομική Επιτροπή.
    • Η υποχρεωτικότητα: Ο υπάλληλος είναι υποχρεωμένος να παρουσιαστεί για εξέταση . Αν αρνηθεί, η άρνησή του αποτελεί πειθαρχικό παράπτωμα και μπορεί να οδηγήσει σε περικοπή αποδοχών ή άλλες κυρώσεις.
  • Σχετικά επίσης φαίνεται να είναι τα άρθρα 17 & 18 του Νόμου 3850/2010 (Κώδικας νόμων για την υγεία και την ασφάλεια των εργαζομένων) αφορά την επίβλεψη της υγείας των εργαζομένων από ιατρό εργασίας. Ο ιατρός εργασίας επιβλέπει τα μέτρα προστασίας, επιθεωρεί τακτικά τις θέσεις εργασίας, αναφέρει παραλείψεις, προτείνει μέτρα και ενημερώνει τους εργαζόμενους για τους κινδύνους.
    • Για παράδειγμα στο άρθρο 17  διαβάζουμε ότι ο «Ο ιατρός εργασίας παρέχει υποδείξεις και συμβουλές στον εργοδότη, στους εργαζομένους και στους εκπροσώπους τους… σχετικά με τα μέτρα που πρέπει να λαμβάνονται για τη σωματική και ψυχική υγεία των εργαζομένων.»
    • Ο Νόμος 3850/2010 επικαιροποιήθηκε πρόσφατα με τον Νόμο 4808/2021 (για την Προστασία της Εργασίας), ο οποίος πρόσθεσε στο Άρθρο 17 (παρ. 2) ότι ο γιατρός συμβουλεύει πλέον και για θέματα «…φυσιολογίας και ψυχολογίας της εργασίας, μεταξύ άλλων και για την πρόληψη της βίας και παρενόχλησης στην εργασία.»
  • Τέλος, υπάρχει και ο Νόμος 4412/2016 (και οι σχετικές εφαρμοστικές εγκύκλιοι για το Δημόσιο) που αφορά την Υγεία και Ασφάλεια στο Δημόσιο Τομέα, ο οποίος υποχρεώνει τις δημόσιες υπηρεσίες να διαθέτουν Ιατρό Εργασίας.

Πότε εφαρμόζεται ο Νόμος 2071/1992 (Άρθρα 95-101) για ακούσια εξέταση από ψυχίατρο;

Πέρα από τον Κώδικα Δημοσίων Υπαλλήλων (που αφορά κυρίως το διοικητικό σκέλος), το πιο ουσιαστικό νομικό πλαίσιο που προβλέπει τη δυνατότητα ψυχιατρικής εξέτασης/νοσηλείας χωρίς συναίνεση σε εξαιρετικές περιπτώσεις — για κάθε πολίτη, άρα και για εκπαιδευτικούς — είναι ο νόμος για την ακούσια νοσηλεία.

Πότε μπορεί να εφαρμοστεί;
Όταν το άτομο πάσχει από ψυχική διαταραχή και συντρέχουν προϋποθέσεις όπως:

  • δεν είναι σε θέση να εκτιμήσει επαρκώς το συμφέρον της υγείας του, και/ή
  • χωρίς θεραπευτική παρέμβαση υπάρχει σοβαρός κίνδυνος επιδείνωσης, και/ή
  • υπάρχει κίνδυνος για τον εαυτό του ή για τρίτους (π.χ. επεισόδια βίας στο σχολείο ή στο σπίτι).

Θα πρέπει να επισημάνουμε εδώ ότι ο σκοπός δεν είναι να γίνεται κατάχρηση ενός μέτρου που περιορίζει ελευθερίες και προκαλεί ψυχική οδύνη. Στην Ελλάδα τα ποσοστά ακούσιας νοσηλείας είναι δυστυχώς από τα υψηλότερα στην Ευρώπη. Αντιθέτως χρειάζεται μια συνολική στήριξη των υπηρεσιών ψυχικής υγείας στην κοινότητα με συνέχεια στη φροντίδα και έμφαση στον άνθρωπο, ώστε το μέτρο αυτό να περιοριστεί ως ύστατη λύση.

Υπάρχουν μόνιμοι Ιατροί Εργασίας που να παρακολουθούν το προσωπικό σε τακτική βάση στα ελληνικά δημόσια σχολεία;

Πιθανότατα όχι.

Γιατί ενώ σύμφωνα με τα ρεπορτάζ υπήρχαν δείγματα προβληματικής συμπεριφοράς εδώ και τρία χρόνια δεν έγινε κάποια ενέργεια από τους αρμόδιους;

Σύζυγος διευθύντριας : «H διεύθυνση τα ξέρει τα σοβαρά προβλήματα ψυχικής υγείας»..

Απαιτείται τεκμηριωμένη αναφορά. Πολλοί συνάδελφοι ή προϊστάμενοι διστάζουν να το κάνουν λόγω «συναδελφικής αλληλεγγύης», έκθεσης του εκπαιδευτικού ιδρύματος, φόβου για νομικές κυρώσεις (μήνυση για συκοφαντική δυσφήμηση) ή επειδή το στίγμα της ψυχικής νόσου οδηγεί σε συγκάλυψη.

Επίλογος : Να υποχωρήσει το ταμπού

Οι ειδήσεις για περιστατικά βίας ή αποκλίνουσας συμπεριφοράς των εκπαιδευτικών μέσα στο σχολείο έρχονται συχνά σαν κεραυνός. “Σοκάρουν” και ξεγυμνώνουν κάτι που όλοι προτιμάμε να αφήνουμε στο ημίφως: την ψυχική υγεία ως δημόσιο ζήτημα δικαιωμάτων, ευθυνών και θεσμικών ορίων.

Όταν ένας άνθρωπος φέρεται «προβληματικά» και το περιβάλλον του μιλά για «ψυχολογικά προβλήματα» και επαναλαμβανόμενη άρνηση θεραπείας, η συζήτηση συνήθως εκτροχιάζεται σε υπερβολές τύπου μαύρο-άσπρο : είτε σε δαιμονοποίηση είτε σε πλήρη απαλλαγή.

Είναι εύκολο να πιάσεις τέτοια ζητήματα επιδερμικά και κουτσομπολίστικα. Είναι πιο βολικό να αποφύγεις τις ουσιαστικές λύσεις σε ένα πλαίσιο στερεοτύπων και οχλαγωγίας.

Είναι κρίσιμο να ειπωθεί καθαρά: η ψυχική διαταραχή δεν ταυτίζεται με βία ή κακοποιητική συμπεριφορά. Η μεγάλη πλειονότητα των ανθρώπων με ψυχικές διαταραχές δεν είναι βίαιοι, και συχνά είναι περισσότερο εκτεθειμένοι ως θύματα. Στο σχολείο, η προστασία των παιδιών θα πρέπει να περνάει από κανόνες, εποπτεία, κουλτούρα αναφοράς και έγκαιρη παρέμβαση — όχι από δαιμονοποίηση της ψυχικής νόσου.

Επίσης σημαντικό : η έμφαση πρέπει να είναι σε μη-τιμωρητικές υπηρεσίες/δομές υποστήριξης: ομαλή πρόσβαση σε συμβουλευτική/ψυχιατρική φροντίδα, προστασία απορρήτου, σαφή πρωτόκολλα όταν υπάρχει κίνδυνος για μαθητές, και παράλληλα κουλτούρα έγκαιρης αναζήτησης βοήθειας χωρίς φόβο στιγματισμού.

Τα κρίσιμα ερωτήματα είναι άβολα και δύσκολα: ναι, ο καθένας έχει δικαίωμα να αρνηθεί βοήθεια· τι γίνεται όμως όταν η άρνηση αυτή καταλήγει να προκαλεί βλάβη, φόβο ή σοβαρή αναστάτωση στο περιβάλλον, ειδικά σε έναν χώρο όπου υπάρχουν παιδιά; Και παράλληλα: ποιος στηρίζει τόσο τα ίδια τα άτομα, σε επίπεδο υγείας και ανθρωπίνων δικαιωμάτων, όσο και τους οικείους τους που ζουν χρόνια μέσα σε άγχος, ενοχές και εξάντληση, όσο οι θεσμοί κοιτούν αλλού;


Σπύρος Καλημέρης Ψυχίατρος

Αφήστε ένα Σχόλιο

Η ηλ. διεύθυνση σας δεν δημοσιεύεται. Τα υποχρεωτικά πεδία σημειώνονται με *

Πρώτη δημοσίευση 27/01/2026 | Ανανεώθηκε 27/01/2026

Περιεχόμενα

Περιεχόμενα
Κύλιση στην κορυφή